Τρίτη, 31 Μαρτίου 2009

ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΟΙ ΓΚΑΝΣ ΕΝ ΡΟΟΥΖΕΣ

ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΟΙ GUNS N' ROSES: NIGHTTRAIN
Από συναυλία του 1988.

ΑΪΧΕΝΤΟΡΦ!


JOSEPH VON EICHENDORFF


NEUE LIEBE


Herz, mein Herz, warum so fröhlich,
So voll Unruh und zerstreut,
Als käm über Berge selig
Schon die schöne Frühlingszeit?

Weil ein liebes Mädchen wieder
Herzlich an dein Herz sich drückt,
Schaust du fröhlich auf und nieder,
Erd und Himmel dich erquickt.

Und ich hab die Fenster offen,
Neu zieh in die Welt hinein
Altes Bangen, altes Hoffen!
Frühling, Frühling soll es sein!

Still kann ich hier nicht mehr bleiben,
Durch die Brust ein Singen irrt,
Doch zu licht ist's mir zum Schreiben,
Und ich bin so froh verwirrt.

Also schlendr' ich durch die Gassen,
Menschen gehen her und hin,
Weiß nicht, was ich tu und lasse,
Nur, daß ich so glücklich bin.



Το ποίημα μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Angelica Bridges.

Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2009

ΙΔΟΥ ΑΝΘΗ ΚΟΜΨΑ


Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ


ΤΕΧΝΟΥΡΓΟΣ ΚΡΑΤΗΡΩΝ


Εις τον κρατήρα αυτόν από αγνόν ασήμι —
που για του Ηρακλείδη  έγινε την οικία,
ένθα καλαισθησία  πολλή επικρατεί —
ιδού άνθη κομψά,  και ρύακες, και θύμοι,
κ’ έθεσα εν τω μέσω έναν ωραίον νέον,
γυμνόν, ερωτικόν· μες στο νερό την κνήμη
την μια του έχει ακόμη.—  Ικέτευσα, ω μνήμη,
να σ’ εύρω βοηθόν  αρίστην, για να κάμω
του νέου που αγαπούσα  το πρόσωπον ως ήταν.
Μεγάλη η δυσκολία απέβη επειδή
ώς δέκα πέντε χρόνια πέρασαν απ’ την μέρα
που έπεσε, στρατιώτης,  στης Μαγνησίας την ήτταν.

ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΤΟΥΡΡΟΥΤΙ






OI PUAGH ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΣΤΙΧΟΥΣ ΤΟΥ CHICHO SÁNCHEZ FERLOSIO
ΤΟ ΙΔΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΚΑΙ Ο ΣΤΙΧΟΥΡΓΟΣ ΤΟΥ


LOS SOLIDARIOS


Historia de tres amigos
de la dulce libertad:
si se hicieron anarquistas,
no fue por casualidad.

Buenaventura Durruti,
Ascaso y García Oliver,
llamados Los Solidarios,
que desprecian al Poder.

Buscados y perseguidos
por el campo y la ciudad,
si acabaron en la cárcel,
no fue por casualidad.

Buenaventura Durruti,
Ascaso y García Oliver:
tres hojas de trébol negro
contra el viento del Poder.

Siguiendo con su costumbre
de burlar la autoridad,
si cruzaron la frontera,
no fue por casualidad.

Buenaventura Durruti,
Ascaso y García Oliver:
la negra sombra del pueblo
contra el brillo del Poder.

Después de una temporada,
se volvieron para acá;
si temblaron los burgueses,
no fue por casualidad.

Buenaventura Durruti,
Ascaso y García Oliver:
tres balas negras de plomo
apuntando hacia el Poder.

Ο ΝΙΝΟ ΤΑΡΑΝΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΡΑΦΦΑΕΛΕ ΒΙΒΙΑΝΙ



Ο NINO TARANTO ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ RAFFAELE VIVIANI


'O GUAPPO 'NNAMMURATO


Mm'hê 'ncarugnuto cu chist'uocchie belle,
mm'hê fatto addeventá nu vile 'e core,
n'ommo 'e lignammo: nun só' cchiù Tatore,
'o mastuggiorgio 'e vasci'â Sanitá!...
Nun só' cchiù io, mannaggi''a libbertá!

Scorz''e fenucchio,
tengo nu bruttu pólice 'int''a recchia!
Só' bevitore 'e vino e, si mm'arracchio,
te scárreco 'a ricanna 'int''o renucchio!...
Scorza 'e fenucchio!

Mme tratte comme fosse n'ommo 'e paglia:
prumiette sempe e nun mantiene maje...
Ma nun capisce che, accussí, mme 'nguaje?
Nun saje ca, pe' rispetto a ll'umirtá,
'sta faccia accussì bella 'aggi''a sfriggiá!?

Surzo 'e sciarappo,
si arrivo a te piazzá stu miezu scippo,
p''o mmerecá, nc'hê 'a mettere pe' coppa...
nu palmo e nu ziracchio 'e sparatrappo...
Surz''e sciarappo!...

Femmene belle sempe na duzzina
n'aggio tenute appése a stu cazone.
E mo mme stó' strujenno 'e passione
pe' te ca nun canusce caritá,
chi sa 'sta pelle addó' 'a vaco a pusá!...

Fronna 'e carota...
Manco 'a quattuordece anne 'a carcerato...
però, chi mme ce manna n'ata vota,
se fa 'nteresse sempe nu tavuto!
Fronna 'e carota!

Te si' pentuta? E basta nun fa niente!
Chello ch'è stato è stato...e vienetenne!
C'è poco 'a dí, chi nénna se pretenne,
vicino a te nun have a che ce fá!
E' 'o stesso affetto ca mme fa spustá!

Tu 'o ssaje ca i' feto!
Si nun te 'nfilo 'o junco n'ata vota,
cu 'o curtelluccio mio a máneca 'e cato,
te scóso 'a 'nanze, 'a dinto, 'a fora e 'a reto!
Tu 'o ssaje ca i' feto!

ΚΟΡΔΕΛΕΣ


ΜΗΝΑΣ ΔΗΜΑΚΗΣ


ΞΗΜΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΜΟΥ


Είναι ωραίο το φως
Να βλέπεις τα δέντρα και τα πουλιά
Εκεί πλάι στο λόφο

Ξημερώνει
Τα τελευταία σκοτάδια υποχωρούν
Ίσκιοι διαγράφονται αόριστα
Σε λίγο παίρνουν μορφή
Είναι τα βράχια τα πεύκα τα κυπαρίσσια

Τα πουλιά ξυπνούν
Σχηματίζουν κορδέλες από δέντρο σε δέντρο
Το γκρίζο γίνεται λευκό
Χρυσίζει σε λίγο

Είναι ωραίο το φως
Είναι ωραίο να βλέπεις τη χάρη του Θεού

ΛΟΥΓΟΝΕΣ!



LEOPOLDO LUGONES


PARADISÍACA

Cabe una rama en flor busqué tu arrimo.
La dorada serpiente de mis males
circuló por tus púdicos cendales
con la invasora suavidad de un mimo.

Sutil vapor alzábase del limo
sulfurando las tintas otoñales
del Poniente, y brillaba en los parrales
la transparencia ustoria del racimo.

Sintiendo que el azul nos impelía
algo de Dios, tu boca con la mía
se unieron en la tarde luminosa,

bajo el caduco sátiro de yeso.
Y como de una cinta milagrosa
ascendí suspendido de tu beso.


Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη επισκέπτρια του ιστολογίου που επιθυμεί να κρατήσει την ανωνυμία της.

Κυριακή, 29 Μαρτίου 2009

... ΠΟΥ ΤΡΕΦΕΙ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ


ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΑΘΗΣ


Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΣΥΝΤΕΧΝΙΑ


       Μες στις θαμπές να φανατίζω νύχτες μου
       Τη δύστροπη του κόσμου γεωμετρία


Α

Μία δύο το ποίημα
Τρεις ο ήλιος που σέρνει το δράμα
Μία δύο και τρεις
Δεν σφυρίζω
Μεθυσμένος
Θα δρέψω ακοσμία

Πεθαμένος στη λάσπη
Ζωή
Μια καρφίτσα μυαλού θυσιάζω
Ώσπου φτάνει
Αυτό που δε φτάνεις
Κρύο σύμβολο κόσμου θαμμένου
Μες στη μία
      τις δύο
         τις τρεις
Σκορπισμένα χυμένα λυτά
Ώς κι επτά
Άνθη τρέλας
      Ο νους

Δολοφόνος –


Β

Ότι που τρόμαξα πως έφυγα
Η μέρα θάλλει
Μαύρη

Ιδού
Ξανά παρεκτραπείς
Αντάρτης διαβολοεγώ
Στην κίνηση του χώρου

: αθροίζοντας
αγγίζοντας
τις ρήξεις των σχημάτων


Γ

Ο Ποιών
    που καρφί στο κρεβάτι
    που εκάπνισες βίον μωρίας
    που φουμάρω Διδάσκω & Βρίζω

Μη νομίσει πως φέγγουν τα πρόσωπα
Μη θεωρήσει πως λάμπουν τα κτήνη

Να πιστέψει στον τρόμο του Άλλου –


Δ

Παλινωδείς
Κρυφή φωτιά
      Μπρος πίσω πάλι,
              και ξανά
Μάγια σκιά
      Κορμιά κρουστά,
              κι ανάκατα

Βαθιά
Μες στα φυλώμματα
του νου μου
οπού κοιμάσαι

    (ω, να χαθώ
         καλή φωτιά
    ποια φρεναπάτη
    πιο βαθιά
          όπου με καίω
    Γεννιέμαι)

Εσύ
Το χόρτο του νοός
  Εγώ
Δεν συνετίζω

      Οραματίζο
        μαι
      τυφλά –


Ε

Νύχτα απαστράπτουσα
Το έντομο ιδρώνει στο κρανίο
Στη μεταμόρφωση παρέδωσες
    Ψυχή
Ας σταματήσουν τα σωσίβια ξερονήσια
Άσε στην άκρη τα εχέφρονα πτηνά
Ως διδαχή να κοιμηθείς
    Προφταίνεις
Πριν πήξει στο πηγάδι το νερό
Και σου ταράξει τα πλεούμενα
    Κορμί
Συναυτουργία

–Το θαύμα ο ζόφος ξεκινήσαν αγκαλιά
Ό,τι φωτίζ’ η γέννηση πεθαίνει –
Μπροστά λοιπόν
        ή Συνεχώς
Ν’ αφουγκραστώ το διασωθέν
Ο χρόνος γράφει κύκλους
    και
Πνεύμα    Σπέρμα
στο χαρτί
       μια χαρακιά
λάθος κορμί
   Λοξή την ηθική σου



ΣΤ

Ι
Καθώς ξεπήδησαν τα δυό
Πίδακες που κοσμούν τις ανηφόρες
Η μέρα σώνεται
Τη νύχτα ζητιανεύει
Σκόνες βαρβαρικές
Τυφλώνουν την πνοή μου
Γλώσσα παράξενη αγκαλιά
Στραβά ξεκίνησα
Πηδώ
Άσωτος
Ρίγη προκαλώ
Στο
Ηλίου φαεινότερον
Που χαίνει

ΙΙ
Σπέρνοντας θάνατο κι
έρωτα
μαζί
στα ίδια περιβόλια

Επινοώ

Επινοώ τα γερασμένα –


Ζ


Στιγμές οι Αιώνες
Τρύπες στη νύχτα μυστικές
Τ’ ανθρώπινα
Δεν έχουν ιστορία
Υπάρχω : η Πτώση
Άγγελος-διάβολος
Ποτάμι-παραλήρημα
Αέρας η ψυχή
Φτερούγα κερασφόρα
Στην τόση σκέψη που απορεί
Σέρνοντας την ανάσα μου
Στο σύννεφο κορμί σου
    Και φάγε πνεύμα τους καρπούς
    Φόρεσε τα σημεία –

Αίλουρο φως
  το μυστικό
ή χαίρε ω χαίρε
  το κακό
που τρέφει την ουσία·

              1982




Από το βιβλίο: Χρήστος Βάθης, «Μάγια σκιά», Διάττων, Αθήνα 1987, σελ. 9-19.

ΘΕΣΑΡ ΒΑΓΙΕΧΟ!



CÉSAR VALLEJO


LOS DADOS ETERNOS


Dios mío, estoy llorando el ser que vivo;
me pesa haber tomádote tu pan;
pero este pobre barro pensativo
no es costra fermentada en tu costado:
¡tú no tienes Marías que se van!

Dios mío, si tú hubieras sido hombre,
hoy supieras ser Dios;
pero tú, que estuviste siempre bien,
no sientes nada de tu creación.
¡Y el hombre sí te sufre: el Dios es él!

Hoy que en mis ojos brujos hay candelas,
como en un condenado,
Dios mío, prenderás todas tus velas,
y jugaremos con el viejo dado.
Tal vez ¡oh jugador! al dar la suerte
del universo todo,
surgirán las ojeras de la Muerte,
como dos ases fúnebres de lodo.

Dios míos, y esta noche sorda, obscura,
ya no podrás jugar, porque la Tierra
es un dado roído y ya redondo
a fuerza de rodar a la aventura,
que no puede parar sino en un hueco,
en el hueco de inmensa sepultura.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΣΤΗΒΙ ΓΟΥΩΝΤΕΡ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο STEVIE WONDER


SUPERSTITION


Very superstitious, writings on the wall,
Very superstitious, ladders bout to fall,
Thirteen month old baby, broke the lookin glass
Seven years of bad luck, the good things in your past.

When you believe in things that you dont understand,
Then you suffer,
Superstition aint the way

Very superstitious, wash your face and hands,
Rid me of the problem, do all that you can,
Keep me in a daydream, keep me goin strong,
You dont wanna save me, sad is my song.

When you believe in things that you dont understand,
Then you suffer,
Superstition aint the way, yeh, yeh.

Very superstitious, nothin more to say,
Very superstitious, the devils on his way,
Thirteen month old baby, broke the lookin glass,
Seven years of bad luck, good things in your past

When you believe in things that you dont understand,
Then you suffer,
Superstition aint the way, no, no, no



Τραγούδι του 1973.

ΜΑΡΙΟ ΒΕΝΕΔΕΤΤΙ!


MARIO BENEDETTI


PREGUNTAS AL AZAR


Uno llegar e incorporarse al día
dos respirar para subir la cuesta
tres no jugarse en una sola apuesta
cuatro escapar de la melancolía

cinco aprender la nueva geografía
seis no quedarse nunca sin la siesta
siete el futuro no será una fiesta
y ocho no amilanarse todavía

nueve vaya a saber quién es el fuerte
diez no dejar que la paciencia ceda
once cuidarse de la buena suerte

doce guardar la última moneda
trece no tutearse con la muerte
catorce disfrutar mientras se pueda

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΚΑΡΛΟ ΜΠΟΥΤΙ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο CARLO BUTI


IL PRIMO AMORE


Il primo amore non si scorda mai,
un antico stornello me l'ha detto,
se tu dimenticare mai potrai
la prima volta ch'io ti strinsi al petto.

Torna al tuo primo amore, torna a cantare
quella canzone da te preferita.
Dammi i tuoi baci, io ti darò la vita.
Cantiamo assieme:
II primo amore non si scorda mai!

Per te, che ti amo tanto e te sospiro,
il canto della notte è una passione.
La luna splende e un venticello spira
e porta questo canto al tuo verone.

Torna al tuo primo amore, a ricantare
quella canzone da te preferita.
Dammi i tuoi baci, io ti darò la vita.
Cantiamo assieme:
Il primo amore non si scorda mai!

ΚΟΥΑΖΙΜΟΝΤΟ!




SALVATORE QUASIMODO


ALLA NOTTE


Dalla tua matrice
io salgo inmemore
e piango.

Camminano angeli, muti
con ne; non hanno respiro le cose;
in pietra mutata ogni voce,
silenzio di cieli sepolti.

Il primo tuo uomo
non sa, ma dolora.


Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Almudena Fernandez.

Σάββατο, 28 Μαρτίου 2009

ΠΑΛΙΕΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ...


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


ΧΩΡΙΣ ΑΝΤΙΒΑΡΟ


Αηδία, –λέει– αηδία· κλείσε τ’ αυτιά, τα ρουθούνια , τα μάτια.
Ν’ ακούσεις τί; Να δεις τί; Εφτάσφαίρες, οχτώ σφαίρες.
Κι ο δολοφόνος δολοφονημένος, κι ο άλλος το ίδιο,
κι εδώ κι εκεί. Προς τα πού να κοιτάξεις; Τί ν’ αντιπαραθέσεις;
Σκισμένες όλες οι σημαίες κατά μήκος όλου του χρόνου,
και μήτε μιά σ’ένα μπαλκόνι ψηλά να χαμηλώσεις μεσίστια.
Παλιές εφημερίδες επιπλέουν στα νερά, πλάι στους πνιγμένους.

                     5.VI.68


Από τη συλλογή «Πέτρες, Ι».
Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, «Ποιήματα», τ. Ι, Κέδρος, Αθήνα 1989, σελ. 115.

ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΟΙ ΑΛΛΑ ΜΠΟΥΑ


ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΟΙ ALLA BUA


PIZZICARELLA


Pizzicarella mia pizzicarella
lu caminatu tou...
... pare cà balla.
Te l'ura ca te vitti te 'mmirai
nu segnu fici a menzu...
... l'occhi toi.
Ca quiddhu fu lu segnu particulare
cu nu te scordi mai te...
... l'amore tou.
Amore amore ci m'hai fattu fare,
te quinnicianni m'hai...
... fatta 'mpaccire.
Te quinnicianni m'hai fatta 'mpaccire
te mamma e tata m'hai...
... fatta scurdare.
Quantu t'amau amau lu core meu
mò nù te ama chiui...
... se n'ha pentitu.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΟΥΝΤΟ ΛΙΝΤΕΝΜΠΕΡΚ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο UDO LINDENBERG


REEPERBAHN


Ich komm herum - hab viel gesehn
Istanbul - New York - Athen
Doch überall bin ich 'n bißchen traurig
Auch in Rio im Abendwind
In jedem Arm ein schönes Kind
Immer bin ich irgendwie so traurig
Oder in München, in so 'nem Doofbräuhaus
Frag ich mich leicht bedröhnt: wo bin ich bloß zuhaus?!

Ich stehe cool in Venezia
Mit 'nem drink in Harry's Bar
Und wieder bin ich irgendwie so traurig
In 'ner lauen Nacht in Kairo
Küß ich die Töchter des Pharao
Und bin trotzdem irgendwie so traurig
Ich höre Opern in Bayreuth
Da fehlt mir eine Kleinigkeit
Und irgendwie bin ich wieder so traurig
Ich weiß nicht, warum ich nicht so richtig happy bin
Und nach 'ner Weile kommt's mir wieder in den Sinn

Da gibt es so 'nen Boulevard
Die große Freiheit auch ganz nah
Und ich weiß, mich zieht's zum Kiez

Reeperbahn - ich komm an
Du geile Meile, auf die ich kann
Reeperbahn - alles klar
Du alte Gangsterbraut, jetzt bin ich wieder da

Davidswache - Schmidts - Docks - Chicago - Café Keese
Top Ten - Salmob - Freiheit 36 - Tropical Brazil
La Paloma - Mary Lan's - Herbertstrasse - Prinzenbar
Grünspan - Klimbim - wo ist der neue Starclub?

Ob im Underground von Wien
Fesche Mädels auf den Knien
Überall bin ich 'n bißchen traurig
Oder sogar im Himalaja
Der Erleuchtung schon so nah
Immer bin ich irgendwie so traurig
Ich weiß nicht, warum ich nicht so richtig happy bin
Und nach 'ner Weile kommt's mir wieder in den Sinn

Da gibt es so 'nen Boulevard
Die große Freiheit auch ganz nah
Und ich weiß, mich zieht's zum Kiez

Reeperbahn - ich komm an
Du geile Meile, auf die ich kann
Reeperbahn - alles klar
Du alte Gangsterbraut, jetzt bin ich wieder da

Reeperbahn - ich komm an
Du geile Meile, auf die ich kann
Bist auferstanden aus all dem Siff
Jetzt legen wir wieder an mit unser'm Schiff

Reeperbahn - alte Braut
So'n Comeback hätt' ich dir gar nicht zugetraut
Reeperbahn - egal was war
Du alte Gangsterbraut, jetzt biste wieder da

ΝΑ ΒΡΩ ΗΣΥΧΙΑ...


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΘΕΟΤΟΚΗΣ


[ΣΟΝΕΤΤΟ 69]


Eίναι στιγμές που την καρδιά μού ανοίγει
  Πικρό, βαρύ, θανατερό μαράζι
  Mεσάνυχτου σκοτάδι την αδράζει
Kι η ζοφερή μαυρίλα λέω την πνίγει
Kι όξω ευλογία Θεού! Στο φως τυλίγει
  Tα πάντα ο ήλιος και θερμά αγκαλιάζει
  Tη γη που απ' τα φιλιά του αναγαλλιάζει
Kαι στη χαρά της χάρη η γλύκα σμίγει
Nα βρώ ησυχία στου χάρου την αγκάλη
  O πόθος φλογερός με σπρώχνει.
Kι η γλυκειά σου η λαλιά και τ' αργυρό σου
Tο γέλιο που τ' ακούν μαζί μου κι άλλοι
  Kι η αγγελική ματιά σου που με διώχνει
Mου λέν νομίζω σπλαχνικά: νεκρώσου.




Από το βιβλίο: Κωνσταντίνος Θεοτόκης, «Τα σονέτα», Ωκεανίδα, Αθήνα 1999.

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2009

Ο ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΗ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΣ: ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ.

Στίχοι: Ξενοφώντας Φιλέρης.
Μουσική: Κώστας Χατζής.
Τραγούδι του 1970.

Ο ΝΙΚΟΣ ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΤΟΝ ΘΟΥΡΙΟ ΤΟΥ ΡΗΓΑ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΝΙΚΟΣ ΞΥΛΟΥΡΗΣ


Ο ΘΟΥΡΙΟΣ ΤΟΥ ΡΗΓΑ


Ώς πότε παλικάρια να ζούμε στα στενά,
μονάχοι σα λεοντάρια σταις ράχαις στα βουνά;
Καλλιό 'ναι μίας ώρας ελεύθερη ζωή,
παρά σαράντα χρόνοι σκλαβιά και φυλακή.

Σπηλιαίς να κατοικούμε, να βλέπωμεν κλαδιά,
να φεύγωμ' απ' τον κόσμον για την πικρή σκλαβιά;
Καλλιό 'ναι μίας ώρας ελεύθερη ζωή,
παρά σαράντα χρόνοι, σκλαβιά και φυλακή.

Να χάνωμεν αδέλφια, πατρίδα και γονείς,
τους φίλους, τα παιδιά μας κι όλους τους συγγενείς;
Καλλιό 'ναι μίας ώρας ελεύθερη ζωή,
παρά σαράντα χρόνοι, σκλαβιά και φυλακή.



Μουσική: Χρήστος Λεοντής.

Κυριακή, 22 Μαρτίου 2009

ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ Ο ΚΑΡΟΥΖΟ ΚΑΙ Ο ΝΤΙ ΣΤΕΦΑΝΟ


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Ο ENRICO CARUSO


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Ο GIUSEPPE DI STEFANO

Η ανάρτηση αφιερώνεται στον φίλτατο Σ.Η. που τη ζήτησε:


E LUCEVAN LE STELLE
(Από την Tosca του Giacomo Puccini)


E lucevan le stelle...
ed olezzava la terra...
stridea l'uscio dell'orto...
e un passo sfiorava la rena...
Entrava ella, fragrante,
mi cadea fra le braccia...
Oh! dolci baci, o languide carezze,
mentr'io fremente
le belle forme disciogliea dai veli!
Svanì per sempre il sogno mio d'amore...
L'ora è fuggita...
E muoio disperato!
E non ho amato mai tanto la vita!...

ΜΟΝΟΣ ΤΟΥ Ο ΘΡΥΛΟΣ ΕΧΕΙ 37 ΤΙΤΛΟΥΣ ΠΡΩΤΑΘΛΗΜΑΤΟΣ - ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΜΑΖΙ ΕΧΟΥΝ ΜΟΝΟ 36!







ΖΗΤΩ Ο ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΦΙΛΑΘΛΩΝ ΠΕΙΡΑΙΩΣ!

Ο ΡΑΧΜΑΝΙΝΩΦ ΠΑΙΖΕΙ ΜΟΤΣΑΡΤ



Ο ΣΕΡΓΚΕΗ ΡΑΧΜΑΝΙΝΩΦ ΠΑΙΖΕΙ ΜΟΤΣΑΡΤ

RONDO ALLA TURCA

(από το K. 331)

ΣΤΙΧΟΥΣ ΤΕΛΕΣΙΔΙΚΟΥΣ ΣΑΝ ΑΝΤΕΡΑ ΧΥΜΕΝΑ


ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ


ΠΟΙΗΤΙΚΗ


1
Αξίζει δεν αξίζει
στέλνω τις εκθέσεις μου σε χώρες που δε γίνανε ακόμα
προδίνω τις κινήσεις ενός ήλιου
που πέφτει την αυγή δίπλα στις μάντρες
επικυρώνοντας με φως
τις εκτελέσεις.

2
Η κάθε μου λέξη
αν την αγγίξεις με τη γλώσσα
θυμίζει πικραμύγδαλο.
Απ’ την κάθε μου λέξη
λείπει ένα μεσημέρι με τα χέρια της μητέρας δίπλα στο ψωμί
και το φως που έσταζε απ’ το παιδικό κουτάλι στην πετσέτα.

3
Η μόνη ξιφολόγχη μου
είταν το κρυφοκοίταγμα του φεγγαριού απ’ τα σύννεφα.
Ίσως γι’ αυτό δεν έγραψα ποτέ
στίχους τελεσίδικους σαν άντερα χυμένα
ίσως γι’ αυτό εγκαταλείπουν ένας-ένας τα χαρτιά μου
και τους ακούω στις κουβέντες όσων δε με έχουνε διαβάσει.


              Αη-Στράτης 1951




Από τη συλλογή «Άγονος γραμμή».
Από το βιβλίο: Άρης Αλεξάνδρου, «Ποιήματα (1941-1971», Κείμενα, Αθήνα 1972, σελ. 70-71.

ΕΝΑ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ




ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ


ΤΑ ΟΜΟΡΦΑ ΤΑ ΓΑΛΑΝΑ ΣΟΥ ΜΑΤΙΑ


Τα όμορφα στα γαλανά σου μάτια
που μοιάζουνε σαν τ' αστέρια τ' ουρανού
πόσες καρδιές δεν κάνανε κομμάτια
έχουν τη δύναμη του πλάστη εκεινού

Το κάτασπρό σου όμορφο κορμάκι
σαν τη κολόνα στέκει πάντα και μιλάς
μέσα σ' αυτόν τον ψεύτικο κοσμάκη
πάντα χαρούμενη βαδίζεις και γελάς

Όποιος θα πέσει στα δίχτυα τα δικά σου
σαν το γαρύφαλλο κι αυτός θα μαραθεί
σαν τριαντάφυλλο θα σβήσει δεν θ' αντέξει
κατάκαρδα κι αυτός θα πληγωθεί

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΤΣΑΒΕΛΑ ΒΑΡΓΑΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η CHAVELA VARGAS


MACORINA


Ponme la mano aquí Macorina
ponme la mano aquí
Tus pies dejaban la estera
y se escapaba tu saya
buscando la guardarraya
que al ver tu talle tan fino
las cañas azucareras
se echaban por el camino
para que tú las molieras
como si fueses molino

Ponme la mano aquí Macorina
ponme la mano aquí
Tus senos carne de anón
tu boca una bendición
de guanabana madura
y era tu bella cintura
la misma de aquel danzón
Caliente de aquel danzón

Ponme la mano aquí Macorina
ponme la mano aquí
Después el amanecer
que de mis brazos te lleva
y yo sin saber qué hacer
de aquel olor a mujer
a mango y a caña nueva
con que me llevaste al son
caliente de aquel danzón

ΧΑΜΕΝΗ ΩΡΑ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΟΝΑΣ


ΑΥΡΑ


Όταν θα φτάσεις στο σταθμό
μην κάνεις τίποτα το περιττό
Μην κινηθείς προς το περίπτερο
στους πωλητές καπνού ή φρούτων
Κάτω από τη μεγάλην πόρτα να σταθείς
ακίνητος μέσα στο φως της μέρας
αφήνοντας τη σκόνη του κόσμου στα παπούτσια
στις κλειστές γραμμές των χεριών σου
Γιατί εμείς από μακριά
θα σε αναγνωρίσουμε
κάτω από το ρολόι που θα σημαίνει
χαμένην ώρα.



Από το βιβλίο: Γιώργος Χρονάς, «Τα ποιήματα, 1973-2008». Οδός Πανός, Αθήνα 2008, σελ. 172.

ΛΟΥΓΟΝΕΣ!



LEOPOLDO LUGONES


EL NIDO AUSENTE


Sólo ha quedado en la rama
un poco de paja mustia
y, en la arboleda, la angustia
de un pájaro fiel que llama.
Cielo arriba y senda abajo,
no halla tregua a su dolor,
y se para en cada gajo
preguntando por su amor.
Ya remonta con su queja,
ya pía por el camino
donde deja en el espino
su blanda lana la oveja.
Pobre pájaro afligido
que sólo sabe cantar
y, cantando, llora el nido
que ya nunca ha de encontrar.



Μουσική: Juan Antonio Rosado (1922-1993)
Έργο του 1959 για φωνή και πιάνο.

Τραγουδά η σοπράνο Sarah Medina.
Στο πιάνο παίζει ο Manuel Henríquez R.

Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζομενη φίλη του ιστολογίου κ. Christiane Filangieri.

ΑΠ' ΑΛΟΓΙΣΙΑ ΤΡΙΧΑ


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΑΜΜΕΛΗΣ (1876-1935)


Η ΣΥΡΤΗ


Aπ' αλογίσια τρίχα όλη πλεγμένη
κι ώς τέσσερεις οργιές διπλή μερσίνα,
στρογγυλή, γιαλικάτη, άστριφτη, φίνα,
μισοί δεξιά, μισοί ζερβά στριμμένοι

οι τρίκλωνοι αρμαλοί, κι αρματωμένη
μ' ένα μονάχα αγκίστρι, μα από κείνα
που χωνεύουν μιά ολάκερη Aθερίνα,
νά, η λαβρακίσια η συρτή καμωμένη.

Mόλα τριάντα οργιές με δυό Γαρίδες
ζωντανές, μα καβάλα δολωμένες
και κάνε πά' στη βόλτα σου καρτέρι,

μη λάχει και σου μπλέξουνε Συναγρίδες,
ή λάβρες Λαβρακάρες πεινασμένες
και σου μείνει ο φελλός μόνο στο χέρι.




Από τη συλλογή «Θαλασσινά», Eρμής 1996.

Σάββατο, 21 Μαρτίου 2009

Ο ΕΡΩΣ ΜΕΘ' ΥΜΩΝ!


FRANCESCO PETRARCA


[ΚΑΥΤΟΙ ΑΝΑΣΤΕΝΑΓΜΟΙ, ΤΡΑΒΑΤΕ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ...]


Καυτοί αναστεναγμοί, τραβάτε στην καρδιά της, που ’ναι κρύα·
τον πάγο σπάστε, που το σπλάχνος μάχεται εντός της·
κι αν των θνητών οι προσευχές στον ουρανό, στο φως της,
ακούγονται, ρωτήστε την πού θά ’βρω εγώ τη σωτηρία:

στο θάνατο ή στον οίκτο; Ανέβα, σκέψη, νά ’πεις στην Κυρία
γι’ Αυτήν τί κρύβω εκεί που δεν μπορεί να δει· και δώσ’ της
μαντάτο, της Σκληρής, μην ανεχτεί να γίνω χρεώστης
της πλάνης της ερωτικής που φέρνει πάντα απελπισία.

Τραβάτε, σκέψεις, στεναγμοί, να πείτε εσείς σ’ Εκείνη
πως ζω οδυρόμενος εδώ στο νέφος των κλαυθμών
και πως εκεί ψηλά παιανίζει ειρηνική γαλήνη.

Τραβάτε δίχως φόβο, μιας και ο Έρως μεθ’ υμών –
μπορεί δε να κοπάσει και της μοίρας το μπουρίνι,
αν κρίνω από τον ήλιο τον λαμπρό των ουρανών!...



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΣΩΣΤΑ ΜΑΝΤΕΥΕΙ


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


Η ΜΑΝΤΙΣΣΑ


Λυμένα πάντα τα μαλλιά της, σα μοιρολογήτρα
πάνω από κάποιον αόρατο νεκρόν ή πάνω
απ’ τον ίδιο νεκρό της. «Κακό δώρο –λέει–
να μαντεύεις σωστά.» Κείνο το δίχτυ
το σκοτεινό, του λουτρού, μπροστά στα μάτια της
σαν τα ίδια τα μαλλιά της, – όχι μόνο
δίχτυ θανάτου, μα, χειρότερα, δίχτυ του δόλου,
του φθόνου ή του ακατόρθωτου. Κι έρχονται πάλι
οι ωραίες ώρες του έαρος, οι εύθραυστες, –
ένα παιδί χώνει τα πόδια του σ’ εκείνη
τη μεγάλη λεκάνη, παίζει με το σαπούνι,
κι αυτή, κάνοντας με τα δυό της νύχια
δυό σχισμές στα πεσμένα μαλλιά της, σα να παίζει
μια λύρα, μέσ’ από τ’ ανοίγματα βαθιά παρατηρεί,
σωστά μαντεύει και σωστά χαμογελάει.



Από τη συλλογή: «Μαρτυρίες, Β΄».
Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, «Ποιήματα», τ. Θ΄, Κέδρος, Αθήνα 1989, σελ. 273.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ
ΜΟΥΣΙΚΗ: ΜΑΝΟΣ ΛΟΪΖΟΣ
ΣΤΙΧΟΙ: ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ


Η ΔΟΥΛΕΙΑ ΚΑΝΕΙ ΤΟΥΣ ΑΝΤΡΕΣ


Το πλαστό το πασαπόρτι
σαν και την καρδιά σου μόρτη
σαν την κάλπικη καρδιά σου
τη σκληρή
Μη βροντοχτυπάς τις χάντρες
η δουλειά κάνει τους άντρες
το γιαπί το πιλοφόρι το μυστρί

Ρημαδιό ζωή και σπίτι
απ' τα χούγια σου αλήτη
που μετράς το αντριλίκι
με βρισιές
Μη βροντοχτυπάς τα ζάρια
όσοι είναι παλικάρια
τη ζωή τους την περνούν στις σκαλωσιές

ΠΕΔΡΟ ΣΑΛΙΝΑΣ - ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ!


PEDRO SALINAS


EL POEMA


Y ahora, aquí está frente a mí.
Tantas luchas que ha costado,
tantos afanes en vela,
tantos bordes de fracaso
junto a este esplendor sereno
ya son nada, se olvidaron.
Él queda, y en él, el mundo,
la rosa, la piedra, el pájaro,
aquéllos , los del principio,
de este final asombrados.
¡Tan claros que se veían,
y aún se podía aclararlos!
Están mejor; una luz
que el sol no sabe, unos rayos
los iluminan, sin noche,
para siempre revelados.
Las claridades de ahora
lucen más que las de mayo.
Si allí estaban, ahora aquí;
a más transparencia alzados.
¡Qué naturales parecen,
qué sencillo el gran milagro!
En esta luz del poema,
todo,
desde el más nocturno beso
al cenital esplendor,
todo está mucho más claro.



Το ποίημα μάς το έστειλε η εικονιζομενη φίλη του ιστολογίου κ. Adriana Lima.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Η ΚΑΡΟΛΑ ΒΙΝΙΑΣ



ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η CAROLA VIÑAS


EL ÚLTIMO CAFÉ


Llega tu recuerdo en torbellino.
Vuelve en otoño a atardecer...
Miro la garúa y mientras miro,
Gira la cuchara de café...

Del último café,
Que tus labios seco un frío,
Pidieron esa vez,
Con la voz de un suspiro...

Recuerdo tu desdén,
Te evoco sin razón,
Te escucho sin que estés:

"Lo nuestro terminó",
Dijiste en un adiós,
De azúcar y de hiel...

Lo mismo que el café,
Que el amor, que el olvido,
Que el vértigo final,
De un rencor sin por qué...

Y allí con tu impiedad,
Me vi morir de pie,
Medí tu vanidad,
Y entonces comprendí mi soledad,
Sin para qué...
Llovía, y te ofrecí el último café.

Del último café,
Que tus labios seco un frío,
Pidieron esa vez,
Con la voz de un suspiro...

Recuerdo tu desdén,
Te evoco sin razón,
Te escucho sin que estés:

"Lo nuestro terminó",
Dijiste en un adiós,
De azúcar y de hiel...

Lo mismo que el café,
Que el amor, que el olvido,
que el vértigo final,
De un rencor sin por qué...

Y allí con tu impiedad,
Me vi morir de pie,
Medí tu vanidad,
Y entonces comprendí mi soledad,
Sin para qué...
Llovía, y te ofrecí el último café.

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2009

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΛΟΥΙΖΑ ΤΕΤΡΑΤΣΙΝΙ



ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η LUISA TETRAZZINI


UNA VOCE POCO FA
(Gioacchino Rossini, Il barbiere siviglia)


Una voce poco fa
Qui nel cor mi risuonò;
Il mio cor ferito è già,
E lindor fu che il piagò.
Sì, lindoro mio sarà;
Lo giurai, la vincerò.
Il tutor ricuserà,
Io l'ingegno aguzzerò.
Alla fin s'accheterà
E contenta io resterò.
Sì, lindoro mio sarà;
Lo giurai, la vincerò.
Io sono docile,
Son rispettosa,
Sono obbediente,
Dolce, amorosa;
Mi lascio reggere,
Mi fo guidar.
Ma se mi toccano
Dov'è il mio debole
Sarò una vipera
E cento trappole
Prima di cedere
Farò giocar.



Ηχογράφηση του 1911.

ΜΕΡΑ ΞΑΝΘΗ



ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

ΟΙ ΚΛΕΨΥΔΡΕΣ ΤΟΥ ΑΓΝΩΣΤΟΥ


              Les temps est si clair que
              je tremble qu'il ne finisse...
                     ANDRE BRETON

                Στον Ανδρέα Εμπειρίκο


α΄

Θυμώνει ο ήλιος, ο ίσκιος του αλυσοδεμένος κυνηγάει τη
       θάλασσα
Ένα σπιτάκι, δυο σπιτάκια, η φούχτα που άνοιξε από τη δροσιά
       και μυρώνει τα πάντα
Φλόγες και φλόγες τριγυρνούν ξυπνώντας τις κλειστές πόρτες
       των γέλιων
Είναι καιρός να γνωριστούνε οι θάλασσες με τους κινδύνους
Τί θέλετε ρωτά η αχτίδα, και τί θέλετε ρωτά η ελπίδα
       κατεβάζοντας τ' άσπρο της ποκάμισο
Μα ο άνεμος στέρεψε τη ζέστη, δυο μάτια σκέπτονται
Και δεν ξέρουν που να καταλήξουν είναι τόσο πυκνό το μέλλον
       τους

Μια μέρα θά 'ρθει που ο φελλός θα μιμηθεί την άγκυρα και
       θα κλέψει τη γεύση του βυθού
Μια μέρα θά ‘ρθει που ο διπλός εαυτός τους θα ενωθεί
Πιο πάνω ή πιο κάτω από τις κορυφές που εράγισε
       το αποψινό τραγούδι
Του Εσπέρου, δεν έχει σημασία, η σημασία είναι άλλου

Ένα κορίτσι, δυο κορίτσια, γέρνουν στα γιασεμιά τους κι
       αφανίζονται
Μένει ένα ρυάκι να τα εξιστορήσει μα έσκυψαν
       να πιουν εκεί ακριβώς οι νύχτες
Μεγάλα περιστέρια και μεγάλα αισθήματα καλύπτουν τη σιγή
       τους
Φαίνεται πως το τέτοιο πάθος τους είναι ανεπανόρθωτο
Και κανείς δεν ξέρει αν έρθει ο πόνος να γδυθεί μαζί τους
Σπανίζουνε οι παγίδες, άστρα γνέφουνε στους εραστές τα μάγια
       τους
Όλα σκιρτούνε, συσπειρώνονται – ήρθε φαίνεται πια η
       αθανασία
Που ζητάνε τα χέρια σφίγγοντας τη μοίρα τους
       που άλλαξε σώμα κι έγινε άνεμος
Δυνατός – η αθανασία φαίνεται ήρθε.

β'

Υπερήφανα χόρτα, ο φίλος έχασε το φίλο του, όλα εκεί
       αναπαύονται
Μια σκληρή φωνή κατοίκησε σ' αυτή την πεδιάδα
Μια βουλιαγμένη σαύρα σύρθηκε στην επιφάνεια
Εσείς πού ήσαστε όταν κόπηκε ο λαιμός μιας τέτοιας
       μέρας
Πού ήσαστε, φύλλα με φύλλα, σιγοπερπατάει ο κόσμος
Σκάζουν τα φρούτα στο κατώφλι ενός λυγμού
Κανείς δεν αποκρίνεται

Ω μεθυσμένο μονοπάτι που έψαξες έψαξες την
       τρυφερότητα
Στα δάχτυλα του κόπου και σε τρόμαξαν οι αυγές
       που χάραζαν
Ριψοκινδυνεύοντας το φως τους τυλιγμένο δάσος
       κάτω απ' τη σιωπή.

Μήτε ριγμένα ζάρια δεν ξαμώνουν κατά τέτοιο τρόπο
       την έμπνευση
Μήτε στυμμένοι θόρυβοι δεν εξαντλούνε κατά τέτοιο
       τρόπο την πνοή
Πολύχρωμα φουγάρα πέμπουνε την άπιαστη μελαγχολία τους
Στις αψίδες που τρέμουν, τρέμουν τα πουλιά επιδίδονται
       στο μέτρημα των ονείρων τους
Ακούγεται η κωπηλασία στην τέφρα που άφησε σημάδια
       νεότητας
Και κανείς δεν ξέρει από που ανοίγει αυτό το στήθος
Και κανείς δεν ξέρει από πότε άρχισε να ζει
Στις σγουρές αγωνίες τους νιώθουνται οι φωνές
       αποκεφαλισμένες
Που τρυπούνε το έδαφος πύρινα κλαδιά μιας πολιτείας
       υδάτινης

Ω Γαλήνη που λύνεσαι, ρευστή παρουσία στις κόρες των ματιών
Στις άρπαγες του ύπνου στα μελίσσια των χωρών της θύμησης!

γ΄

Πιο μακριά πολύ μακριά το πράο τραπεζομάντιλο – η
       συνάντηση
Καλημέρα ποταμάκι μου, είμαι μονάχος, είμαστε
       κι οι δυο μονάχοι μας
Τα κρύσταλλα ευωδιάσανε, τώρα μας λείπει μόνο
       ένα καράβι
Ένα μαντίλι μόνο για να διαγνώσουμε το τέλος
Γιατί τόσους φακέλους έλαβα γεμάτους σύννεφα
       και θύελλες
Που διψώ ένα στόμα να μου πει: ουρανός, και να
       πλεύσουμε μαζί στο δέλτα των ελπίδων...

Έτσι θα βγούμε απ' το μυαλό μας, οι κισσοί μεγάλωσαν
       τους τοίχους του απογέματος
Με άμμο βαφτίστηκαν τα λόγια στις καρίνες βάφτηκαν
       κατράμι έτοιμα
Να σαλπάρουν αν τους πει ο Έρωτας – τα λόγια

Ω ποταμάκι ποταμάκι, καλημέρα του ήλιου απάνθισμα
       της εξοχής
Κατά πού θαυμάζεται ο άνεμος πες μου κατά πού ξεχύνονται
       οι κελαηδισμοί
Ποιά όχθη αρέσουν, σήμερα είμαι νέος
Είμαι καλός ως τις πηγές του γέλιου μου, εκτοξεύω
       χίμαιρες
Ριπίδια δυσανάγνωστα, τεφτέρια κάτασπρα καμωμένα
       γι' αγγέλους
Κι από κάθε αδιαφορία σέρνεται μια ξεσχισμένη ευχή
Που μαζεύω– σήμερα είμαι νέος, αυτό μου αρκεί
Αυτό μου δίνει το αίμα μου πιο κόκκινο, ένα χελιδόνι
       κόκκινο ένα γράψιμο κόκκινο
Θά ‘ρθουν πολλές γυναίκες να το μοιραστούν ώσπου να γίνουν
       διάφανες
Θά ‘ρθουν πολλές ματαιότητες για να τις μοιραστούνε
Η εύθυμη φασαρία μοιάζει ατέλειωτη, σπίθες αγγίζουν
       τα μετέωρα μέτωπα
Κι όλο το μυστικό αληθεύεται σιγά σιγά, γλυκά γλυκά
       γίνεται μέρα
Σώμα ζωντανό, ύπαρξη, άνθρωπος.

δ'

Ποιο μέταλλο να είν' αυτό που κρυώνει τα μάτια ποια
       χαμένη νεότητα
Που μαζεύει το έλεος λίγων στιγμών σε μια κλωστή
       ασυγκίνητη –ποια νά ’ναι
Δέντρα σώπασαν, πέτρες μοιάσανε στις πέτρες, καβαλάρηδες
       έφυγαν
Ψάχνουν τα μάνταλα μιας άλλης πύλης μα ποια να ’ναι αυτή
Σε ποιο καρδιόχτυπο άραγε να βρίσκεται, κλείνουν οι ελπίδες
τα παράθυρα, βραδιάζει ο πόνος
Ποιος είναι εδώ, κανείς δεν είναι –χώμα ηχολογάει το χώμα

Κι όμως πρέπει να βρει ένα νόμισμα η ζωή

Αφού δεν είναι ο ερωτάς, αφού δεν είναι ο ερωτάς
Ο έρωτας ποιος είναι – η ζωή μετριέται με σφυγμούς,
       η χαρά με απέλπιδες χειρονομίες
Μύλοι απάνω στις κορφές άσπρισαν τα ταξίδια τους
        της εσπέρας
Φεγγίζουν γοητείες στα μάκρη, μια βαρκούλα χάνεται
       ευχαριστημένη
Κανένα κύμα δεν κρατάει στο στήθος του κακία
Οι άνθρωποι μοιάζουν, παρομοιάζουνται με τις κραυγές
       των φάρων
Φεύγουνε για να παν αλλού και βγαίνουνε στη θάλασσα
Ποια θάλασσα νά ’ναι αυτή που δε θυμάται τις λευκές
       στιγμές της μα ξαναμασάει τα λόγια της
Λύπες που γίνανε σεντόνια και χτυπούν στον άνεμο
       για να στεγνώσουν, και ξαναχτυπούν
στον άνεμο για νά ‘ναι οι γλάροι
Δίπλα τους, στο πλευρό τους, ποιες να είν' αυτές
Ποιος κόπος ήμερος, ποια σπασμένη ενότητα,
       ποιος θρήνος

Ω χαρά τραυματισμένη, μιας στιγμής χωρητικότητα
       που κλονίζει αιώνες!

ε΄

Είναι κοντά η πτυχή του ανέμου που θροεί τον γαλάζιο της
       περιστερεώνα – η χυμώδης πτυχή
Που ζυγίζει στο χνούδι της ερεθισμένες αιώρες
Όταν τα γέλια μυτερά σπάνε τα τσόφλια της αυγής
       αγγέλνοντας το ηλιόβγαλμα
Κι όλο το πρόσωπο της γης λάμπει από μαργαρίτες
Όχι, δεν είναι σήμερα η στερνή μας λέξη, δεν τελειώνει
       ο κόσμος
Δε λιώνει σήμερα η ελπίδα μου, με χλωρά σπαρτά
       γεμίζει τις φωλιές των ήχων

Εύθυμα στόματα φίλησαν κορίτσια, στα κεράσια κρέμασαν
       την ηδονή
Δέντρα μεγάλα στάζουνε ήλιο είναι άκακα και σκέπτονται
       σαν ίσκιοι πού τρέχουνε
Για κάτι ωραίο –σήμερα είναι ωραίο το προβαλλόμενο δράμα
Δροσερό μεσημέρι αφησμένο σαν βάρκα που έπλευσε όλο πάθος
Στοιβαγμένη τραγούδια και σινιάλα που τρέμουν σαν
       βουνοκορφές
Μακριά μακριά είναι οι μαρμάρινες επαύλεις των γυμνών
       γυναικών
Η καθεμιά τους ήτανε άλλοτε σταγόνα
Η καθεμιά τους είναι τώρα φως
Περνούνε το φουστάνι τους όπως περνά η μουσική
       στους λόφους το στεφάνι της
Και ζούνε μες στον ύπνο τους κισσούς που ζώνουν
Μακριά μακριά είναι οι καπνοί των λουλουδιών οι οριζόντιες
       λίμνες των ναρκίσσων
Τιμονιέρηδες κεφάτοι οδηγούν εκεί τα σκάφη των γοητειών
Γερμένοι στο 'να τους πλευρό – τ' άλλο τους είναι θαλερός
       τόπος ευωχιών
Τόσες δα μέλισσες και τόσες δα κλεψύδρες ιστορούνε
       κι υφαίνουνε το ανθρώπινο είδος

Σ' ένα πελώριο διάστημα χύνεται το φως
Γεμίζει οράματα γλυπτά κι είδωλα φέγγους
Είναι τα μάτια πια που κυριαρχούν – η γη τους είναι
       απλή και κορυφαία
Καλοσύνης κοιτάσματα ένα ένα, σαν φλουριά κομμένα
       μες στον ήλιο
Μες στα χείλια, μες στα δόντια, ένα ένα τ' αμαρτήματα
Της ζωής, αγαθά ξεφλουδισμένα.

ς'

Νυχτερινό υφαντούργημα
Των κρίνων φλοίσβος που γυμνώνει τ' αυτιά και
       διασκορπίζεται
Νιώθω στους ώμους της ζωής το σκίρτημα που βιάζεται
       ν' αδράξει το έργο
Νιότη που θέλει άλλη μια ευκαιρία αιωνιότητας
Και στην εύνοια των ανέμων ρίχνει το κεφάλι της
       αδιαφορώντας

Υπάρχει ένα στήθος που χωράει τα πάντα, μουσική
       που κυριεύει στόμα που ανοίγει
Σ' άλλο στόμα – κόκκινο παιγνίδι κλαδεμένο απ' τον
       ίλιγγο
Ακόμα ένα φιλί και θα σου πω για ποιο σκοπό
       τις σιωπές μου μάτωσα έτσι
Ακόμα ένα χιλιόμετρο και θα σου δείξω γιατί βγήκα
       σ' ένα τέτοιο αγνάντεμα
Όπου παθαίνεται ο λυγμός ζητώντας άλλ' αστέρια
Ψάχνοντας με φθαρτές χειρονομίες την άμμο που άφησαν
ανασκαμμένη των ερώτων οι σπασμοί

Δόθηκαν τα φτερά στα δευτερόλεπτα
Φεύγει ο κόσμος, άλλος έρχεται, στην παλάμη του
       διαβάζει ρόδα και γιορτές
Φεύγει ο κόσμος, είμαι σ' ένα κύμα του, εμπιστεύομαι
       όλος στη φορά του
Μέτωπα φέγγουν, δάχτυλα ερευνούν τον ύπνο που
       πιστεύουνε
Μα ποια βουή, ποιο σπήλαιο είναι αυτό που καλεί
       την αγνότητα
Γλάρου στιγμή οριζόντια επάνω από τα πάθη, βάρκα
       ευτυχισμένη ορμητήριο αναπάντεχο
Θα βγω στις άσπρες πύλες του μεσημεριού χτυπώντας
       με λαλιές τα γαλανά αναστάσιμα
Κι όλα τα κρύα νησιά θ' ανάψουν τα μαλλιά τους για
       να σεργιανίσουν
Με αθώες φλόγες και με βότσαλα τα ερωτικά πελάγη
Θα μηνύσω στα γυμνά καλοκαίρια την πιο σίγουρη στιγμή
       της πλώρης
Που χαρούμενη σχίζει τις υγρές ελπίδες των απλών
       καλών ανθρώπων.

ζ΄

Στην άγνοια ξεκουράζεται ο ουρανός
Στην κουπαστή του ύπνου ο άνθρωπος
Τυχερός αιχμάλωτος μιας φλόγας που αθωώνεται
       γράφοντας τ' αρχικά της στο σκοτάδι
Απλωμένο σ' άλλον κόσμο των κλειστών βλεφάρων
       προνομιούχο

Πιο κοντά στην κλειδαριά
Μεγάλου μυστικού που ανύποπτο σαλεύει προς τη λύτρωση
Εφαρμόζει ο πόθος τις εικόνες του, ζωή που υπάρχει
       σ' άλλη ζωή
Αίμα που τρέχει από τα μάτια μου, στις πράξεις
       των ηρώων του (άστρο εχέμυθο)
Και τρέμει ο μόχθος των χεριών μου, υψώνεται
       ώς τα χρώματα του θυρεού της λήθης
Βλέπω το γέλιο που έγραψε τη μοίρα του
Βλέπω το χέρι που έδωσε το ρίγος του
Και τυλίγομαι σύννεφα που εύκολα ξεδιαλύνει
       μια φτυαριά ουρανού καθάριου.

Έμπιστο φως ξαναγεμίζεις το άλσος μου, έτοιμος είμαι στο
       προσκάλεσμά σου
Είμαστε δυο, και παρακάτω η ακροθαλασσιά πάλι με τις
       πιο γνώριμες κραξιές των γλάρων
Όπου κι αν βάλω πλώρη εδώ αράζω, το σκοτάδι
       με χρωστάει στο φως
Η γη στη θάλασσα, ή φουρτούνα στη γαλήνη

Κρεμασμένος απ' τα κρόσσια μιας αυγής που εξάγνισε
       τα νύχτια παρελθόντα
Γεύομαι τους καινούριους ήχους, άθλους της δροσιάς
       που επίστεψαν στα δέντρα
Μια χλωρή παρουσία προχωράει στις ρίζες της κι αποκτάει
       τη μέρα
Σαν καρδιά που μπαίνει πια στη θέση της
Σαν γυναίκα που νιώθει πια τα νιάτα της
Και χαρίζει ανοίγοντας τους κόσμους των ματιών της
       ηδονή ανεξάντλητη
Μέρα ξανθή, του ήλιου ανταμοιβή και του Έρωτα.


Από τη συλλογή: «Προσανατολισμοί».
Από το βιβλίο: Οδυσσέας Ελύτης, «Ποίηση», Ίκαρος, Άθήνα 2002 , σελ. 29–36.

Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2009

ΑΥΤΑ ΤΑ ΟΛΙΓΑ


FRANTIŠEK HALAS


ΣΤΙΧΟΙ


Απ’ της οργής τη δίψα λίαν ξεσαλιασμένος
τραβώ όπου πάνε τα λεφούσια των πενήτων
οι βρύσες του άσματος χαμένες και ταμένος
δεν θαν τις ξαναβρώ κατά το μάλλον ή ήττον

Από της πόθησης την πείνα φαγωμένος
απλώς ποθώ μεμιάς λιγάκι να κραυγάσω
μακρός ο χρόνος της σιωπής και μακρυσμένος
ας το παραδεχτώ επί τέλους να ησυχάσω

Από της φρίκης τη γλυκιά φωτιά γλειμμένος
περιπατώ όντας φως φανάρι στο σκοτάδι
σαν όλους θέλω να πιστέψω και με μένος
να υπερασπίζομαι του γητεμού το χάδι

Από τη γη του ονείρου δια παντός διωγμένος
στις μάζες πάντως νά ’βρω καταφύγιο επήγα
και στο τραγούδι νά ’μαι με βρισιές δεμένος
κι η βρύση μου να στάζει μόνο αυτά τα ολίγα



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
Ο πίνακας είναι του Tavik František Šimon (1877-1942)

Κυριακή, 15 Μαρτίου 2009

ΣΤΟ ΒΛΕΦΑΡΟ ΤΟΥ ΚΕΡΑΥΝΟΥ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΝΙΚΟΣ ΞΥΛΟΥΡΗΣ


ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ


Γεννήθηκα στο βλέφαρο του κεραυνού,
σβήνω κυλώντας στα νερά.
Ανέβηκα στην κορυφή της συννεφιάς
σαλτάροντας με τις τριχιές του λιβανιού,
πήρα το δρόμο της σποράς.

Κοιμήθηκα στο προσκεφάλι του σπαθιού,
είχα τον ύπνο του λαγού.
Αγνάντευα την πυρκαγιά της θεμωνιάς
αμίλητος την ώρα της συγκομιδής,
πήρα ταγάρι ζητιανιάς.

Αντάμωσα τον χάρο της ξερολιθιάς,
το άλογο στ' αλώνι να ψυχομαχεί,
πήρα ταγάρι ζητιανιάς.



Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος.
Στίχοι: Κ.Χ. Μύρης.

ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΑ ΧΑΜΕΝΑ


Ο ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΓΑΡΓΑΝΟΥΡΑΚΗΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΜΑΝΟ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΚΑΙ ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟ


ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΑ ΧΑΜΕΝΑ


Τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα
και τους καημούς που σκέπασε καπνός
η ξενιτιά τα βρήκε αδελφωμένα
Κι οι ξαφνικές χαρές που ήρθαν για μένα
ήταν σε δάσος μαύρο κεραυνός
κι οι λογισμοί που μπόρεσα για σένα

Και σου μιλώ σ' αυλές και σε μπαλκόνια
και σε χαμένους κήπους του Θεού
κι όλο θαρρώ πως έρχονται τ' αηδόνια
με τα χαμένα λόγια και τα χρόνια
εκεί που πρώτα ήσουνα παντού
και τώρα μες στο κρύο και στα χιόνια

Η μοίρα κι ο καιρός τό 'χαν ορίσει
στον κόσμο αυτό να ρίξω πετονιά
κι η νύχτα χίλια χρόνια να γυρίσει
Στο τέλος της γιορτής να τραγουδήσει
αυτός που δεν εγνώρισε γενιά
και του καημού την πόρτα να χτυπήσει

Δεν ήτανε ρολόι σταματημένο
σε ρημαγμένο κι άδειο σπιτικό
οι δρόμοι που με πήραν και προσμένω
Τα λόγια που δεν ξέρω σου τα δένω
με τους ανθρώπους που 'δαν το κακό
και τό 'χουν στ' όνομά τους κεντημένο

Αυτός που σπέρνει δάκρυα και πόνο
θερίζει την αυγή ωκεανό
μαύρα πουλιά τού δείχνουνε το δρόμο
Κι έχει τη ζωγραφιά κοντά στον ώμο,
σημάδι μυστικό και ριζικό
πως ξέφυγε απ' τον Άδη κι απ' τον κόσμο

Η μοίρα κι ο καιρός τό 'χαν ορίσει
στον κόσμο αυτό να ρίξω πετονιά
κι η νύχτα χίλια χρόνια να γυρίσει
Στο τέλος της γιορτής να τραγουδήσει
αυτός που δεν εγνώρισε γενιά
και του καημού την πόρτα να χτυπήσει



Από την ταινία του Νίκου Κούνδουρου «Τραγούδια της φωτιάς» (1974).

ΟΥΤΙΣ


OCTAVIO PAZ


Ο ΔΡΟΜΟΣ


Μακρύς ο δρόμος, αμίλητος.
Περπατώ στο σκοτάδι, σκοντάφτω και πέφτω,
σηκώνομαι με πόδια τυφλά,
τις πέτρες πατώ τις βουβές, τα ξεραμένα φύλλα,
ενώ ένας άλλος, πίσω μου, κι εκείνος τα πατάει·
άμα κοντοσταθώ, κοντοστέκεται,
κι όταν τρέχω, τρέχει. Γυρνάω να τον δω. Κανένας.
Τα πάντα στο σκοτάδι βουλιαγμένα, έξοδος καμμία.
Συνέχεια και συνέχεια κόβω βόλτες, πηγαίνω σε γωνιές
που πάντα βγάζουνε στον δρόμο εκείνο
όπου κανένας δεν με περιμένει εμένα
και ούτε με ακολουθεί,
και όπου εγώ ακολουθάω κάποιον που σκοντάφτει
και, όταν σηκωθεί, με κοιτάει και λέει: Κανείς δεν είναι.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


*************************


LA CALLE


Es una calle larga y silenciosa.
Ando en tinieblas y tropiezo y caigo
y me levanto y piso con pies ciegos
las piedras mudas y las hojas secas
y alguien detrás de mí también las pisa:
si me detengo, se detiene;
si corro, corre. Vuelvo el rostro: nadie.
Todo está oscuro y sin salida,
y doy vueltas y vueltas en esquinas
que dan siempre a la calle
donde nadie me espera ni me sigue,
donde yo sigo a un hombre que tropieza
y se levanta y dice al verme: nadie.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΜΑΡΚΟΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ


ΤΑ ΜΠΛΕ ΠΑΡΑΘΥΡΑ


Γυρνούσα και σ' αντίκριζα
ψηλά στα παραθύρια
και τότε τα καμάρωνα
τα δυο σου μαύρα φρύδια

Επήγες σ' άλλη γειτονιά
κι γω τρελός γυρίζω
με παίρνει το παράπονο
και ανώφελα δακρύζω

Πού να γυρίσω να σε βρω
στη γη στην οικουμένη
που έφυγες και μ' άφησες
με την καρδιά καμμένη

Ξενοίκιασε το σπίτι σου
και έλα στη γειτονιά σου
όπως και πριν να σε θωρώ
απ' τα παράθυρά σου

ΤΡΙΑ ΚΥΚΛΙΚΑ, ΟΜΟΙΟΜΟΡΦΑ ΤΟΠΙΑ


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΗ ΛΗΘΗ

Το μόνο απτό που απόμεινε από κείνον, ήταν το σακάκι του.
Το κρέμασε εκεί, στη μεγάλη ντουλάπα. Ξεχάστηκε,
στριμώχτηκε στο βάθος, απ’ τα δικά μας ρούχα, θερινά, χειμωνιάτικα,
κάθε χρόνο καινούργια, για τις καινούργιες ανάγκες μας. Ώσπου,
μια μέρα, μας χτύπησε στο μάτι, – μπορεί κι απ’ το περίεγο χρώμα του,
μπορεί κι απ’ την κοψιά της παλιάς μόδας. Πάνω στα κουμπιά του,
έμεναν τρία κυκλικά, ομοιόμορφα τοπία:
ο τοίχος της εκτέλεσης, με τέσσερεις τρύπες, κι ολόγυρα η τύψη μας.



Από τη συλλογή: Μαρτυρίες Α΄.
Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, «Ποιήματα,», τ. Θ΄, Κέδρος, Αθήνα 1989, σελ. 213.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΕΝΤΙΤ ΠΙΑΦ


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ÉDITH PIAF


SOUS LE CIEL DE PARIS


Sous le ciel de Paris
S'envole une chanson
Hum Hum
Elle est née d'aujourd'hui
Dans le coeur d'un garcon
Sous le ciel de Paris
Marchent des amoureux
Hum Hum
Leur bonheur se construit
Sur un air fait pour eux

Sous le pont de Bercy
Un philosophe assis
Deux musiciens quelques badauds
Puis les gens par milliers
Sous le ciel de Paris
Jusqu'au soir vont chanter
Hum Hum
L'hymne d'un peuple épris
De sa vieille cité

Près de Notre Dame
Parfois couve un drame
Oui mais à Paname
Tout peut s'arranger
Quelques rayons
Du ciel d'été
L'accordéon
D'un marinier
L'espoir fleurit
Au ciel de Paris

Sous le ciel de Paris
Coule un fleuve joyeux
Hum Hum
Il endort dans la nuit
Les clochards et les gueux
Sous le ciel de Paris
Les oiseaux du Bon Dieu
Hum Hum
Viennent du monde entier
Pour bavarder entre eux

Et le ciel de Paris
A son secret pour lui
Depuis vingt siècles il est épris
De notre Ile Saint Louis
Quand elle lui sourit
Il met son habit bleu
Hum Hum
Quand il pleut sur Paris
C'est qu'il est malheureux
Quand il est trop jaloux
De ses millions d'amants
Hum Hum
Il fait gronder sur nous
Son tonnerr' éclatant
Mais le ciel de Paris
N'est pas longtemps cruel
Hum Hum
Pour se fair' pardonner
Il offre un arc en ciel

ΑΛΦΟΝΣΙΝΑ ΣΤΟΡΝΙ!



ALFONSINA STORNI (1892-1938)


DOLOR


Quisiera esta tarde divina de octubre
pasear por la orilla lejana del mar;
que la arena de oro, y las aguas verdes,
y los cielos puros me vieran pasar.

Ser alta, soberbia, perfecta, quisiera,
como una romana, para concordar
con las grandes olas, y las rocas muertas
y las anchas playas que ciñen el mar.

Con el paso lento, y los ojos fríos
y la boca muda, dejarme llevar;
ver cómo se rompen las olas azules
contra los granitos y no parpadear;
ver cómo las aves rapaces se comen
los peces pequeños y no despertar;
pensar que pudieran las frágiles barcas
hundirse en las aguas y no suspirar;
ver que se adelanta, la garganta al aire,
el hombre más bello, no desear amar...

Perder la mirada, distraídamente,
perderla y que nunca la vuelva a encontrar:
y, figura erguida, entre cielo y playa,
sentirme el olvido perenne del mar.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η παλιά φίλη του ιστολογίου κ. Yamila Diaz.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΙΒΑΝΟ ΦΟΣΑΤΙ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο IVANO FOSSATI


L’AMORE TRASPARENTE


Non pretendo più di aver ragione
se parlo di vestiti e di carezze
le braccia lungo i fianchi farò cadere
pregare no che non vorrei pregare
pregare no che non vorrei pregare.

Non vergognarsi della propria malinconia
è un compito penoso anzi uno strazio.
L’amore trasparente non so cosa sia
mi sei apparsa in sogno e non mi hai detto niente
mi sei apparsa in sogno e non hai fatto un passo.

Nemmeno un gesto nemmeno lasciamo andare
meglio di chi improvvisa a malincuore
meglio di chi improvvisa senza amare.

Sarà la vita che monta e poi riscende
tutto questo splendore trasparente
luce elettrica che dopo il buio sempre si accende
se abbiamo assolto tutti i sentimenti
dimenticato tutti i fuochi spenti.

Ma sono pazzo del mondo e sono pazzo di te
e sono pazzo del mondo questo è odio e amore
sono pazzo del mondo questo è odio e amore
anche per te.

Sarà il destino che splende e poi riscende
tutto questo rumore che si sente
acqua libera che sempre si spande.

L’amore trasparente non so cosa sia
mi sei apparsa in sogno e non mi hai detto niente
ti ho dormito accanto e mi hai lasciato andare
sarà anche il gioco della vita ma che dolore
sarà anche il gioco della vita ma che dolore.

Ο ΘΥΤΗΣ ΠΕΘΑΙΝΕΙ ΟΠΩΣ ΤΟ ΘΥΜΑ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΑΣ


Η ΡΕΒΑΝΣ


Ο Ιωάννης της Παννονίας
κείτεται στο χώμα. Ουρλιάζει. Οι δήμιοι
τον δένουν στο παλούκι. Με αχυρένια
κορώνα τον στεφανώσανε.

Προσεύχεται. Σε ακατάληπτη γλώσσα. Αιρετική.
Για τελευταία φορά ο ορθόδοξος Αυρηλιανός
είδε το πρόσωπο του ανθρώπου που μισούσε.

Τα χρόνια κύλησαν. Αναπολεί τη δίκη.
Ξανάφερε στη μνήμη το κατηγορητήριο.
Την καταδίκη δικαιολόγησε.

Φωτιά τον καίει. Ο θύτης πεθαίνει
όπως το θύμα. Μισημένος.



Από το βιβλίο: Γιώργος Κοζίας, «Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες», Στιγμή, Αθήνα 2007, σελ. 23.

Σάββατο, 14 Μαρτίου 2009

Η ΤΕΡΕΖΕ ΓΚΗΖΕ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΜΠΡΕΧΤ


Η THERESE GIEHSE ΔΙΑΒΑΖΕΙ BERTOLT BRECHT


AN MEINE LANDSLEUTE


Ihr, die ihr überlebtet in gestorbenen Städten
Habt doch nun endlich mit euch selbst Erbarmen!
Zieht nun in neue Kriege nicht, ihr Armen
Als ob die alten nicht gelanget hätten:
Ich bitt euch, habet mit euch selbst Erbarmen!

Ihr Männer, greift zur Kelle, nicht zum Messer!
Ihr säßet unter Dächern schließlich jetzt
Hättet ihr auf das Messer nicht gesetzt
Und unter Dächern sitzt es sich doch besser.
Ich bitt euch, greift zur Kelle, nicht zum Messer!

Ihr Kinder, daß sie euch mit Krieg verschonen
Müßt ihr um Einsicht eure Eltern bitten.
Sagt laut, ihr wollt nicht in Ruinen wohnen
Und nicht das leiden, was sie selber litten:
Ihr Kinder, dass sie euch mit Krieg verschonen!

Ihr Mütter, da es euch anheimgegeben
Den Krieg zu dulden oder nicht zu dulden
Ich bitt euch, lasset eure Kinder leben!
Daß sie euch die Geburt und nicht den Tod dann schulden
Ihr Mütter, lasset eure Kinder leben!


***********************


ΣΤΟΥΣ ΣΥΜΠΑΤΡΙΩΤΕΣ ΜΟΥ


Εσείς που επιζήσατε σε πόλεις πεθαμένες,
στον εαυτό σας δείξτε τώρα μια σταλιά συμπόνια!
Σε πόλεμο καινούργιο μην τραβήξτε σαν κοθώνια,
λες κι οι παλιοί τις μπάκες δεν σάς έχουν τηλωμένες!
Σας ικετεύω: στον εαυτό σας δείξτε τη συμπόνια!

Όλοι οι άντρες όχι πια μαχαίρι, μα να πιάσ’τε φτυάρι!
Γιατί, αν δεν είχατε απ’ τη θήκη το μαχαίρι βγάλει,
του σπιτικού θα νιώθατε τη χάρη τη μεγάλη.
Νά ’σαι αποκάτω από ταβάνι, τί γλυκιά έχει χάρη!
Σας ικετεύω:  ό χ ι στο μαχαίρι,  ν α ι στο φτυάρι!

Εσείς, παιδιά μου, αν θέ’τε απ’ τους πολέμους να γλυτώσ’τε,
με τους γονείς σας πρέπει παστρικά να εξηγηθείτε.
Σ’ ερείπια, πείτε τους, δεν θέλετε να μένετε, ώστε
κι εσείς αυτά που εκείνοι ζήσανε ξανά να ζείτε.
Α υ τ ό να κάνετε, κι απ’ τους πολέμους θα γλυτώσ’τε!

Κι εσείς, μαννάδες, που σας έκαναν να μη θυμάστε
τί παναπεί Στον πόλεμο να πάρ’τε και πό μένα!,
σας ικετεύω: τα βλαστάρια σας ν α ζ ή σ ο υ ν άσ’τε!
Δεν σας τά ’φερ’ ο Χάρος· σας τα χάρισ’ η γέννα!
Γι’ αυτό, μαννάδες: τα βλαστάρια σας ν α ζ ή σ ο υ ν άσ’τε!


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Ο ΜΠΡΕΧΤ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΜΠΡΕΧΤ!




ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο BERTOLT BRECHT


MORITAT (: MACKIE MESSER)


1.
Und der Haifisch, der hat Zähne
und die trägt er im Gesicht
und Macheath, der hat ein Messer,
doch das Messer sieht man nicht.


2.
Ach, es sind des Haifischs Flossen
Rot, wenn dieser Blut vergiesst!
Mackie Messer trägt 'nen Handschuh
Drauf man keine Untat liest.


3.
An der Themse grünem Wasser
Fallen plötzlich Leute um!
Es ist weder Pest noch Cholera
Doch es heisst: Maceath geht um.


4.
An 'nem schönen blauen Sonntag
Liegt ein toter Mann am Strand
Und ein Mensch geht um die Ecke
Den man Mackie Messer nennt.


5.
Und Schmul Meier bleibt verschwunden
Und so mancher reiche Mann
Und sein Geld hat Mackie Messer
Dem man nichts beweisen kann.


6.
Jenny Towler ward gefunden
Mit 'nem Messer in der Brust
Und am Kai geht Mackie Messer
Der von allem nichts gewusst.


7.
Wo ist Alfons Glite, der Fuhrherr?
Kommt das je ans Sonnenlicht?
Wer es immer wissen könnte-
Mackie Messer weiß es nicht.


8.
Und das grosse Feuer in Soho
Sieben Kinder und ein Greis-
In der Menge Mackie Messer, den
Man nicht fragt und der nichts weiss.


9.
Und die minderjährige Witwe
deren Namen jeder weiss
Wachte auf und war geschändet,
Mackie, welches war dein Preis.

Ο ΕΡΝΣΤ ΜΠΟΥΣ, Η ΛΟΤΤΕ ΛΕΝΥΑ ΚΑΙ Η ΧΙΛΝΤΕΓΚΑΡΝΤ ΚΝΕΦ ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΜΠΡΕΧΤ ΚΑΙ ΒΑΪΛ







O ERNST BUSCH, Η LOTTE LENYA ΚΑΙ Η HILDEGARD KNEF ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ
KURT WEILL ΚΑΙ BERTOLT BRECHT


MORITAT (: MACKIE MESSER)


1.
Und der Haifisch, der hat Zähne
und die trägt er im Gesicht
und Macheath, der hat ein Messer,
doch das Messer sieht man nicht.


2.
Ach, es sind des Haifischs Flossen
Rot, wenn dieser Blut vergiesst!
Mackie Messer trägt 'nen Handschuh
Drauf man keine Untat liest.


3.
An der Themse grünem Wasser
Fallen plötzlich Leute um!
Es ist weder Pest noch Cholera
Doch es heisst: Maceath geht um.


4.
An 'nem schönen blauen Sonntag
Liegt ein toter Mann am Strand
Und ein Mensch geht um die Ecke
Den man Mackie Messer nennt.


5.
Und Schmul Meier bleibt verschwunden
Und so mancher reiche Mann
Und sein Geld hat Mackie Messer
Dem man nichts beweisen kann.


6.
Jenny Towler ward gefunden
Mit 'nem Messer in der Brust
Und am Kai geht Mackie Messer
Der von allem nichts gewusst.


7.
Wo ist Alfons Glite, der Fuhrherr?
Kommt das je ans Sonnenlicht?
Wer es immer wissen könnte-
Mackie Messer weiß es nicht.


8.
Und das grosse Feuer in Soho
Sieben Kinder und ein Greis-
In der Menge Mackie Messer, den
Man nicht fragt und der nichts weiss.


9.
Und die minderjährige Witwe
deren Namen jeder weiss
Wachte auf und war geschändet,
Mackie, welches war dein Preis.

Η ΓΚΙΖΕΛΑ ΜΑΫ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΜΠΡΕΧΤ, ΑΪΣΛΕΡ ΚΑΙ ΝΤΕΣΣΑΟΥ


Η GISELA MAY ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ BERTOLT BRECHT, HANNS EISLER & PAUL DESSAU


LIED VON DER BELEBENDEN WIRKUNG DES GELDES


Niedrig gilt das Geld auf dieser Erden
Und doch ist sie, wenn es mangelt, kalt.
Und sie kann sehr gastlich werden
Plötzlich durch des Gelds Gewalt.
Eben war noch alles voll Beschwerden
Jetzt ist alles golden überhaucht
Was gefroren hat, das sonnt sich
Jeder hat das, was er braucht.
Rosig färbt der Horizont sich
Blicket hinan: der Schornstein raucht!

Ja da schaut alles gleich ganz anders an.
Voller schlägt das Herz. Der Blick wird weiter.
Reichlich ist das Mahl. Flott sind die Kleider.
Und der Mann ist jetzt ein andrer Mann.

Ach, sie gehen alle in die Irre
Die da glauben, daß am Geld nichts liegt.
Aus der Fruchtbarkeit wird Dürre
Wenn der gute Strom versiegt.
Jeder schreit nach was und nimmt es, wo er's kriegt
Eben war noch alles nicht so schwer
Wer nicht grade Hunger hat, verträgt sich
Jetzt ist alles herz- und liebeleer.
Vater, Mutter, Brüder: alles schlägt sich!
Sehet, der Schornstein, er raucht nicht mehr!

Überall dicke Luft, die uns gar nicht gefällt.
Alles voller Haß und voller Neider.
Keiner will mehr Pferd sein, jeder Reiter.
Und die Welt ist eine kalte Welt.

So ist's auch mit allem Guten und Großen.
Es verkümmert rasch in dieser Welt
Denn mit leerem Magen und mit bloßen Füßen ist man nicht auf Größe eingestellt.
Man will nicht das Gute, sondern Geld
Und man ist vom Kleinmut angehaucht.
Aber wenn der Gute etwas Geld hat
Hat er, was er doch zum Gutsein braucht.
Wer sich schon auf Untat eingestellt hat
Blicke hinan: der Schornstein raucht!

Ja, da glaubt man wieder an das menschliche Geschlecht.
Edel sei der Mensch, gut und so weiter.
Die Gesinnung wächst. Sie war geschwächt.
Fester wird das Herz. Der Blick wird breiter.
Man erkennt, was Pferd ist und was Reiter.
Und so wird das Recht erst wieder Recht.

Η ΕΥΑ ΜΑΪΕΡ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΜΠΡΕΧΤ ΚΑΙ ΒΑΪΛ


H EVA MAIER ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ BERTOLT BRECHT & KURT WEILL


DIE SEERÄUBERIN JENNY


1
Meine Herren, heute sehen Sie mich Gläser abwaschen
Und ich mache das Bett für jeden.
Und Sie geben mir einen Penny und ich bedanke mich schnell
Und Sie sehen meine Lumpen und dies lumpige Hotel
Und Sie wissen nicht, mit wem Sie reden.
Aber eines Abends wird ein Geschrei sein am Hafen
Und man fragt: Was ist das für ein Geschrei?
Und man wird mich lächeln sehn bei meinen Gläsern
Und man sagt: Was lächelt die dabei?
Und ein Schiff mit acht Segeln
Und mit fünfzig Kanonen
Wird liegen am Kai.


2
Man sagt: Geh, wisch deine Gläser, mein Kind
Und man reicht mir den Penny hin.
Und der Penny wird genommen, und das Bett wird gemacht!
(Es wird keiner mehr drin schlafen in dieser Nacht.)
Und sie wissen immer noch nicht, wer ich bin.
Aber eines Abends wird ein Getös sein am Hafen
Und man fragt: Was ist das für ein Getös?
Und man wird mich stehen sehen hinterm Fenster
Und man sagt: Was lächelt die so bös?
Und das Schiff mit acht Segeln
Und mit fünfzig Kanonen
Wird beschiessen die Stadt.


3
Meine Herren, da wird ihr Lachen aufhören
Denn die Mauern werden fallen hin
Und die Stadt wird gemacht dem Erdboden gleich.
Nur ein lumpiges Hotel wird verschont von dem Streich
Und man fragt: Wer wohnt Besonderer darin?
Und in dieser Nacht wird ein Geschrei um das Hotel sein
Und man fragt: Warum wird das Hotel verschont?
Und man wird mich sehen treten aus der Tür am Morgen
Und man sagt: Die hat darin gewohnt?
Und das Schiff mit acht Segeln
Und mit fünfzig Kanonen
Wird beflaggen den Mast.


4
Und es werden kommen hundert gen Mittag an Land
Und werden in den Schatten treten
Und fangen einen jeglichen aus jeglicher Tür
Und legen ihn in Ketten und bringen vor mir
Und fragen: Welchen sollen wir töten?
Und an diesem Mittag wird es still sein am Hafen
Wenn man fragt, wer wohl sterben muss.
Und dann werden Sie mich sagen hören: Alle!
Und wenn dann der Kopf fällt, sag ich: Hoppla!
Und das Schiff mit acht Segeln
Und mit fünfzig Kanonen
Wird entschwinden mit mir.

Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2009

ΕΝΑ ΜΗΛΟ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


ΤΟ ΟΥΡΙ ΚΑΙ ΟΙ ΟΥΡΑΓΟΙ ΤΟΥ


Φορούσες μόνο το σταφύλι,
πριν να κοπεί απ’ την κρεβατίνα·
στην ύλη εγίνηκες ανθύλη,
το δείλι σ’ έκαμε Ροζίνα·

και στη Σεβίλλη, μες στο φόρο,
ο toro κι οι toreros όλοι
τσακώσαν τον λιμοκοντόρο
σαν τον ασβό μες στην ασβόλη.

Γυμνή – και υμνούσες ένα μήλο
(λειμώνας πήχτρα στ’ ασπαλάθια)·
κι αν κάρπιμο είτανε το ξύλο,
αρπίσαν μοναχά τ’ αγκάθια

την καβατίνα πού ’χε γράψει
στον Ντον Τζοβάννι ο Μότσαρτ, όταν
είδε έναν σκύλο που εν εξάψει
με την ουρά του κυνηγιόταν.

ΕΠΙΣΗΣ


ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ


ΠΟΛΥΞΕΝΗ


Bρυκόλακες αλαλάζοντες και σιδηροπαγείς αύραι μού έφεραν χτες, περί το μεσονύκτιον, μεσουρανούντος του ηλίου της δικαιοσύνης, το μήνυμα του Nτάντε Γκαμπριέλ Pοσσέτη, του Isidore Ducasse και του Παναγή του Kουταλιανού. H πίκρα μου στάθηκε μεγάλη ! Mέχρι της στιγμής εκείνης επίστευα εις τα προφητικά οράματα των τορναδόρων, πρόσμενα τους χρησμούς των αλλοφρόνων ιππέων, προσδοκούσα τας μεταφυσικάς επεμβάσεις των αγαλμάτων. Mε γαλήνευε η ιδέα του πτώματός μου. H μόνη μου χαρά ήτανε οι πλόκαμοι των μαλλιών της. Έσκυβα ευλαβικά και φιλούσα την άκρια των δακτύλων της. Παιδί ακόμα, στην δύσιν του ηλίου, έτρεχα ωσάν τρελλός να προφτάσω να κλέψω, πριν νυχτώση, τα λησμονημένα σκιάχτρα μέσ' απ' τα χωράφια. Kαι όμως την έχασα, μπορώ να πω μέσ' απ' τα χέρια μου, ωσάν να μην ήταν ποτές παρά ένα απατηλόν όραμα, παρά ένα κοινότατο σφυρί. Στη θέση της βρέθηκε μονάχα ένας καθρέπτης. Kι' όταν έσκυψα να δω μέσα σ' αυτόν τον καθρέφτη, δεν είδ' άλλο τίποτες παρά μόνο δύο μικρά λιθάρια : το ένα ελέγετο Πολυξένη, και το άλλο, Πολυξένη επίσης.

ΕΝΑ ΤΑΝΓΚΟ ΤΟΥ ΧΟΥΛΙΟ ΚΟΡΤΑΣΑΡ


Ανταφιερωμένο στον Γιώργο Μίχο

Ο MARCELO MÁRQUEZ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ JULIO CORTÁZAR


VEREDAS DE BUENOS AIRES

De pibes la llamamos "la vedera"
y a ella le gustó que la quisiéramos.
En su torno sufrido dibujamos
tantas rayuelas.

Después, ya mis compadres, taconeando
dimos vuelta manzana con la barra
silbando fuerte para que la rubia
del almacén saliera con sus lindas trenzas
a la ventana.

A mi me tocó un día irme muy lejos
pero no me olvidé de las vederas
pero no me olvidé de las vederas.
Aquí o allá las siento en los tamangos
como la fiel caricia de mi tierra.
¡Cuanto andaré por aí hasta que pueda
volver a verlas?



Μουσική: Ramiro Márquez.
Ερμηνεία: Marcelo Márquez.
Κιθάρα: Ramiro Márquez.