Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2008

ΔΟΞΑΝ ΘΕΟΥ


ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ


[ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΟ ΜΙΛΟΥΝ]


Οι ουρανοί διηγούνται δόξαν Θεού, ποίησιν δε χειρών αυτού αναγγέλλει το στερέωμα
              Ψαλμοί 18, 2

Τα πάντα για τον Θεό μιλούν: των άστρων η
φανέρωση μιλάει· και της σελήνης·... μιλάει
τση ανεμοζάλης το μουγκρίδι, που απηχάει
βουητά νερών και θαλασσώνε. Πώς διαιωνί-

ζει του ήλιου ο τροχός το φως του κόσμου! Ονεί-
ρων λάμψες φέγγουσι χρωματιστές στα χάη
διηγώντας δ ό ξ α ν Θ ε ο ύ,  κι ανθρώπων δεν νογάει
το άλλως λάλο αχείλι τως πώς διακονεί

να ομολογήσει. Δρόμο ο γήλιος κάθε ημέρα
χαράζει, και στον κάμπο κάμει όλον δήλο
το πρότυπο της αιώνιας του Ιδέας. Πέρα

η κτίσις πάσα αινεί τον Πλάστη· δάσα, κτήνη,
ο σάπφειρος των θόλων, του χορτιού το φύλλο...
Τ’ ανθρώπου μόνο ο νους αμίλητος θα μείνει;!



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Η ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΖΟΡΜΠΑΛΑ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΕΝΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΡΩΣΣΙΑΣ ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ



ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΖΟΡΜΠΑΛΑ


ΟΙ ΓΕΡΑΝΟΙ


Στιγμές-στιγμές θαρρώ πως οι στρατιώτες
που πέσανε στη ματωμένη γη
δεν κείτονται, θαρρώ, κάτω απ’ το χώμα
αλλά έχουν γίνει άσπροι γερανοί.

Πετούν και μας καλούν με τις κραυγές τους
απ’ τους καιρούς αυτούς τους μακρινούς
κι ίσως γι’ αυτό πολλές φορές σιωπώντας
κοιτάμε τους θλιμμένους ουρανούς.

Πετάει ψηλά το κουρασμένο σμάρι
στης δύσης τη θαμπή φεγγοβολή
και βλέπω ένα κενό στη φάλαγγά του
και είναι ίσως η δική μου η θέση αυτή.

Θα ’ρθεί μια μέρα που μ’ αυτό το σμάρι
στο μέγα θάμπος θα πετώ κι εγώ
σαν γερανός καλώντας απ’ τα ουράνια
όλους εσάς που έχω αφήσει εδώ.



Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΖΙΛΜΠΕΡ ΜΠΕΚΩ



GILBERT BÉCAUD


NATHALIE


La place Rouge était vide
Devant moi marchait Nathalie
Il avait un joli nom, mon guide
Nathalie

La place Rouge était blanche
La neige faisait un tapis
Et je suivais par ce froid dimanche
Nathalie

Elle parlait en phrases sobres
De la révolution d'octobre
Je pensais déjà
Qu'après le tombeau de Lénine
On irait au cafe Pouchkine
Boire un chocolat

La place Rouge était vide
J'ai pris son bras, elle a souri
Il avait des cheveux blonds, mon guide
Nathalie, Nathalie...

Dans sa chambre à l'université
Une bande d'étudiants
L'attendait impatiemment
On a ri, on à beaucoup parlé
Ils voulaient tout savoir
Nathalie traduisait

Moscou, les plaines d'Ukraine
Et les Champs-Élysées
On à tout melangé
Et l'on à chanté

Et puis ils ont débouché
En riant à l'avance
Du champagne de France
Et l'on à dansé

Et quand la chambre fut vide
Tous les amis etaient partis
Je suis resté seul avec mon guide
Nathalie

Plus question de phrases sobres
Ni de révolution d'octobre
On n'en était plus là
Fini le tombeau de Lenine
Le chocolat de chez Pouchkine
C'est, c'était loin déjà

Que ma vie me semble vide
Mais je sais qu'un jour à Paris
C'est moi qui lui servirai de guide
Nathalie, Nathalie

ΘΑ ΜΑΣ ΚΟΙΤΟΥΝ


ZBIGNIEW HERBERT (1924-1998)


ΒΟΤΣΑΛΟ


Το βότσαλο
είναι ένα τέλειο ον

ίσο με τον εαυτό του
με συνείδηση των ορίων του

γεμάτο ακριβώς
μ’ ένα βοτσαλένιο νόημα

με μιαν οσμή που δε θυμίζει τίποτα
δεν τρομάζει κανένα και δεν ξυπνάει καμιάν επιθυμία

η ψυχρότης κι η θερμότης του ισορροπούν
είναι δίκαιες και πλήρεις αξιοπρεπείας

αισθάνομαι βαθιά τύψη
κάθε φορά που το κρατώ στο χέρι μου
και το ευγενές σώμα του
επηρεάζεται απ’ την απατηλή ζέστη

- Τα βότσαλα δεν είναι δυνατόν να δαμαστούν
ως το τέλος θα μας κοιτούν
μ’ ένα σταθερό και τέλεια καθαρό μάτι



Μετάφραση: Σπύρος Τσακνιάς.
Από το βιβλίο: Χέρμπερτ, «Επιλογή από το έργο του», Η μικρή Εγνατία, Θεσσαλονίκη 1979, σελ. 37.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΜΑΡΙΟ ΑΜΠΑΤΕ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο MARIO ABBATE


I TE VURRÍA VASÀ


Ah ! che bell'aria fresca
ch'addora e malvarosa.
E tu durmenno staje
ncopp'a sti ffronne 'e rosa.
'O sole a poco a poco
pe 'stu ciardino sponta;
'o viento passa e vasa
'stu ricciulillo 'nfronta.
'I te vurria vasa'...
'I te vurria vasa'...
Ma 'o core nun m' 'o
ddice 'e te sceta'.
'I me vurria addurmi'
'I me vurria addurmi'
vicino 'o sciato tujo
n'ora pur'i'!

Sento 'stu core tujo
che sbatte comm' 'a ll'onne.
Durmenno, angelo mio,
chi sa tu a chi te suonne!
'A gelusia turmenta
'stu core mio malato;
te suonne a me? Dimmello...
O pure suonne a n'ato?
'I te vurria vasa'...
'I te vurria vasa'...
Ma 'o core nun m' 'o
ddice 'e te sceta'.
'I me vurria addurmi'
'I me vurria addurmi'
vicino 'o sciato tujo
n'ora pur'i'!



Στίχοι: Vicenzo Russo.
Μουσική: Eduardo Di Capua.

Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2008

ΑΠΕΒΙΩΣΕ Ο ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ


ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ (1924-2008)


ΚΑΤΑΒΑΣΗ


Μονάχα ένα σκυλί κι εγώ κοιτάζαμε.
Το ποτάμι να φεύγει όπως ο πεθαμένος
γύρω γονατισμένα τα βουνά
εκείνο το κουρέλι
μαύρο ανεμίζοντας στα σύρματα
και κοντά στα βούρλα μια λιωμένη αρβύλα.
Κι ανάμεσα σε τούτες τις εικόνες
πάλι τα πολυβόλα στην καταχνιά
πάλι ο θάνατος η ακρίδα
πηδώντας από κορμί σε κορμί
πάλι να χάνω τον τόπο
να μην ξέρω πού βρίσκομαι
εδώ ή εκεί
στο άλλο ποτάμι σε τούτα τα βουνά
σε τούτο το χαντάκι σε κείνα τα πλατάνια
εδώ ή εκεί
ακούγοντας κάποιον να μου φωνάζει
απ’ την αντικρινή όχθη
χωρίς να ξεχωρίζω
μήτε τη φωνή μήτε τον άνθρωπο.
Ποιά φωνή και ποιός άνθρωπος;
Αυτός που τον σκοτώνουν;
αυτός που μας σκοτώνει;

Μονάχα ένα σκυλί κι εγώ κοιτάζαμε.
Κατεβαίνοντας τώρα
εκεί που δεν ήταν τίποτε
να κοιτάξουμε.



Από το βιβλίο: Γιώργης Παυλόπουλος, «Ποιήματα 1943-1997», Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2001, σελ. 82.

ΝΑ Σ' ΕΛΕΥΘΕΡΩΣΩ ΝΑ ΣΕ ΧΑΣΩ


PAUL ELUARD


ΡΟΔΑΥΓΗ Σ’ ΑΓΑΠΑΩ


Ροδαυγή σ’ αγαπάω
Έχω όλη τη νύχτα στις φλέβες μου
Όλη τη νύχτα σε κοίταζα
Πρέπει να μαντέψω τα πάντα
Μες στα σκοτάδια είμαι αφελής
Καθώς μου δίνουν τη δύναμη
Να σε φανερώσω
Να σου κινήσω της ζωής τον πόθο
Στο στήθος της ακινησίας μου
Τη δύναμη να σε αποκαλύψω
Να σ’ ελευθερώσω να σε χάσω
Φλόγα στο φως της ημέρας αόρατη.

Όταν φεύγεις ανοίγει η πόρτα νά ’μπει η μέρα
Όταν φεύγεις ανοίγει η πόρτα νά ’μπω μέσα.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΜΕΣ ΣΤΗ ΦΟΒΕΡΗ ΕΡΗΜΙΑ ΤΟΥ ΠΛΗΘΟΥΣ


Ο ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΜΑΝΟΛΗ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ


ΜΙΛΩ...


Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών
Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες
Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους και τα σαπίζει η βροχή
Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουν δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους

Μιλώ για τις ξιπόλητες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους
Τους μαστρωπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στα κατώφλια
Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες
Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ των μελλοθανάτων

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες
Π’ αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια
Κι οι σύντροφοι τούς φτύνανε και τούς σταυρώναν
Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π’ άκρη δεν έχει
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει

Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.

ΚΑΒΑΛΚΑΝΤΙ!


GUIDO CAVALCANTI (1255-1300)


S’IO PREGO QUESTA DONNA CHE PIETATE


S'io prego questa donna che Pietate
non sia nemica del su' cor gentile,
tu di' ch'i' sono sconoscente e vile
e disperato e pien di vanitate.

Onde ti vien sì nova crudeltate?
Già risomigli, a chi ti vede, umìle,
saggia e adorna e accorta e sottile
e fatta a modo di soavitate!

L'anima mia dolente e paurosa
piange ne li sospir' che nel cor trova,
sì che bagnati di pianti escon fòre.

Allora par che ne la mente piova
una figura di donna pensosa
che vegna per veder morir lo core.


Το ποίημα μάς το έστειλε η παλιά φίλη του ιστολογίου κ. Antonella Mosetti.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΤΖΕΡΙ ΠΑΛΑΜΑΡΑ



GERI PALAMARA


VITTI ’NA CROZZA


Vitti na crozza supra nu cannuni
fui curiuso e ci vossi spiare
idda m'arrispunniu cu gran duluri
murivi senza un tocco di campani

Si nni eru si nni eru li me anni
si nni eru si nni eru un sacciu unni
ora ca sugnu vecchio di ottant'anni
chiamu la morti i idda m arrispunni

Cunzatimi cunzatimi lu me letto
ca di li vermi su manciatu tuttu
si nun lu scuntu cca lume peccatu
lu scuntu allautra vita a chiantu ruttu

C’è nu giardinu ammezu di lu mari
tuttu ntessutu di aranci e ciuri
tutti l'acceddi cci vannu a cantari
puru i sireni cci fannu all'amuri

ΑΠΟΡΙΕΣ


YVES BONNEFOY


ΟΛΗ ΝΥΧΤΑ


Όλη νύχτα το κτήνος σάλευε στην αίθουσα,
Τί είν’ αυτός ο δρόμος που δε λέει να τελειώσει,
Όλη νύχτα η βάρκα γύρευε την ακτή,
Τί είν’ αυτοί οι απόντες που θέλουν να ξανάρθουν,
Όλη νύχτα το ξίφος γνώρισε την πληγή,
Τί είν’ αυτή η ταραχή που τίποτε δεν μπορεί να καρπωθεί,
Όλη νύχτα το κτήνος βογκούσε στην αίθουσα,
Αιμόφυρτο, αρνούμενο το φως των αιθουσών,
Τί είν’ αυτός ο θάνατος που τίποτα δε θα γιατρέψει;



Μετάφραση: Μηνάς Δημάκης.
Από το βιβλίο: Υβ Μπονφουά, «Ποιήματα», Μετάφραση Μηνάς Δημάκης & Χριστόφορος Λιοντάκης, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1985, σελ. 87.
Ο πίνακας είναι του Javier Sampedro: "Callejón".

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΣΕΛΙΝΑ ΓΚΟΝΣΑΛΕΣ



ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η CELINA GONZÁLEZ


SANTA BÁRBARA / QUE VIVA CHANGÓ


Santa Bárbara bendita
para ti surge mi lira
Santa Bárbara bendita
para ti surge mi lira
Y con emoción se inspira
ante tu imagen bonita
Que viva changó Que viva changó
Que viva changó Señores

Con voluntad infinita
arranco del corazón
la melodiosa expresion
pidiendo que desde el cielo
nos envies tu consuelo
y tu santa bendición
Que viva changó Que viva changó
Que viva changó Señores

Virgen venerada y pura
Santa Bárbara bendita
Virgen venerada y pura
Santa Bárbara bendita
Nuestra oración favorita
llevamos hasta tu altura
Que viva changó Que viva changó
Que viva changó Señores

Con alegría y ternura
quiero llevar mi trovada
Allá en tu mansión sagrada
donde lo bueno ilumina
junto a tu copa divina
y tu santisima espada
Que viva changó Que viva changó
Que viva changó Señores

En nombre de mi nación
Santa Bárbara te pido
En nombre de mi nación
Santa Bárbara te pido
Que riegues con tu fluido
tu sagrada bendición
Que viva changó Que viva changó
Que viva changó Señores

Yo tambien de corazón
te dare mi murmurío
Con orgullo y poderío
hare que tu nombre suba
Yen el nombre de mi Cuba
este saludo te envío
Que viva changó Que viva changó
Que viva changó Señores

Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2008

ΟΠΤΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ ΣΕ ΠΕΝΤΕ ΠΡΑΞΕΙΣ



ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ - ΜΠΕΝΦΙΚΑ 5-1
Τά μέρη:
Γκαγέτι - allegro
Πατσατζόγλου - allegro con brio
Ντιόγκο - scherzo vivacissimo
Μπελούστσι - allegretto
Ντιόγκο - allegro furioso

Ε Κ Ε Ι


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


ΚΑΡΤΕΣΙΑΝΟ ΦΡΕΑΡ


Μες στη σπηλιά της τη σκολιά φυλακισμένος
τον ύπνο να τρυγώ και να ονειρεύομαι ότι
ελεύθερος αντλώ το κάλλος της στα σκότη·
σε σέμνωμα εκείνη να σαρκούται ασμένως

των πόθων, που με ωθούσε ε κ ε ί να ζω δεμένος:
στου πηγαδιού τον Καύκασο, και το συκώτι
ο μέσα γύπας να μου τρώγει του δεσμώτη .
Κι ενώ με ντύνει του ήμερου έρωτα το σθένος,

ο τρόμος πως κοιμάμαι και ότι νιώθω σκόνη
και κουρνιαχτός θα γίνει, σαν ξυπνήσω, η χάρη
η δαψιλή που με νοτίζει, με φορτώνει

στου Χάρου την καρότσα, που τη σέρνουν άτια
στου αχάτη το πιο μαύρο μαύρο, και σε αμπάρι
ονείρων με πετά που το σφαλνούν δυό μάτια.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΕΝΙΤΣΑΡΗΣ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΕΝΙΤΣΑΡΗΣ: ΕΓΩ ΜΑΓΚΑΣ ΦΑΙΝΟΜΟΥΝΑ

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2008

Σ' ΕΝΑ ΠΛΟΙΟ


ΛΟΡΕΝΤΖΟΣ ΜΑΒΙΛΗΣ


ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ
[Γραμμένο στο ίδιο πλοίο]


Σου άρεσαν τα σονέτα μου και αγάλι
αγάλι εψυχοπόνεσες κ’ εμένα
κ’ εχάρισές μου, ομορφομάτα, μ’ ένα
φίλημα, την καρδιά σου τη μεγάλη.

Ποιος ερράγισε τ’ άλικο ανθογυάλι
και αντίς αίμα νερά θωρώ χυμένα
και τ’ άνθια της αγάπης μαραμένα;
Είχε ο γιαλός της γλύκας γυρογυάλι;

Μισοκρύβεται έν’ άχαρο βιβλίο
σκονισμένο, παλιό, στο ύστερο ράφι·
το εδιάβασες μια μέρα σ’ ένα πλοίο

και δεν καλοθυμάσαι ούτε τί γράφει.
Μια στάλα ζωής πιωμένη σόχει
κι ακόμα δεν το παραρρίχνεις, όχι.



Η ανώνυμη κυρία μάς έστειλε Μαβίλη. Καλοδεχούμενος.

ΓΚΑΙΤΕ!


JOHANNES WOLFGANG VON GOETHE


GLÜCK UND TRAUM


Du hast uns oft im Traum gesehen
Zusammen zum Altare gehen,
Und dich als Frau und mich als Mann.
Oft nahm ich wachend deinem Munde,
In einer unbewachten Stunde,
Soviel man Küsse nehmen kann.

Das reinste Glück, das wir empfunden,
Die Wollust mancher reichen Stunden
Floh wie die Zeit mit dem Genuß.
Was hilft es mir, daß ich genieße?
Wie Träume flieh'n die wärmsten Küsse,
Und alle Freude wie ein Kuß.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΜΕΓΑΣ ΒΟΛΦ ΜΠΗΡΜΑΝ





WOLF BIERMANN


ERMUTIGUNG


Du, lass dich nicht verhärten
in dieser harten Zeit.
Die allzu hart sind brechen,
die allzu spitz sind stechen
und brechen ab sogleich.

Du, lass dich nicht verbittern
in dieser bittren Zeit.
Die Herrschenden erzittern -
sitzt du erst hinter Gittern -
doch nicht vor deinem Leid.

Du, lass dich nicht erschrecken
in dieser Schreckenszeit.
Das wollen sie bezwecken,
dass wir die Waffen strecken
schon vor dem großen Streit.

Du, lass dich nicht verbrauchen,
gebrauche deine Zeit.
Du kannst nicht untertauchen,
du brauchst uns und wir brauchen
grad deine Heiterkeit.

Wir wolln es nicht verschweigen
in dieser Schweigenszeit.
Das Grün bricht aus den Zweigen,
wir wolln das allen zeigen,
dann wissen sie Bescheid.



Το έχω ξαναβάλει, αλλά μου αρέσει πολύ. Μου το ζήτησε και η κ. Angelica Bridges...

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2008

ΣΟΝΕΤΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΝΕΤΤΟ 7


FREDERICK WILLIAM FABER (1814-1863)


SONNET-WRITING: TO HIMSELF


Young men should not write sonnets, if they dream
Some day to reach the bright bare seats of fame:
To such, sweet thoughts and mighty feelings seem
As though, like foreign things, they rarely came.

Eager as men when haply they have heard
Of some new songster, some gay-feathered bird,
That hath over blue seas strayed in hope to find
In our thin foliage here a summer home

Fain would they catch the bright things in their mind,
And cage them into sonnets as they come.
No; they should serve their wants most sparingly,

Till the ripe time of song, when young thoughts fail,
Then their sad sonnets, like old bards, might be
Merry as youth, and yet grey-haired and hale.

Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2008

ΚΑΡΦΩΜΕΝΟ


FRANCESCO PETRARCA


[Σ’ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΟΨΗ, ΟΠΟΥ ΠΟΝΩ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΕΝΑΖΩ]


  Σ’ αυτή την όψη, πού πονώ κι αναστενάζω,
βαθύς ο πόθος μού εκάρφωσε το βλέμμα·
κι αφ’ ότου ερώτησε ο Έρως «Τί κοιτάς;», το γνέμα
πλέον των χεριών της δεύτερή μου αγάπη βάζω.
  Σαν ψάρι που ’πιασε τ’ αγκίστρι, ιδού, σπαράζω·
και σαν πουλί στην ξόβεργα θρηνώ στο ρέμα.
Μαθαίνει πια η καρδιά μου τί ’ναι αλήθεια ή ψέμα·
το χέρι ε κ ε ί ν ο ξέρω πια να λογαριάζω.
  Το βλέμμα μου, όμως, μένει απάνω καρφωμένο
στην όψη της, που εφώταγε με ονείρου δάδα,
για να βοσκήσει τη φωτιά της μαγεμένο.
  Εκεί η ψυχή μου, με αλύμαντην ικμάδα,
ζει το διπλό καλό (το εξ ουρανού σταλμένο)
και χέρι και όψη– με ανεκλάλητη γλυκάδα.




Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΛΟΥΙΣ ΓΚΑΡΣΙΑ ΜΟΝΤΕΡΟ!


LUÍS GARCÍA MONTERO (1958)


EL AMOR


Las palabras son barcos
y se pierden así, de boca en boca,
como de niebla en niebla.
Llevan su mercancía por las conversaciones
sin encontrar un puerto,
la noche que les pese igual que un ancla.

Deben acostumbrarse a envejecer
y vivir con paciencia de madera
usada por las olas,
irse descomponiendo, dañarse lentamente,
hasta que a la bodega rutinaria
llegue el mar y las hunda.

Porque la vida entra en las palabras
como el mar en un barco,
cubre de tiempo el nombre de las cosas
y lleva a la raíz de un adjetivo
el cielo de una fecha,
el balcón de una casa,
la luz de una ciudad reflejada en un río.

Por eso, niebla a niebla,
cuando el amor invade las palabras,
golpea sus paredes, marca en ellas
los signos de una historia personal
y deja en el pasado de los vocabularios
sensaciones de frío y de calor,
noches que son la noche,
mares que son el mar,
solitarios paseos con extensión de frase
y trenes detenidos y canciones.

Si el amor, como todo, es cuestión de palabras,
acercarme a tu cuerpo fue crear un idioma.



Το ποίημα αυτό μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου, που -ευλόγως- θέλει να κρατήσει την ανωνυμία της. Τη ευχαριστούμε, πάντως!

ΣΤΑ ΘΑΛΑΣΣΙΑ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ (1912-1940)


ΣΤΕΡΝΟ


Τώρα, τί η καρδιά να περιμένει
και το βλέμμα στέλνει να ρωτά
στις γωνιές και του δρόμου τ’ ανοιχτά
κι όλο νά ’ρχεται και να πηγαίνει;

Να ψάχνει, να ρωτά και μια να σφάλλει.
(Κάποια, πως θά ’σαι συ, στα θαλασσιά.
Με τη δική σου την κορμοστασιά
από μακριά να σε μπερδεύει μ’ άλλη.)

Ακόμα μια, προσμονής, μέρα χαμένη.
Πουλί κυνηγημένο απ’ τα παιδιά.
Να πέφτει, δίχως έλεος, στην καρδιά,
ο ίσκιος που στο δρόμο κατεβαίνει.

Του τελευταίου σύννεφου τ’ ασήμι
τό ’πιε, σε μαύρο κύπελλο, η βραδιά.
Στην κάμαρα η ατμόσφαιρα βαριά
κι όλα τα γύρω φιλημάτων μνήμη.

ΣΟΝΕΤΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΝΕΤΤΟ 6


EBENEZER ELLIOTT (1781-1849)


POWERS OF THE SONNET


Why should the tiny harp be chained to themes
In fourteen lines, with pedant rigour bound?
The sonnet's might is mightier than it seems:
Witness the bard of Eden lost and found,

Who gave this lute a clarion's battle sound.
And lo! another Milton calmly turns
His eyes within, a light that ever burns,
Waiting till Wordsworth's second peer be found!

Meantime, Fitzadam's mournful music shows
That the scorned sonnet's charm may yet endear
Some long deep strain, or lay of well-tolled woes;

Such as in Byron's couplet brings a tear
To manly cheeks, or over his stanza throws
Rapture and grief, solemnity and fear.

Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2008

ΠΑΡΤΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΣΑΣ ΑΡΝΙΟΥΝΤΑΙ!


BERTOLT BRECHT


ΑΝ ΜΕΙΝΟΥΝΕ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΟΠΩΣ ΕΙΝΑΙ


Αν μείνουνε τα πράγματα όπως είναι
είσαστε χαμένοι.
Η μεταβολή, ναι, είναι εσάς ο φίλος σας,
και η διαφωνία ο σύμμαχός σας στον αγώνα.
Από το τίποτα
κάτι πρέπει εσείς να φτιάξετε,
οι δε του κόσμου οι παντοδύναμοι
να γίνουν πρέπει τίποτα.
Αυτό που ήδη κατέχετε αφήστε το·
πιάστε πάρτε αυτό που σας αρνιούνται.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΣΟΝΕΤΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΝΕΤΤΟ 5


THOMAS EDWARDS (1599-1648)

IMITATED FROM THE SPANISH OF LOPE DE VEGA
(MENAGIANA)


Capricious wray a sonnet needs must have;
I ne'er was so put to 't before--a sonnet!
Why, fourteen verses must be spent upon it:
"Tis good, howe'er, t' have conquered the first stave.

Yet I shall ne'er find rhymes enough by half,"
Said I, and found myself i' the midst o' the second.
If twice four verses were but fairly reckoned,
I shall turn back on th' hardest part and laugh.

Thus far, with good success I think I've scribbled,
And of the twice seven lines have clean got o'er ten,
Courage! another'll finish the first triplet.

Thanks to thee, muse, my work begins to shorten.
There's thirteen lines got through, driblet by driblet,
'Tis done! count how you will, I warr'nt there's fourteen.


Το σονέττο αυτό μας το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη της ποίησης κ. Angelica Bridges.

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2008

ΒΑΣΚΟ ΠΟΠΑ!



VASKO POPA


NEKO BUDE RUŽINO DRVO


Neko bude ružino drvo
Neki budu vetrove kćeri
Neki ružokradice
Ružokradice se privuku
Ružinom drvetu
Jedan od njih ukrade ružu
U srce je svoje sakrije
Vetrove se kćeri pojave
Ugledaju obranu lepotu
I pojure ružokradice
Otvaraju im grudi
Jednom po jednom
U nekoga nađu srce
U nekoga bogami ne
Otvaraju im otvaraju grudi
Sve dok u jednog srce ne otkriju
I u srcu ukradenu ružu


Το ποίημα μάς το έστειλε ο κ. Πρέντραγκ Τζώρτζεβιτς.

ΔΑΜΑΣΟ ΑΛΟΝΣΟ!


DÁMASO ALONSO (1898-1990)


LUCÍA


Lucía es rubia y pálida. Sus quietas
pupilas de princesa vagamente
miran hacia el ocaso, y en su frente
se muere una ilusión. Las violetas

de sus grandes ojeras melancólicas
parece que presienten el intenso
olor del camposanto y el incienso
de preces funerarias y católicas.

Sobre su falda tiene un libro abierto...
Mueve el aire los árboles del huerto,
y a la hoja del libro va una hoja

otoñal...

    ( En el libro se refiere
cómo besa una hoja que se muere
a una rosa carnal que se deshoja... )

Qué sutil gracia
tiene tu amor, Amada!

Hoy las rosas eran más rosas
y las palomas blancas, más blancas
y la risa del niño paralítico
del paseo de invierno estaba

suspensa, quieta, azul y diluida
para ti y para mí.

¡Qué sutil gracia
tiene tu amor, Amada!



Το ποίημα μάς το έστειλε ο κ. Μπελούστσι.

ΜΑΝΟΥΕΛ ΜΠΑΝΤΕΪΡΑ!




MANUEL BANDEIRA (1886-1968)


TERESA


A primeira vez que vi Teresa
Achei que ela tinha pernas estúpidas
Achei também que a cara parecia uma perna

Quando vi Teresa de novo
Achei que os olhos eram muito mais velhos que o resto do corpo
(Os olhos nasceram e ficaram dez anos esperando que o resto do corpo nascesse)

Da terceira vez não vi mais nada
Os céus se misturaram com a terra
E o espírito de Deus voltou a se mover sobre a face das águas.



Το ποίημα μάς το έστειλε ο κ. Ντουντού!

Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2008

ΣΟΝΕΤΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΝΕΤΤΟ 4



ROBERT BURNS (1759-1796)


A SONNET UPON SONNETS


Fourteen, a sonneteer thy praises sings;
What magic myst'ries in that number lie!
Your hen hath fourteen eggs beneath her wings
That fourteen chickens to the roost may fly.

Fourteen full pounds the jockey's stone must be;
His age fourteen--a horse's prime is past.
Fourteen long hours too oft the Bard must fast;
Fourteen bright bumpers--bliss he ne'er must see!

Before fourteen, a dozen yields the strife;
Before fourteen--e'en thirteen's strength is vain.
Fourteen good years--a woman gives us life;

Fourteen good men--we lose that life again.
What lucubrations can be more upon it?
Fourteen good measur'd verses make a sonnet.

Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2008

ΤΑ ΝΥΧΙΑ


BERTOLT BRECHT


ΠΟΛΛΟΙ ΕΙΝΑΙ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΤΑΞΕΩΣ


Πολλοί είναι υπέρ της τάξεως. Στρώνουν για να φαν
τραπεζομάντηλο (αν έχουν), ή με την παλάμη
σπρώχνουνε τα ψίχουλα στο πιάτο, αρκεί το χέρι τους
να μην είναι κουρασμένο· το τραπέζι τους ωστόσο
έχει στηθεί, όπως και το σπίτι τους, σ’ έναν κόσμο
μονίμως βουλιαγμένον στο βούρκο.
Αχ, τα ερμάριά τους – αυτά να είναι καθαρά κυρίως!
Στο έβγα της πόλης έχει μια φάμπρικα
που όλο αλέθει κόκκαλα – είναι η ματωμένη μάκινα
της υπεραξίας! Αχ, τί ωφελεί στ’ αλήθεια
νά ’σαι ώς το σαγώνι βουτηγμένος μες στις λάσπες
και να πασχίζεις μπας και κρατήσεις
των δαχτύλων σου τα νύχια
καθαρά;



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ!






ΤΑΚΗΣ ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ


ΠΟΡΟΣ


Ζεύξη του ποταμού, διάβαση των ανθρώπων,
εναλλαγή μεγάλη απ’ όχθη σε άλλην όχθη,
άγνωστο πια αν ξανάρθει στιγμή επιστροφής·
πώς όλα παραλλάζουν απέναντι, οι φυτείες,
ακόμη και τι κλίμα, όλη η σκηνοθεσία
της φύσεως είναι άλλη· και η ζωή μας με το διάβα
του πόρου γίνεται άλλη· έρχεται ο χωρισμός
τραχύς, ενώ η πηγή του φαίνετο σύμπτωμα να ήτο,
μακράν της συνεπείας· αρχίζει πια η σκέψη
της ζωής προ της Εξόδου να λάμπει ως Παρελθόν,
με όλα των αναμνήσεων τα περιστατικά
και λεληθότως, όλα του αναποφεύκτου Τέλους,
μιανής εννοίας γήινη;: την μάχεται του Όντος
η έξαρση δικαίως, αλλα να, που δεσμία
συμφύρεται μαζί της. Τούτων ούτως εχόντων,
πώς να μην κυνηγάς τη λύτρωση διαβαίνοντας
ματαίως τους ποταμούς;




Από το βιβλίο: Τάκης Παπατσώνης, «Εκλογή Α΄ / Ursa minor / Εκλογή Β΄», Ίκαρος, Αθήνα 1988, σελ. 225.

Το ποίημα μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του μπλογκ κ. Yasmeen Ghauri.

ΣΟΝΕΤΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΝΕΤΤΟ 3



WILLIAM WORDSWORTH (1770-1850)


NUNS FRET NOT AT TEIR CONVENT’S NARROW ROOM


Nuns fret not at their convent's narrow room
And hermits are contented with their cells;
And students with their pensive citadels;
Maids at the wheel, the weaver at his loom,

Sit blithe and happy; bees that soar for bloom,
High as the highest Peak of Furness-fells,
Will murmur by the hour in foxglove bells:
In truth the prison, into which we doom

Ourselves, no prison is: and hence for me,
In sundry moods, 'twas pastime to be bound
Within the Sonnet's scanty plot of ground;

Pleased if some Souls (for such there needs must be)
Who have felt the weight of too much liberty,
Should find brief solace there, as I have found.

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2008

ΜΕΣΤΟΙ ΑΡΩΜΑΤΩΝ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


ΑΝΘΟΙ ΚΑΝΕΛΛΑΣ


Ανθοί κανέλλας θράσευαν, μεστοί αρωμάτων,
στα χείλη της –θυμάμαι–, ενώ στην επικράτεια
των ασπασμών τριπόδιζαν ατίθασα άτια:
τα γκέμια τους να σπάσουν θέλαν, στων περάτων

τα πέρατα να φτάσουν. Κι αν με αφρούς αφράτων
σπασμών τρυγούσε πόθους, σε μικρά δωμάτια
ικριωμάτων μ’ έρριχνε, όταν, με τ’ αλάτια
του σώματός της να την καίνε και παρά τον

πυρετικόν εσμό των σπίρτων, πάντα εφόρα
της μέλαινας χολής το ρούχο, για να κρύψει
τα φώτα τα δριμιά και τα τροπαιοφόρα

της πράξης. Τη διαλεκτική των ηδονών η
κανέλλα ορίζει: πρώτα θ’ ανεβείς στα ύψη·
μετά θα κατεβείς, ν’ ανέβεις στην αγχόνη:

  το γλύκος μια πικρή ροπή θα σ’ το κρεμάσει
  που των φιλιών δολιεύεται την άγρια κράση.

ΣΟΝΕΤΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΝΕΤΤΟ 2



JOHN KEATS (1795-1821)


ON THE SONNET


If by dull rhymes our English must be chained,
And, like Andromeda, the Sonnet sweet
Fettered, in spite of painéd loveliness;
Let us find out, if we must be constrained,

Sandals more interwoven and complete
To fit the naked foot of poesy;
Let us inspect the lyre, and weigh the stress
Of every chord, and see what may be gained

By ear industrious, and attention meet;
Misers of sound and syllable, no less
Than Midas of his coinage, let us be

Jealous of dead leaves in the bay-wreath crown;
So, if we may not let the Muse be free,
She will be bound with garlands of her own.

Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2008

Ο ΛΟΓΟΣ Ο ΣΠΟΥΔΑΙΟΣ


FRANCESCO PETRARCA


[ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΠΙΚΡΟΤΑΤΗ ΜΑ ΚΙ ΑΓΙΑ ΗΜΕΡΑ]


  Εκείνη την πικρότατη μα κι άγια ημέρα,
που κλαίουσα ήμπε στην καρδιά μου μια εικόνα
της, δεν υπάρχει τρόπος... ύφος... να την πω, να
τη γράψω· μόνο ο νους μου την πιάνει ως αιθέρα.
  Με θλίψη ευγενικά αρθρωνότανε η μανιέρα
του θρήνου του γλυκόπικρου π’ αγρίκα από ’να
σταλί. Τον ουρανό παναίθριο θεά ή πλαγγόνα
θνητή τον έκαμε να λάμπει πέρα ώς πέρα; –
  δεν ξέρω. Χιόνι ολόλαμπρο η όψη· η κόμη μάλα-
μα ατόφυο· μάτια δίδυμα άστρα· κι αμπανόζι-
να φρύδια: ο Έρως δεν τα ετόξευσε ματαίως.
  Στο στόμα της οι πέρλες και τα ρόδα λάλα
και ζέοντα ρήματα χαλκεύσαν, για ν’ αρμόζει
ο θρήνος μ’ ό,τι επόθει ο λόγος ο σπουδαίος




Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΤΑ ΑΔΥΤΑ


ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΑΛΕΞΙΟΥ


ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΑ


Κομμάτι αργά, μα κάποτε θα ρθούν,
οι κριτικοί, των τωρινών τα εγγόνια,
στης παγερής ανυπαρξίας τα χρόνια
στη σκόνη μου την τύχη τους να βρούν.

Τον κόσμο το στενό θα ρθούν να ιδούν
όπου η καρδιά η πλατιά χτυπούσε αιώνια
και σα δεντρό πετούσε ανθούς και κλώνια.
Βαθιά στου βίου μου τ’ άδυτα θα μπούν.

Θα ψάξουν τα βιβλία μου, τα χαρτιά μου,
τη μούχλα απ’ τα παλιά μου ημερολόγια·
κάθε λογής πηγές θα βάλουν χάμου,

τον άνθρωπο και το έργο για να κρίνουν.
Θα πουν, θα γράψουν λόγια, λόγια, λόγια,
μα βέβαια, τ’ άδυτα άδυτα θα μείνουν.

ΣΟΝΕΤΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΝΕΤΤΟ 1



DANTE GABRIEL ROSSETTI (1828-1882)


A SONNET


A Sonnet is a moment's monument,--
Memorial from the Soul's eternity
To one dead deathless hour. Look that it be,
Whether for lustral rite or dire portent,

Of its own arduous fulness reverent:
Carve it in ivory or in ebony,
As Day or Night may rule; and let Time see
Its flowering crest impearled and orient.

A Sonnet is a coin: its face reveals
The soul,--its converse, to what Power 'tis due:--
Whether for tribute to the august appeals

Of Life, or dower in Love's high retinue,
It serve, or, 'mid the dark wharf's cavernous breath,
In Charon's palm it pay the toll to Death.

Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2008

ΜΟΝΑΧΑ ΜΙΑ ΒΡΑΔΙΑ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ


ΠΕΡΑΣΤΙΚΗ


Μονάχα μια βραδιά. Τί να μου κάνει, πές μου,
σε τόσους μήνες που δε σ’ είδα, μια βραδιά;
Καλύτερα να μη σε λάχαινα ποτέ μου,
δεν θά ’μουν τώρα μύγα στη σφαλαγγουδιά.

Κι όμως δεν ξέρεις πόσο γίνηκες ωραία,
μ’ απ’ άλλον κάποιον να τ’ ακούσεις καρτερείς.
Καμμιά σου λέω, καμμιά σ’ Αθήνα και Περαία
δε βρίσκεται να τη θυμάσαι ολημερίς.

Εσύ δεν πρέπει να μας δείχνεσαι όπως όπως,
πού ξανακούστηκε σ’ εμάς όμοια φωνή;
Μαγεύει αλλόκοτα το γέλιο σου κι ο τρόπος,
αχ, τέτοια χάρη έχουν μονάχα οι ζωντανοί.

Εκείνη τώρα ταξιδεύει με παπόρι
κι εγώ παιδεύομαι δεμένος στη δουλειά.
Με τό ’να πόδι απάνου στ’ άλλο, είναι στην πλώρη
κι ο αέρας όλο της μπερδεύει τα μαλλιά.


Το ποίημα μάς το ζήτησε η εικονιζόμενη κυρία που θέλει να κρατήσει την ανωνυμία της.

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2008

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΓΑΡΘΙΛΑΣΟ ΔΕ ΛΑ ΒΕΓΑ


GARCILASO DE LA VEGA


[ΑΠΟ ΚΕΡΙ ΑΓΑΛΜΑ ΠΟΘΟΥΣΕΣ ΝΑ ΜΕ ΣΤΗΣΕΙΣ]


  Από κερί άγαλμα ποθούσες να με στήσεις
να βλέπω για ήλιο μοναχά το πρόσωπό σου,
που όποιος τό ’δει και δεν πιάσει απ’ το δικό σου
το βλέμμα πυρκαγιά, του λείπουνε οι αισθήσεις.
  Από τα μάτια σου ένα φως πηδάει επίσης
προς τα όξω, που ’ναι πιότερο φως κι από το φως σου,
και το κοιτώ πιο πάνω απ’ όσο αντέχω, ενώ σου
ζητώ τα μάτια μου να μην ξαναντικρύσεις
  ποτέ στο μέλλον. Κι αν μακριά σου τόσο που ’μαι
και απ’ τη φωτιά των δυό ματιών σου τυλιγμένος
στις φλόγες λυώνω, το ότι ζω είναι, ναι, όντως θαύμα.
  Κοντά σου, πες μου, σαν βρεθώ, ο χιλιοκαμένος,
και σε θωρώ, το ρίγος της στιγμής που ζούμε,
πώς γίνεται σε πάγο να γυρνάει το καύμα;



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΕΛΙΣ ΡΕΖΙΝΑ




ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ELIS REGINA


ÁGUAS DE MARÇO

É pau, é pedra, é o fim do caminho
É um resto de toco, é um pouco sozinho
É um caco de vidro, é a vida, é o sol
É a noite, é a morte, é um laço, é o anzol
É peroba do campo, é o nó da madeira
Caingá, candeia, é o Matita Pereira.

É madeira de vento, tombo da ribanceira
É o mistério profundo, é o queira ou não queira
É o vento ventando, é o fim da ladeira
É a viga, é o vão, festa da cumeeira
É a chuva chovendo, é conversa ribeira
Das águas de março, é o fim da canseira
É o pé, é o chão, é a marcha estradeira
Passarinho na mão, pedra de atiradeira.

É uma ave no céu, é uma ave no chão
É um regato, é uma fonte, é um pedaço de pão
É o fundo do poço, é o fim do caminho
No rosto o desgosto, é um pouco sozinho.

É um estrepe, é um prego, é uma conta, é um conto
É uma ponta, é um ponto, é um pingo pingando
É um peixe, é um gesto, é uma prata brilhando
É a luz da manhã, é o tijolo chegando
É a lenha, é o dia, é o fim da picada.
É a garrafa de cana, o estilhaço na estrada
É o projeto da casa, é o corpo na cama
É o carro enguiçado, é a lama, é a lama.

É um passo, é uma ponte, é um sapo, é uma rã
É um resto de mato, na luz da manhã
São as águas de março fechando o verão
É a promessa de vida no teu coração.

É uma cobra, é um pau, é João, é José
É um espinho na mão, é um corte no pé
É um passo, é uma ponte, é um sapo, é uma rã
É um belo horizonte, é uma febre terçã
São as águas de março fechando o verão
É a promessa de vida no teu coração.


Το τραγούδι αυτό μάς το έστειλε ο φίλος του ιστολογίου κ. Diogo.

ΓΙΡΖΙ ΚΟΛΑΡΖ!


JIŘÍ KOLÁŘ (1914-2002)


VEČER


Okna se vzpínají
Za stoly usedá večer
Lampy kvetou
A v obnažených zdech se tančí
Hudba prchá kolem domů
Na řeku se snáší hvězdný déšť

Pár milenců
Nakoupivší u párkaře
Líbající se za každým soustem
Míří na Karlák
Víly nakloněné přes zábradlí
Plivají na hladinu
A počítají


Το ποίημα μάς το έστειλε η φίλη του ιστολογίου κ. Gabriela Salvado.

ΕΤΣΙ ΕΙΝ’ Η ΖΩΗ...




Η ΜΟΣΧΟΛΙΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΔΗΜΟ ΜΟΥΤΣΗ ΚΑΙ ΓΙΑΝΝΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ


ΕΤΣΙ ΕΙΝ’ Η ΖΩΗ


Μια φορά κι εγώ κοίταξα πίσω
είπα να χαθώ να μη γυρίσω

Έτσι είν' η ζωή και πώς να την αλλάξεις
άλλοι κλαίνε κι άλλοι γελάνε δηλαδή
έτσι είν' η ζωή και πώς να την ξεγράψεις
πώς να την ξεγράψεις με μολύβι και χαρτί

Κράτα μου το χέρι κράτα το παράπονό μου
κράτα την καρδιά σου ώσπου νά 'ρθει το πρωί
και να θυμηθείς πριν φύγεις να σου δώσω
κόκκινο γαρίφαλο κι ένα γλυκό φιλί

Μια φορά κι εγώ είπα να φύγω
από τους καημούς για να ξεφύγω

Έτσι είν' η ζωή και πώς να την αλλάξεις
άλλοι κλαίνε κι άλλοι γελάνε δηλαδή
έτσι είν' η ζωή και πώς να την ξεγράψεις
πώς να την ξεγράψεις με μολύβι και χαρτί

Κράτα μου το χέρι κράτα το παράπονό μου
κράτα την καρδιά σου ώσπου νά 'ρθει το πρωί
και να θυμηθείς πριν φύγεις να σου δώσω
κόκκινο γαρίφαλο κι ένα γλυκό φιλί


Μουσική: Δήμος Μούτσης.
Στίχοι: Γιάννης Λογοθέτης.

Το τραγουδάκι αυτό μάς το έστειλε ο εικονιζομενος φίλος του ιστολογίου κ. Χρήστος Πατσατζόγλου.

ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕΙ


ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ


Η ΚΛΕΑΝΘΗ


Αθέατη σχεδόν παρατηρεί το μέλλον η γιαγιά.
Σερμνή παιδίσκη η Κλεάνθη, κόρη της Καλλιόπης.
Τον Μωυσή δεν τον γνωρίζει ακόμα,
Τίποτα δεν γνωρίζει.
Το μαύρο βλέμμα της βαθιά στον ίσκιο
Φωλιασμένο
Λυμένες οι κορδέλες της.
Σκέφτεται κάτι αλμυρό ή αφρισμένο.
Στο μεταξύ, στην επιφάνεια
Λεκέδες υγρασίας.
Μαγικές εικόνες όπου, ίσως
Τα μωρά
Αυτού του εξαφανισμένου είδους,
Άδηλα,
Προαναγγέλλονται.
Αναρριχώνται μισοσαρκωμένα, μπλέκονται
Υφέρπουν,
Αιωρούνται πλημμελή.


Από το βιβλίο: Παυλίνα Παμπούδη, «Τιμαλφή», Ροές, Αθήνα 2008, σελ. 182.

Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2008

ΓΙΑ ΤΟ ΩΡΑΙΟΝ ΤΖΑΝΤΕ


ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ


Η ΝΗΣΟΣ ΤΗΣ ΖΑΚΥΘΟΣ


       Σαν από γέλιο εκεί να χορεύει η Φύση

Η Φύση χαμογέλασε και η Ζάκυνθος με χάρη
οχ των κυμάτων ήβγε την κοιλία. Μυρτιές και κλώνοι
κι αιθέρια πνεύματα απ’ τον κεστόν –από τη ζώνη
της Αφροδίτης
ήτοι– τη στεφάνωσαν να πάρει

το κάλλος που τη ζώνει ολόγυρα. Χρυσό λογάρι
οι γελαστές συνθέτουν πέτρες, κάθε τση κοτρώνι
μειδιά· δεν έχει μαύρες ράχες πουθενά, κι οι κώνοι
των λόφων της ντυμένοι στέκουν με γλυκό χορτάρι.

Λαγκάδια έχει γερτά, βουνά με αγέρωχο κεφάλι·
στσί ροδαριές, στσ’ αμάραντους νερά καλά κυλάνε
και μουρμουρίζουν το σκοπό τση γης που τά ’χει οβγάλει.

Ψηλός αμή προβέλνει ο Έλατος, να καζαντήσει
χίλια το μάτι βλέμματα, τον κάμπο να κοιτάνε
και να θωρούν αχόρταστα τί μάγια σπέρνει η Φύση.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΜΑΡΚΟ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗ


Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΜΑΡΚΟ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗ


ΤΑ ΟΜΟΡΦΑ ΤΑ ΓΑΛΑΝΑ ΣΟΥ ΜΑΤΙ
Α

Τα όμορφα στα γαλανά σου μάτια
που μοιάζουνε σαν τ' αστέρια τ' ουρανού
πόσες καρδιές δεν κάνανε κομμάτια
έχουν τη δύναμη του πλάστη εκεινού

Το κάτασπρό σου όμορφο κορμάκι
σαν τη κολόνα στέκει πάντα και μιλάς
μέσα σ' αυτόν τον ψεύτικο κοσμάκη
πάντα χαρούμενη βαδίζεις και γελάς

Όποιος θα πέσει στα δίχτυα τα δικά σου
σαν το γαρύφαλλο κι αυτός θα μαραθεί
σαν τριαντάφυλλο θα σβήσει δε θ' αντέξει
κατάκαρδα κι αυτός θα πληγωθεί

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΦΕΡΑΡΕΝ!



EMILE VERHAEREN (1844-1896)


LES ALOUETTES


L'azur est scintillant
De grands nuages blancs
Qui vont, viennent et passent ;
Comme des balles dans l'espace
Le tablier mouvant des blés
Projette
Jusques au ciel les alouettes.

Elles fusent et jaillissent si haut
Vers la lumière et ses joyaux,
Que leur élan s'y noie
Et qu'elles volent sans qu'on les voie.

Mais les nuages blancs et lents
Qui, tout là-haut, font route,
Ecoutent
Leur chant
Et leurs cris et leurs trilles
Qui brillent,
Tels des micas diamantés,
Dans l'air torride et sec du flamboyant été.


Το ποίημα και το πορτραίτο του ποιητή από τον Pierre Gandon μάς τα έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Erika Macke.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΜΙΣΤΕΝΓΚΕΤ



ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η MISTINGUETT


MON HOMME


Sur cette terr', ma seul' joie, mon seul bonheur
C'est mon homme.
J'ai donné tout c'que j'ai, mon amour et tout mon cœur
À mon homme
Et même la nuit,
Quand je rêve, c'est de lui,
De mon homme.
Ce n'est pas qu'il est beau, qu'il est riche ni costaud
Mais je l'aime, c'est idiot,
I'm'fout des coups
I'm'prend mes sous,
Je suis à bout
Mais malgré tout
Que voulez-vous


Je l'ai tell'ment dans la peau
Qu'j'en d'viens marteau,
Dès qu'il s'approch' c'est fini
Je suis à lui
Quand ses yeux sur moi se posent
Ça me rend tout' chose
Je l'ai tell'ment dans la peau
Qu'au moindre mot
I'm'f'rait faire n'importe quoi
J'tuerais, ma foi
J'sens qu'il me rendrait infâme
Mais je n'suis qu'un' femme
Et, j'l'ai tell'ment dans la peau ...


Pour le quitter c'est fou ce que m'ont offert
D'autres hommes.
Entre nous, voyez-vous ils ne valent pas très cher
Tous les hommes
La femm' à vrai dir'
N'est faite que pour souffrir
Par les hommes.
Dans les bals, j'ai couru, afin d'l'oublier j'ai bu
Rien à faire, j'ai pas pu
Quand i'm'dit : "Viens"
J'suis comme un chien
Y a pas moyen
C'est comme un lien
Qui me retient.


Je l'ai tell'ment dans la peau
Qu'j'en suis dingo.
Que cell' qui n'a pas aussi
Connu ceci
Ose venir la première
Me j'ter la pierre.
En avoir un dans la peau
C'est l'pir' des maux
Mais c'est connaître l'amour
Sous son vrai jour
Et j'dis qu'il faut qu'on pardonne
Quand un' femme se donne
À l'homm' qu'elle a dans la peau ...

ΓΙΑ ΝΑ ΔΩΡΙΣΕΙ ΠΕΤΑΛΟΥΔΕΣ


ALEJANDRA PIZARNIK


ΣΤΗΝ ΑΝΑΜΟΝΗ ΤΗΣ ΣΚΟΤΕΙΝΙΑΣ


Αυτή η στιγμή που δεν ξεχνιέται
Τόσο άδεια φερμένη πίσω απ' τις σκιές
Τόσο άδεια απορριγμένη απ’ τα ρολόγια
Αυτή η φτωχή στιγμή υιοθετημένη απ’ την τρυφερότητά μου
Γυμνή γυμνή από αίμα από φτερά
Δίχως μάτια για να θυμάται αγωνίες περασμένες
Δίχως χείλη για να συλλέξει το χυμό απ’ τις χαμένες
Βιαιοπραγίες στο τραγούδι των παγωμένων καμπαναριών

Προστατεψέ τη κορίτσι τυφλό στην ψυχή
Βάλ’ της τα μαλλιά σου τα παχνιασμένα απ’ τη φωτιά
Αγκάλιασέ τη μικρό άγαλμα από τρόμο
Σημάδεψέ της τον αναταραγμένο κόσμο στα πόδια σου
Στα πόδια σου όπου πεθαίνουνε τα χελιδόνια
Τουρτουρίζοντας από φόβο απέναντι στο μέλλον
Πες της πως οι στεναγμοί της θάλασσας
Υγραίνουν τις μοναδικές λέξεις
Που γι αυτές αξίζει να ζεις

Μα αυτή η στιγμή ιδρωμένη από μηδέν
Συμμαζεμένη στη σπηλιά του πεπρωμένου
Δίχως χέρια για να πει ποτέ
Δίχως χέρια για να δωρίσει πεταλούδες
Στα νεκρά παιδιά



Μετάφραση: Βασίλης Λαλιώτης.

Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2008

ΔΩΡΑ, ΤΩΝ ΒΑΣΑΝΩΝ ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ...


GARCILASO DE LA VEGA


[ΓΛΥΚΑ ΕΣΕΙΣ ΔΩΡΑ, ΤΩΝ ΒΑΣΑΝΩΝ ΜΟΥ ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ]


  Γλυκά εσείς δώρα, των βασάνων μου ευεργέτες
–γλυκά και χαρωπά με του Θεού τη χάρη–,
στης μνήμης μου είστε μέσα το βαθύ λογάρι,
στο θάνατο ορκισμένα να με πάτε φέτες!
  Σαν μου τα χάριζες, τα πίστεψα υπηρέτες
του Έρωτα, έτσι πλούσιο πού ’φεραν καμάρι
στις φρένες μου. Τον πόνο κρύβαν, και τί βάρη,
αχ, φοβερά μού φέρανε! – Ποιοί νομοθέτες
  το θεσπίσαν; Και μια στιγμή τα πήρες πίσω
τα δώρα που υπό όρους μου είχες, φευ, χαρίσει.
Πλην πάρε και τον πόνο πίσω τον βαρύ, σω-
  τηρία νά ’βρω! Τί τον έχεις μου εδώ αφήσει;!
Αν δεν τον πάρεις, θα μου μείνει, κι όσο ζήσω
θα λέω πως τη θανή μου έ τ σ ι είχες θελήσει.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΣΤΑ ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΜΟΥ...



Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΥΛΙΚΑΚΟΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΓΙΑΝΝΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ: «ΠΑΡΕ ΜΟΥ ΜΙΑ ΠΙΠΑ»

ΣΤΗ ΣΙΩΠΗ


SANDRO PENNA (1906-1977)


ΑΡΚΕΙ ΣΤΟΝ ΕΡΩΤΑ ΤΩΝ ΕΦΗΒΩΝ


Αρκεί στον έρωτα των εφήβων
η αίσθηση της κατοχής του ήλιου,
καθώς ακινητούν στη ζεστή άμμο.
Έτσι είναι όλα. Δεν έρχεται ένας δυνατός άνεμος
να ανατρέψει την εκτυφλωτική ηρεμία.
Το βράδυ, στη σκιά της μητρόπολης
με φωνές και φωνές παίζουν τα παιδιά.
Στη σιωπή όμως, είναι ανώφελη ακόμη
κι η φωνή της καμπάνας.


Mετάφραση: Σωτήρης Παστάκας.