Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2008

ΤΟ ΧΡΥΣΟΝΕΙΡΟ


Η ανάρτηση αυτή αφιερώνεται στον φίλτατο Παναγιώτη Καποδίστρια.

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ


ΣΤΟΝ ΙΠΠΟΤΗ ΚΥΡΙΟ ΙΩΑΝΝΗ ΦΡΑΙΗΖΕΡ


Γιομάτο οχ την ψυχή μου και οχ το λογισμό μου, αχ, ίσια
χρυσόνειρο, στων Άγγλων τ’ άγια χώματα άντε πέτα·
στου Γιάννη μου το σπίτι κρούσε, εκεί όπου είν’ η γνήσια
της Πίστης στέγη, μα και των εννιά Μουσών· σκαπέτα
τη θύρα του και κράξε: «Εκείνος, που με διαπρύσια
λαλιά έλεε πως  ε σ ύ  είσαι ο πρώτος όλων, εμελέτα
να σού ’ρθω να σ’ το ειπώ κι εγώ, η ψυχή σου ν’ αγαλλιάσει,
να νιώσεις όμοια μ’εκειόν που κι εμένανε έχει πλάσει!»



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2008

ΤΗ ΛΥΡΑ ΤΗ ΔΙΚΑΙΗ




ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

        io fui sesto tra cotanto senno
                 DANTE

Ο ΣΙΞΤΟΣ

Εγλένταγε ο Λαός στου Διάκου το λημέρι
και τον Βικέντιο απόλαυεν από την Στείαν
που εμαντολίνιζε μιας ερωτιάς φιλίαν,
κι ο κόντε-Σάλαμον ετάνυζε στ’ αγέρι

τ’ αρμονικά του τόξα. Κι είχαν καταφέρει
και τον Ορφέα ακόμη να γητέψουν –λ ί α ν !–
που τους εχάρισε μια λύρα του καλή, αν
μη αυτήν, που εκράτα κι έκρουε μ’ εμπνευσμένο χέρι.

Στη συντροφιά τους είτανε κι εκείνος που άλλες
δεν ήβρε θάλασσες, μα εμάλασσε μεγάλες
ροπές του λογισμού σε στίχο. Οπότε «Ρίξ’ το»,

του κραίνει ο Νίκος Βολιβάρδος, «το στιχάκι,
καλώς να μας ερθεί κι ο νέος! Σ’ ολιγάκι
θε να’χουμε εδωνά μαζί μας κ α ι τον Σίξτο!»

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΑΝΤΖΕΛΟ ΜΠΡΑΝΤΟΥΑΡΝΤΙ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ANGELO BRANDUARDI


TANGO


Come arance rosse
assaporo i giorni
ora che ho incontrato te.
Dolce e profumata
ora è la mia vita
e per questo: grazie a te.
Ora io cammino tra le rose
e quando è sera accanto a te riposo.
Non è mai tempo di versi tristi
e non verrà la stagione delle pioggie.
E non verrà la morte triste
alla nostra porta a cantare le sue canzoni.

ΟΙ ΠΙΣΤΟΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ


Ο ΘΑΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΒΟΛΦ ΜΠΗΡΜΑΝ


ΜΠΑΛΛΑΝΤΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΤΕΣ


Αισθήματα έχω αδελφικά
για της ασφάλειας τα φτωχά λαγωνικά
που με χιόνια και βροχές
να με φυλάνε έχουν διαταγές,
που μικρόφωνα βάζουν για ν' ακούν
όσα από το στόμα μου περνούν,
τραγούδια και βρισιές κι αστεία
στον καμπινέ και στην τραπεζαρία.
Αδέρφια μου ασφαλίτες, εσείς μόνο
το δικό μου ξέρετε τον πόνο.
Εσείς ξέρετε πως
η σκέψη μου είναι διαρκώς
τρυφερή και παθιασμένη
στον αγώνα αφιερωμένη.
Λόγια που αλλιώς θά 'χαν χαθεί
στα μαγνητόφωνά σας έχουνε γραφτεί.
Και για ύπνο όταν πάτε
τα τραγούδια μου ξέρω τραγουδάτε.
Ευχαριστώ γι αυτό πολύ
συνεργάτες μου πιστοί.


Μετάφραση: Δημοσθένης Κούρτοβικ.

ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΟΙ ΤΡΑΦΦΙΚ



ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΟΙ TRAFFIC


GIVE ME SOME LOVIN'


Well, my temp'rature's risin' and my feet on the floor,
Twenty people knockin' 'cause they're wanting some more,
Let me in, baby, I don't know what you've got,
But you'd better take it easy, this place is hot
So glad we made it, so glad we made it
You gotta gimme some lovin', gimme some lovin'
Gimme some lovin' every day.

Well, I feel so good, ev'rything is sounding hot,
Better take it easy, 'cause the place is on fire,
Been a hard day and I don't know what to do,
Wait a minute, baby, it could happen to you.

So glad we made it, so glad we made it
You gotta gimme some lovin', gimme some lovin'
Gimme some lovin' every day.

Well, I feel so good, ev'rybody's gettin' high,
Better take it easy, 'cause the place is on fire
Been a hard day, nothin' went too good,
Now I'm gonna relax, honey, ev'rybody should.

So glad we made it, so glad we made it
You gotta gimme some lovin', gimme some lovin'
Gimme some lovin' every day.

ΣΕ ΑΛΛΟΥΣ ΚΟΣΜΟΥΣ


ΓΕΡΩΡΓΙΟΣ ΔΡΟΣΙΝΗΣ (1859-1951)


ΑΠΑΝΩ, ΚΑΤΩ, ΓΥΡΩ


Απάνω, κάτω, γύρω αμέτρητα
παντού σπαρμένα τρέμουν τ’ άστρα,
κ’ η αραγμένη βάρκα, ανάερη,
κρέμεται μέσ’ σε δυό ουρανούς,

κ’ η νύχτα, απλώνοντας το χέρι της
στ’ άγρυπνα μάτια, ονειροπλάστρα,
φέρνει τον πόθο τον αχόρταγο
σε κόσμους άλλους, μακρινούς.

ΑΥΤΗΝ!


JACQUES PRÉVERT


Η ΣΑΥΡΑ

Η σαύρα της αγάπης
πάλι τό ’σκασε
αφήνοντας στα δάχτυλά μου
την ουρά της
όμως αυτήν κι εγώ
ήθελα να κρατήσω.



Μετάφραση: Τάσος Κόρφης

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2008

ΚΛΕΙΣΤΟ ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΒΔΟΜΑΔΑ


Τα ξαναλέμε σε μία εβδομάδα!

ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΜΗΝ ΜΠΕΙΤΕ


FRANTÍŠEK HALAS


ΑΝΑΜΟΝΗ


Κανέναν δεν περιμένω
κι ας κοιτάζω συνέχεια την πόρτα.
Αν έλθετε
παρακαλώ μην μπείτε
ούτε καν την ανάσα σας κρατώντας
Δεν περιμένω κανέναν
Τον εαυτό μου μονάχα


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΣΕ ΑΙΘΕΡΕΣ ΑΧΑΝΕΙΣ


MIGUEL ALTOGUIRRE


Η ΠΟΙΗΣΗ


Ούτε βήμα ακούγεται
ούτε περνά κανείς το κατώφλι
το γεμάτο φως και χρώματα
το ρόδο σαν ανοίγει·
αόρατοι είναι οι παράδεισοι
όπου αόρατα πουλιά και κύκνοι
τα μελωδικά τραγούδια της σιωπής
κρυφά σκορπάνε σε αιθέρες αχανείς,
πιο μακριά απ’ το λουλούδι,
όπου ποτέ δεν θα φανεί ψυχή ενδεδυμένη,
όπου τρο σώμα στο κάλλος παραδίνεται
ενός κενού εσωτερικού.


Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη.

ΜΑΝΟΥΕΛ ΑΛΤΟΛΑΓΚΙΡΡΕ!



MANUEL ALTOLAGUIRRE


PLAYA


       A Federico García Lorca



Las barcas de dos en dos,
como sandalias del viento
puestas a secar al sol.
Yo y mi sombra, ángulo recto.
Yo y mi sombra, libro abierto.
Sobre la arena tendido
como despojo del mar
se encuentra un niño dormido.
Yo y mi sombra, ángulo recto.
Yo y mi sombra, libro abierto.
Y más allá, pescadores
tirando de las maromas
amarillas y salobres.
Yo y mi sombra, ángulo recto.
Yo y mi sombra, libro abierto.



Μουσική: Vicente Monera

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ



ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ


ΑΠΟΨΕ ΣΤΙΣ ΑΚΡΟΓΙΑΛΙΕΣ


Απόψε στις ακρογιαλιές
αντιλαλούν διπλοπενιές,
έλα κοντά μας φίλε να τα πιείς
κι απ' τα ωραία μας θα τρελαθείς.

Έλα να νιώσεις πώς είν' η ζωή
κι όλα τα ωραία μέχρι το πρωί.

Κάτσε και γλέντησε με μας,
σεκλέτια διώχνει ο μπαγλαμάς,
κι αν έχεις πόνο μέσα στην καρδιά
θα τον ξεχάσεις με μια διπλοπενιά.

Έλα να νιώσεις πώς είν' η ζωή
κι όλα τα ωραία μέχρι το πρωί.

Κι εσένανε, βρε γόησσα,
εγώ σε παρηγόρησα,
κι αν είμαι τώρα ρέστος και ταπί
μ' ένα φιλί παρηγόρα με και συ.

Έλα να νιώσεις πώς είν' η ζωή
κι όλα τα ωραία μέχρι το πρωί.



Μαζί με τον Τσιτσάνη τραγουδάει η Χαρούλα Λαμπράκη.

ΚΑΜΜΙΝΓΚΣ!


E.E. CUMMINGS


YOU SHALL ABOVE ALL THINGS BE GLAD AND YOUNG


you shall above all things be glad and young
For if you're young,whatever life you wear

it will become you;and if you are glad
whatever's living will yourself become.
Girlboys may nothing more than boygirls need:
i can entirely her only love

whose any mystery makes every man's
flesh put space on;and his mind take off time

that you should ever think,may god forbid
and (in his mercy) your true lover spare:
for that way knowledge lies,the foetal grave
called progress,and negation's dead undoom.

I'd rather learn from one bird how to sing
than teach ten thousand stars how not to dance



Το ποίημά μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου, που θέλει να κρατήσει την ανωνυμία της.

ΜΟΙΡΑΖΕΙ ΤΟ ΜΑΡΑΖΙ


ΜΗΤΣΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ


ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ


Σαν πάντα το φθινόπωρο και σήμερα έχει ρθεί
μοιράζει το χρυσάφι του, μοιράζει το μαράζι
και γύρω δέντρο, ούτε κλαρί χλωρό δε θα βρεθεί
για ένα πουλί, για μια ψυχή, λιμάνι που αράζει.

Και να, το βράδυ κι η βροχή το τζάμι μου χτυπάει
σα μια ερωμένη μου παλιά, μέσα σε τόσες άλλες,
μα είν' η ψυχή μου αισθαντική και ξέρει ν' αγαπάει
κάθε που κλαίει μες στη ζωή και της βροχής τις στάλες.

Κουβέντες μες στη σκοτεινιά, του ανέμου μοιρολόι,
ώρες μεγάλες κι αδειανές και νοσταλγία τόση,
μα, στη γωνιά, καθώς χτυπά τ' αλύπητο ρολόι
θυμίζει τόσα πράματα που τα 'χει πια σκοτώσει.

Σαν πάντα το φθινόπωρο και σήμερα έχει ρθεί.
Μοιράζει το χρυσάφι του, μοιράζει το μαράζι.
Πώς να μπορέσει μια καρδιά κι αυτή να κρατηθεί
ώς τον Απρίλη που θα ρθεί, σαν πάγος που δε σπάζει;

Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2008

ΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ ΤΗΣ ΡΟΖΑΣ ΜΠΑΛΙΣΤΡΕΡΙ







ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΠΡΩΤΑ Η MARINA MACRì CARBONE
ΚΑΤΟΠΙΝ Η CARMEN CONSOLI
ΚΑΙ ΤΕΛΟΣ Η PAOLA TURCI


**********************


ΠΟΙΟΣ ΣΟΥ ’ΠΕ ΕΣΕΝΑ


Ποιος σού ’πε εσένα πως θέλω εγώ να φύγω;
Κάλλιο στο χώμα παρά τέτοιο μαρτύριο!
Άι άι άι άι, μάνα μου, πεθαίνω, σβήνω
– ανάσα της καρδιάς μου το αμόρε μου είσ’ εσύ!

Πές μου, μωρό μου, τι σού ’πανε για μένα
Και σιγολυώνει η καρδιά μου – λίγο, λίγο, λίγο!
Άι άι άι άι, μάνα μου, πεθαίνω, σβήνω
– ανάσα της καρδιάς μου το αμόρε μου είσ’ εσύ!

Την πρώτη μ,ου αγάπη την είχα εγώ μαζί σου
κι όμως, αχάριστη εσύ, μ’ έχεις ξεχάσει!
Να φιλιώσουμε, μικρό μου, αν θες, έλα
– ανάσα της καρδιάς μου το αμόρε μου είσ’ εσύ!



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΝΙΚΙΤΑ ΣΤΑΝΕΣΚΟΥ!




NICHITA STANESCU


DE DRAGOSTE


Ea sta plictisita si foarte frumoasa
parul ei negru este suparat
mâna ei luminoasa
demult m-a uitat, -
demult s-a uitat si pe sine
cum atirna pe ceafa scaunului.

Eu mă inec în lumine
si scrisnesc în crugul anului.
Ii arat dintii din gura,
dar ea stie ca eu nu rid,
dulcea luminii faptura
mie, pe mine mă infatiseaza pe când
ea sta plictisita si foarte frumoasa
si eu numai pentru ea traiesc
în lumea fioroasa
de sub ceresc.

******************

OF LOVE


She remains bored and very beautiful
her black hair is angry,
her bright hand
for ages now has forgotten me,-
for ages too has forgotten itself,
hanging as it has from the neck of a chair.
In the lights I drown myself,
set my jaws against the coursing of the year.
I reveal my teeth to her
but she understands this is no smile-
sweet, illuminated creature
she reveals myself to me while
she remains bored and very beautiful
and for her alone I live
in the appalling world
of this inferior heaven.


Μουσική: FRANCIS GOYA - Nostalgia

ΓΙΑΝ ΕΡΙΚ ΒΟΛΝΤ!


JAN ERIK VOLD (1939)


ØNSKEDIKTET


Det kvanser seg i Skottfjelldal
og kosten står og kvorer
og alle kvoiser ligger moys
og vakten kroper nilsut
og santefrosken lifser seg
i taktens glode sendrekt
og moys og kals og roys og bro
har funnet den de kroster.


Ο Jan Erik Vold διαβάζει ποιήματά του σε φοιτητικό ακροατήριο στο Trondheim στις 24 Ιανουαρίου 2007.

Το υλικό της παρούσας ανάρτησης μας το έστειλε η καλή φίλη του ιστολογίου κ. Emilia Attias.

ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ ΤΟΥ ΠΑΝΤΟΣ


Η ΝΑΝΑ ΜΟΥΣΧΟΥΡΗ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΔΗΜΟ ΜΟΥΤΣΗ


ΠΗΡΑΜΕ ΜΙΑ ΒΑΡΚΟΥΛΑ


Πήραμε μια βαρκούλα
βαρκούλα μα πανί
βγάλαμε το πανάκι
και πιάσαμε το κουπί.

Ένα για τον καθένα,
δύο κι όλοι μαζί,
τρία για την βαρκούλα
και πάλι από την αρχή.

Όλα ωραία,
βαθειά γαληνεμένα
ένα για τον καθένα
και πάλι από την αρχή.

Μέσα στο φως
του δικαίου απλωμένα
ένα για τον καθένα
και πάλι από την αρχή.

Ταξιδιώτης του παντός
μ' ένα μεθυσμένο πιάνο,
μια κιθάρα κι από πάνω
τη γνώμη του καθενός.

Ταξιδιώτης του παντός
είμαι κύμβαλο αλλαλάζον
έτσι καθώς διασκεδάζω
στο θάνατό μου εμπρός.

Τέσσερα για τη μέρα,
πέντε για το πρωί
έξι για την εσπέρα
και πάλι από την αρχή.

Όλα ωραία,
βαθειά γαληνεμένα
ένα για τον καθένα
και πάλι από την αρχή.

Πλήθος αγγέλων
τα ουράνια σπαρμένα
ένα για τον καθένα
και πάλι από την αρχή.

Ταξιδιώτης του παντός
μ' ένα μεθυσμένο πιάνο,
μια κιθάρα κι από πάνω
τη γνώμη του καθενός.

Ταξιδιώτης του παντός
είμαι κύμβαλο αλαλάζον
έτσι καθώς διασκεδάζω
στο θάνατό μου εμπρός.

Όλα ωραία,
βαθειά γαληνεμένα
ένα για τον καθένα
και πάλι από την αρχή.

Πλήθος αγγέλων
τα ουράνια σπαρμένα
ένα για τον καθένα
και πάλι από την αρχή.

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2008

ΞΕΜΕΙΝΑΜ' ΑΠΟ ΕΜΠΝΕΥΣΗ



FRANTÍŠEK HALAS


ΑΝΤΙΟ ΣΑΣ ΜΟΥΣΕΣ


έχουμε τον καπνό μας τη Ρωσσία το κρασί
αλλά και νευρώσεις

Αντίο σας ναύτες
έρημα χαρτοβασίλεια λεξιβλαστήσεις ανάφτε αλεξιφώτων
μας φτάνουν έξη κατά πρώτον

Αντίο σας αιωνόβιοι έρωτες
ρόδα ξέφυλλα στο πάρκο
με την κυρία Φαντασία καθεύδουσα

Αντίο σας παγώνια και θλιμμένοι κήποι
ο προβολέας δεν είναι στραβοκάνης
ούτε σαν τους τραβώ καν ουρλιάζει

Αντίο σας θαύματα των ψευδών ψεμάτων
τα δέκα δαχτυλάκια του Αη-Θωμά μάς έμειναν πεσκέσι
κι ωστόσο μήτε δυνάμει μήτε θέσει πιστεύουν

Αντίο σας γομάρια ποιητές
σας ξέσκισαν οι ίσκιοι ανάρια
ώσπερ Ορφεύς Βακχίδας

Αντίο σας άρπυιες λύρες ωφέλι-
μα εικοσιοχτώ βέλη του αλφαβήτου
ριγούν από τον πυρετό θρηνούνε

Αντίο σας Μούσες
ξεμείναμ’ από έμπνευση και των ήλων το σχόλιο
μα έχουμε στελέχη βακίλλων και κάναμε κι εμβόλιο



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΜΑΡΚΟΣ, Ο ΤΩΝ ΜΕΓΙΣΤΩΝ ΜΕΓΙΣΤΟΣ


ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ


ΖΗΤΩ ΠΑΝΤΟΥ Ο ΚΑΗΜΕΝΟΣ


Νύχτα και μέρα, γυρίζω μες στους δρόμους
Ζητώ παντ' ο καημένος, να βρω παρηγοριά
Λαχτάρησα τα χάδια, τα πρώτα μας τα βράδυα
Θυμούμαι κάποιες νύχτες με πόνο στην καρδιά

Με άλλον μία σμίγεις, γιατί, γιατί να φύγεις
Ρωτώ δυστυχισμένος, γιατί να μ' αρνηθείς
Δεν πόνεσ' η καρδιά σου, δεν δάκρυσε η ματιά σου
Γιατί να με ξεχάσεις και άλλον να ποθείς

Χάνουμαι, σβήνω, δεν ξέρω τί θα γίνω
Γυρνώ πια απελπισμένος, στιγμή δεν σε ξεχνώ
Θυμόμουν τα φιλιά σου, ζητώ την αγκαλιά σου
Με δέρνει ο καημός σου και κλαίω και θρηνώ.

ΟΥΜΠΕΡΤΟ ΣΑΜΠΑ!




UMBERTO SABA (1883-1957)


TEATRO DEGLI ARTIGIANELLI


Falce martello e la stella d'Italia
ornano nuovi la sala. Ma quanto
dolore per quel segno su quel muro!

Esce, sorretto dalle grucce, il Prologo.
Saluta al pugno; dice sue parole
perché le donne ridano e i fanciulli
che affollano la povera platea.
Dice, timido ancora, dell'idea
che gli animi affratella; chiude: "E adesso
faccio come i tedeschi: mi ritiro".
Tra un atto e l'altro, alla Cantina, in giro
rosseggia parco ai bicchieri l'amico
dell'uomo, cui rimargina ferite,
gli chiude solchi dolorosi; alcuno
venuto qui da spaventosi esigli,
si scalda a lui come chi ha freddo al sole.

Questo è il Teatro degli Artigianelli,
quale lo vide il poeta nel mille
novecentoquarantaquattro, un giorno
di Settembre, che a tratti
rombava ancora il canone, e Firenze
taceva, assorta nelle sue rovine.


Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Fernanda Prada.

Η ΝΕΝΑ ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ: ΤΟ ΜΑΓΙΣΣΑΚΙ



Η ΝΕΝΑ ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ


ΤΟ ΜΑΓΙΣΣΑΚΙ


Από τους χρόνους τους παλιούς
τό 'χω βαθύ μεράκι
να βγω στις πέρα θάλασσες
να βρω το Μαγισσάκι

Τ' άπιαστο σαν αερικό
στην εμορφιά του Μάης
που αν κάνεις να τον μυριστείς
αλίμονο σου -εκάης

Έβγα έβγα Μαγισσάκι
χτύπα χτύπα το ραβδάκι
Τί ζουμπούλια και τί κρίνα
Τί κι ετούτα τί κι εκείνα

Ντο και ρε και μι και φα
μες στα ροζ τα σύννεφα
Ντο και ρε και φα και μι
φούχτα μου και δύναμη

Ποιός θα μου δώκει δύναμη
κι ένα μακρύ καμάκι
να βγω στις πέρα θάλασσες
να βρω το Μαγισσάκι

Που 'ναι σπηλιά του ο ουρανός
άγγελος η μαμά του
κι αφρός το φουστανάκι του
στην άκρια του κυμάτου

Χτύπα χτύπα το ραβδάκι
χύνε το νερό στ' αυλάκι
Τα παπιά και τα βαπόρια
παν μαζί και πάνε χώρια

Φα και ρε και μι και ντο
μες στο μπλε το ξάγναντο
Έξι τέσσερα κι οχτώ
γούρι μου και φυλαχτό

Ανοίξτε πύλες κι εκκλησιές
ν' ανάψω ένα κεράκι
να κάνει θαύμα στα κρυφά
για με το Μαγισσάκι

Που να κοιμάμαι ξυπνητός
να τρέχω ξαπλωμένος
και να με λεν χωρίς καρδιά
μα νά 'μ' ερωτευμένος.

ΔΙΑΜΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΜΗ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ


Δ.Π. ΠΑΠΑΔΙΤΣΑΣ


ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ


Λάμνουν στο αίμα μας νεανικές φρεγάδες
Που φρεσκοπλένουν κάθε αυγή τον άνεμο
Πόσα πλατάνια ονειρευτήκαμε
Με το οξυγόνο της αγάπης
Πόσες κρήνες με αλλόφρονα μηνύματα
Να θρυμματίζονται στην αιχμή του ύπνου

Τα κεντημένα επιφωνήματα στα χέρια μου
Εχέμυθη λιτανεία των άστρων
Τα κλείθρα της γαλάζιας θύρας που άνοιξε
Παντού πουλιά με ανοιχτούς ύπνους
Πετούν τα φτερά τους

Διαλύθηκα σε πουλιά
Με το ένστιχτο του ανέμου
Χάθηκα στο χωρό της πλώρης
Που αντιφεγγούσε στα βαθειά νερά

Οι εσπερινοί περίπατοι στ’ αστέρια
Πέφτουν διαμάντια στην παλάμη της αυγής
Αγαπημένο πρόβλημα του στήθους μου
Εαρινό φτερούγισμα της ηλιαχτίδας
Που ράισες την ηρεμία της γης
Κι από τις πορφυρές ραγισματιές
Πετάγονται χίλια ουράνια τόξα.




Από το βιβλίο: Δ.Π. Παπαδίτσας, «Ποίηση», Εκδόσεις Αστρολάβος / Ευθύνη, Αθήνα 1997, σελ. 15.

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2008

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΡΟΣΑΝΑ



ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ROSANA


CONTIGO


Toda la sal, todo el azúcar,
todo el vino;
toda mi vida, sólo deseo vivirla contigo.
Toda la luz, todo lo oscuro,
todo lo que escribo;
todo el camino,
ardo en deseos de andarlo contigo.

Con tu amor siento calma
en la orilla del río,
tu calor se me agarra
y me llena hasta el alma
de luz y rocío.
Con tu amor siento ganas,
ay, ay, ay en los cinco sentidos...
y me llevas tan lejos
que apenas recuerdo de donde salimos.

Todo el calor, todas las nubes,
todo el frío;
toda la lluvia,
sólo deseo mojarme contigo.
Todo el amor, todo el recuerdo,
todo lo que olvido,
todo el silencio,
se hace canción soñando contigo.

Con tu amor siento calma
en la orilla del río,
tu calor se me agarra y me llena hasta el alma de luz y rocío.
Con tu amor siento ganas,
ay, ay, ay en los cinco sentidos...
y me llevas tan lejos que apenas recuerdo de donde venimos.

Todo el sabor, todo el perfume,
todo lo que ansío;
todos los mares,
sólo deseo navegarlos contigo.
Todo sin más,
la eternidad también la pido:
vida o castigo,
sólo deseo tenerla contigo,
vida o castigo,
sólo deseo beberla contigo,
vida o castigo,
sólo deseo morirme contigo.

ΠΟΛΥ ΣΠΑΝΙΩΣ


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Π. ΚΑΒΑΦΗΣ


ΠΟΛΥ ΣΠΑΝΙΩΣ


Είν' ένας γέροντας. Εξηντλημένος και κυρτός,
σακατεμένος απ' τα χρόνια, κι από καταχρήσεις,
σιγά βαδίζοντας διαβαίνει το σοκάκι.
Κι όμως σαν μπει στο σπίτι του να κρύψει
τα χάλια και τα γηρατειά του, μελετά
το μερτικό που έχει ακόμα αυτός στα νειάτα.

Εφηβοι τώρα τους δικούς του στίχους λένε.
Στα μάτια των τα ζωηρά περνούν οι οπτασίες του.
Το υγιές, ηδονικό μυαλό των,
η εύγραμμη, σφιχτοδεμένη σάρκα των,
με την δική του έκφανσι του ωραίου συγκινούνται.

ΧΟΥΑΝ ΧΕΛΜΑΝ!




JUAN GELMAN


GOTÁN


Esa mujer se parecía a la palabra nunca,
desde la nuca le subía un encanto particular
una especie de olvido donde guardar los ojos,
esa mujer se me instalaba en el costado izquierdo.

Atención atención yo gritaba atención
pero ella invadía como el amor, como la noche,
las últimas señales que hice para el otoño
se acostaron tranquilas bajo el oleaje de sus manos.

Dentro de mí estallaron ruidos secos,
caían a pedazos la furia, la tristeza,
la señora llovía dulcemente
sobre mis huesos parados en la soledad.

Cuando se fue yo tiritaba como un condenado,
con un cuchillo brusco me maté,
voy a pasar toda la muerte tendido con su nombre,
él moverá mi boca por la última vez.



Το ποίημα μάς το έστειλε ο εικονιζόμενος φίλος του ιστολογίου και συμπατριώτης του ποιητή κ. Λουσιάνο Γκαγέτι.

ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ Η ΜΙΜΙ ΚΑΙ Ο ΡΙΤΣΑΡΝΤ ΦΑΡΙΝΑ


MIMI & RICHARD FARINA


BOLD MARAUDER


Well it's Hi, Ho, Hey...I am a bold marauder.
And it's i, Ho, Hey...
I am a white destroyer.
For I will show you silver and gold
and I will bring you treasure.
I will wave a widowing Flag and
I will be your lover.
And I will show you grotto and cave
and sacrificial alter.
And I will show you blood on the stone.
And I will be your mentor.
And night will be our Darlin'
And Fear will be our name.
And it's i, Ho, Hey...
I am a bold maruder.
And it's i, Ho, Hey...
I am a white destroyer.
For I will lead you out by the hand
and lead you to the Hunter.
And I will show you thunder and steel
and I will be your teacher.
And we will dress in helmet and sword
and dip our tongues in slaughter.
And we will sing the Warrior's Song
and lift the praise of murder.
And Christ will be our Darlin'
and Fear will be our name.
And it's i, Ho, Hey...
I am a bold maruder.
And it's i, Ho, Hey...
I am a white destroyer.
For I will sour the winds on high
and I will soil the rivers.
And I will burn the grain in the fields
and I will be your mother.
And we will go to ravage and kill
and we show go to plunder.
And I will take a Fury to wife
and I will be your father.
And death will be our Darlin'
and Fear will be our name.

ΤΟΝ ΙΣΚΙΟ ΣΤΗ ΣΚΙΑ


TUDOR ARGHEZI (1880-1967)


Η ΕΠΟΧΗ ΠΟΤΕ...


Η εποχή ποτέ δεν φάνταζε πιο ωραία
στην ψυχή που χαίρεται τώρα τη θανή.
Με χλωμό μετάξι ντύθηκεν η θέα
και με πλούσια ατλάζια νέφη κι ουρανοί.

Οι σωροί τα σπίτια μοιάζουνε με στάμνες
που ο βυθός τους κρύβει ένα κρασί πηχτό·
σε γαλάζιαν όχθη, πλάι σε καταρράκτες
που έχουμε απ’ το βούρκο τους όλοι πιει χρυσό.

Μαύρα ανεβαίνουν τα πουλιά στη δύση:
άρρωστος καρπίνος όπου, ξαφνικά,
πήρε προς τα πάνω γυμνός ν’ ατενίζει
στέλνοντας τα φύλλα του ψηλά.

Όποιος να θρηνήσει θέλει, όποιος να κλάψει,
ας έρθει ν’ ακούσει σκοτεινή λαλιά·
το βλέμμα στης λεύκας τον πυρσό να θάψει,
τον ίσκιο του μέσα στη δική της σκιά.


Μετάφραση: Βίκτωρ Ιβάνοβιτς.

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2008

ΚΑΙ ΝΑ, ΑΔΕΛΦΕ ΜΟΥ...




Χαρισμένο στην Έλενα Σταγκουράκη που βρισκόταν εκεί.


Από τη συναυλία που έγινε στις 14 Αυγούστου 2008 στα Νοπήγεια των Χανίων προς τιμήν του Νίκου Ξυλούρη. Μουσική Χρήστου Λεοντή. Ποίηση Γιάννη Ρίτσου. Τραγουδάει ο Μανόλης Καρεφυλλάκης.
Και κατόπιν η αυθεντική εκτέλεση με τον Νίκο Ξυλούρη.

ΣΤΙΣ ΚΟΜΒΙΟΔΟΧΕΣ



VÍTĚZSLAV NEZVAL


ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΕΤΑ ΤΟ ΜΠΑΝΙΟ ΤΟΥΣ


Των καψαλισμένων τους ωμοπλατών η κίχλη
απ’ όλες μέσα τις ποντικότρυπες
σαν αιθέρια ομίχλη του θέρους απελαύνει το σόι
αν δεν είναι ήδη ξομπλιαστές σαν πετονιές βρεγμένες
και αν δεν διαβάζουν το δάχτυλο σέρνοντας
των τυφλών την αλφαβήτα επάνω στη χλόη

Το χορικό των βατραχιών του πάλι
στιγμή να κλείσω μάτι δεν με αφήνει
όλο με σπρώχνει να σηκώσω το κεφάλι
στις περσίδες της αγκάλης τους μετά παρρησίας
κι όλο με τσιγκλάει με κάτι αποχρώσεις
που είναι σιωπητήρια
μα εκτός διατάξεως ημερησίας

Ένα ολόκληρο σύνταγμα γυναικών
εντόνως ενθουσιώδες κατ’ εξοχήν ορμητικό
ασκήσεις εκτελεί ακριβείας συντόμους
μετά βίας χειριζόμενο τη γόμωση των κανονιών
για να βρουν στο φως τα μυστικά τους τελικώς
απ’ την πυγμάχο με τους φαρδύτερους ώμους

Το σφιγμένο ίσαμε τ’ απάνω-απάνω του κουμπί καλοκαίρι
ξεσφίγγει μετά και κουνιαρίζει τα στήθη
Ουδέποτε ελάλησε βροντερότερα άγγελος
από εκείνους τους δύο κώδωνες
ενώ κάτω απ’ των ήχων τους τις σφαίρες
σχεδόν από του αυτομάτου εστήθη
μια σκαλωσιά σιαγμένη ολάκερη από ξύλα μπαμπού
παντού στις κομβιοδόχες κοινώς μπουτονιέρες



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Ο πίνακας είναι του Christoph Pöggeler.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΣΟΦΙΑ ΒΕΜΠΟ


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΣΟΦΙΑ ΒΕΜΠΟ


ΤΟ ΠΡΩΙ ΜΕ ΞΥΠΝΑΣ ΜΕ ΦΙΛΙΑ


Τό 'θελα κι εγώ σαν τρελή
Τό 'θελες κι εσύ πιο πολύ
Κι έγινα παιδί μου για πάντα δική σου
Όμως ούτε τό 'χα σκεφτεί
Ούτε τό 'χα ονειρευτεί
Πόσο ευτυχισμένη θα είμαι μαζί σου

Το πρωί με ξυπνάς με φιλιά
Μου χαϊδεύεις μετά τα μαλλιά
Όλη μέρα γελάς λόγια λες τρυφερά
Και γεμίζεις το σπίτι χαρά
Πόσο χαίρομαι που μ' αγαπάς
Πάντα κάπου τα βράδια με πας
Και τις νύχτες ρωτάς αν κι εγώ σ' αγαπώ
Αλλά πια δεν μπορώ να τα πω

Βρίσκουμε τις μέρες μικρές
Που περνούν γεμάτες χαρές
Πάντα με την ίδια που λέγαμε τάξη
Άλλο δεν προσμένω καλό
Και μονάχα παρακαλώ
Στη ζωή μας τίποτα να μην αλλάξει

Το πρωί με ξυπνάς με φιλιά
Μου χαϊδεύεις μετά τα μαλλιά
Όλη μέρα γελάς λόγια λες τρυφερά
Και γεμίζεις το σπίτι χαρά
Πόσο χαίρομαι που μ' αγαπάς
Πάντα κάπου τα βράδια με πας
Και τις νύχτες ρωτάς αν κι εγώ σ' αγαπώ
Αλλά πια δεν μπορώ να τα πω


Στίχοι: Χ. Γιαννακόπουλος.
Μουσική: Γ.Κυπαρίσσης.

Ο ΚΟΛΟΦΩΝΑΣ


ΡΩΜΟΣ ΦΙΛΥΡΑΣ


Ο ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ


Στον αιώνα λαμποκοπά ή μορφή σου
κι ο καγχασμός σου στο Κενό αντηχάει,
κράνος και τελαμώνες η στολή σου,
μια ειρωνεία και σ' ό,τι ξεψυχάει.

Ούτ' η ψυχή σου ξέρει την υφή σου
κι είσαι το αίνιγμα άλυτο που πάει
σε φαντασίωση, που νέα γεννάει
από το Σάντσο, το συγκρατητή σου.

Στοχαστικής μιας ασκεψίας εικόνα,
αλλόκοτης συνήθειας μεγαλείο
δεν έλυσες και μες στο πανδοχείο

της περικεφαλαίας σου τον τελαμώνα,
παράδοξης απλότητας στοιχείο
και λογισμού συνθέτουν κολοφώνα.

Ο ΤΟΥΝΤΟΡ ΓΚΕΟΡΓΚΕ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΤΟΥΝΤΟΡ ΑΡΓΚΕΖΙ


Ο TUDOR GHEORGHE ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ TUDOR ARGHEZI


DE-ABIA PLECASEŞI


De-abia plecaseşi. Te-am rugat să pleci.
Te urmăream de-a lungul molatecei poteci,
Pân'-ai pierit, la capăt, în trifoi.
Nu te-ai uitat o dată înapoi!

Voiam să pleci, voiam şi să rămâi.
Ai ascultat de gândul cel dintâi.
Nu te oprise gândul fără glas.
De ce-ai plecat? De ce-ai mai fi rămas?

Ţi-as fi făcut un semn, după plecare,
Dar ce-i un semn din umbră-n depărtare?

Voiam să pleci, voiam şi să rămâi.
Ai ascultat de gândul cel dintâi.
Nu te oprise gândul fără glas.
De ce-ai plecat? De ce-ai mai fi rămas?

ΧΟΣΕ ΜΑΡΤΙ!



JOSÉ MARTÍ (1853-1895)


CRIN HIRSUTA


Que como crin hirsuta espantado
caballo que en los troncos secos mira
Garras y dientes de tremendo lobo,
Mi destrozado verso se levanta ?...
Sí: pero se levanta ! —a la manera
Como cuando un puñal se hunde en el cuello
De la res, sube al cielo hilo de sangre :—
Sólo el amor, engendra melodías.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Carolina Oltra.

Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2008

ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΡΑΝΤΙΣΕΚ ΧΑΛΑΣ: ΓΙ' ΑΥΤΟΝ ΠΟΥ ΑΝΑΒΕ ΤΑ ΦΩΤΑ ΤΟΥ ΕΡΕΒΟΥΣ


JOHRGHOS KENTROTIS


DER DUNKELLICHTERSTATTER


          über František Halas


Klangloses Dunkellicht
vorwiegend sich verneigend
galoppiert leichtabsolut und unbescwert
mit dem nagenden Blicke davon
zum Blut von Kindheitslandschaften

Im Vokabular der Agonie steht es
über einer syntaktischen Leere
wo die offene Wunde des Nichts
volle Lebenssubstanz heißt
Dort schreibt er
komponiert eher
seit jeher
die Verwesung
d e r D i c h t e r
vergegenwärtigt
des Verfalls Allgegenwart
Alles gottlogische Fleischwerden
rechtfertigt immerdar umgekehrt
und ganz auf einmal
das Schattenvergehen

Unfalsch
Kausalitätsfrei
Los mit dem Gelächter der Zeit
die fällt
die verweht
ohne ihm weh zu tun
dem klangreichen
Dunkellichterstatter

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


CLAUDIO BISIO


I BAMBIBI SONO DI SINISTRA


I bambini sono di sinistra. Di sinistra, sì, nessun dubbio. Non soltanto per i pugnetti stretti in segno di protesta.
I bambini sono di sinistra perché amano senza preconcetti, senza distinzioni.
I bambini sono di sinistra perché si fanno fregare quasi sempre. Ti guardano, cacci delle balle vergognose e loro le bevono, tutti contenti. Sorridono, si fidano. Bicamerale! Sì, dai!
I bambini sono di sinistra perché stanno insieme, fanno insieme, litigano insieme. Insieme, però.
I bambini sono di sinistra perché se gli spieghi cos'è la destra piangono.
I bambini sono di sinistra perché se gli spieghi cos'è la sinistra piangono lo stesso, ma un po' meno.
I bambini sono di sinistra perché a loro non serve il superfluo.
Sono di sinistra perché le scarpe sono scarpe, anche se prima o poi delle belle Nike o Adidas o Puma, o Reebok, o Superga gliele compreremo. Noi siamo No-Logo, ma di marca!
I bambini sono di sinistra malgrado l'ora di religione obbligatoria.
I bambini sono di sinistra grazie all'ora di religione obbligatoria.
I bambini sono di sinistra perché comunque, qualsiasi cosa tu gli dica che assomigli vagamente a un ordine, fanno resistenza. Ora e sempre.
I bambini sono di sinistra perché occupano tutti gli spazi della nostra vita.
I bambini sono di sinistra perché fanno i girotondi da tempi non sospetti.
I bambini sono di sinistra perché vanno all'asilo con bambini africani, cinesi o boliviani, e quando il papà gli dice "vedi, quello lì è africano", loro lo guardano come si guarda una notizia senza significato.
I bambini sono di sinistra perché quando si commuovono piangono, mentre noi adulti teniamo duro, non si sa bene perché.
I bambini sono di sinistra perché se li critichiamo si offendono. Ma se li giudichiamo non invocano il legittimo sospetto, e se li condanniamo aspettano sereni l'indulto che prima o poi arriva: la mamma, Ciampi, il Papa.
I bambini sono di sinistra perché si fanno un'idea del mondo che nulla ha a che fare con le regole del mondo.
I bambini sono di sinistra perché se gli metti lì un maglioncino rosso e un maglioncino nero scelgono il rosso, salvo turbe gravi - daltonismo o suggerimento di chi fa il sondaggio.
I bambini sono di sinistra perché Babbo Natale somiglia a Karl Marx. Perché Cenerentola è di sinistra, perché Pocahontas è di sinistra. Perché Robin Hood è di Avanguardia Operaia e fa gli espropri proprietari.
I bambini sono di sinistra perché hanno orrore dell'orrore. Perché di fronte alla povertà, alla violenza, alla sofferenza, soffrono.
I bambini sono di sinistra perché il casino è un bel casino e perché l'ordine non si sa cos'è.
I bambini sono di sinistra perché crescono e cambiano.
I bambini sono di sinistra perché tra Peter Pan e Che Guevara prima o poi troveranno il nesso.
I bambini sono di sinistra perché, se ce la fanno, conservano qualcosa per dopo. Per quanto diventa più difficile, difficilissimo, ricordare di essere stati bambini. Di sinistra, poi.

ΕΛΙΣΕΟ ΔΙΕΓΟ!



ELISEO DIEGO (1920-1994)


COMIENZA UN LUNES


La eternidad por fin comienza un lunes
y el día siguiente apenas tiene nombre
y el otro es el oscuro, el abolido.
Y en él se apagan todos los murmullos
y aquel rostro que amábamos se esfuma
y en vano es ya la espera, nadie viene.
La eternidad ignora las costumbres,
le da lo mismo rojo que azul tierno,
se inclina al gris, al humo, a la ceniza.
Nombre y fecha tú grabas en un mármol,
los roza displicente con el hombro,
ni un montoncillo de amargura deja.
Y sin embargo, ves, me aferro al lunes
y al día siguiente doy el nombre tuyo
y con la punta del cigarro escribo
en plena oscuridad: aquí he vivido.


Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η ευγενής -όνομα και πράγμα- φίλη του ιστολογίου κ. Eugenia Silva.

ΚΑΛΥΤΕΡΑ!


ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΡΥΠΑΡΗΣ


ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΦΩΣ


Mεσουρανίς η ολόφεγγη η Σελήνη
λαμποκοπά κι αστράφτει πέρα ώς πέρα
το φως της μες στον έρημον αιθέρα
της νύχτας όλα τ’ άλλα φώτα σβύνει.

Mα εκεί βαθιά που ροδοφέγγει η μέρα
όταν μικρή ζωή στη νύχτα μείνη,
έν' άστρο λίγο μα δικό του χύνει
φως τρέμιο από την άγνωστή του σφαίρα.

K' είπα: τέτοιο καλό μακριά 'πό μένα,
αφού κοντά σε μεγαλεία ξένα
ό,τι σιμώνει το δικό του χάνει.

Kαλύτερα μακριά και μοναχός μου!
σε μια άγνωστη κρυφή γωνιά του κόσμου
λίγο μα και δικό μου φως με φτάνει.



Από το βιβλίο: Γιάννης Γρυπάρης, «Σκαραβαίοι και τερρακόττες», I. N. Σιδέρης, Αθήναι χ.χ.

ΤΟ ΜΑΡΜΑΡΟ


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


ΟΙ ΑΝΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΟΙ


Έζησαν πάντα με το βάρος μιας λέξης που διστάζει να ειπωθεί,
ανυπεράσπιστοι μέσα σε φλογερά καλοκαίρια,
ανυπεράσπιστοι και τις νύχτες της πόλης, έξω από πικρά τυροπιτάδικα –
αυτοί που νομιμοποιήσαν ονόματα κι άστρα,
βρίσκοντας μόνο καταφύγιο στ’ όνειρο (γιατί
όλα είναι θεμιτά μέσα στ’ όνειρο). Τα βλέφαρά τους
τσουρουφλισμένα απ’ την κρυφή φωτιά του σεληνόφωτος
κι απ’ τα φανάρια των λιμανιών, – μακρινή προστασία
πάντα αργοπορημένη. Το ξέρουν:
οι ποιητές και οι ήρωες είναι άοπλοι. Το μάρμαρο,
στα έγκατα των βουνών, περιμένει τα’ αγάλματά τους.



Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, «Ανταποκρίσεις», Κέδρος, Αθήνα 1987, σελ. 15.

ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΟΙ ΓΚΑΝΣ Ν' ΡΟΟΥΖΕΣ



ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΟΙ GUNS N’ ROSES


PARADISE CITY


Take me down to the paradise city
Where the grass is green
And the girls are pretty
Take me home (Oh, won't you please take me home)

Just an urchin livin' under the street
I'm a hard case that's tough to beat
I'm your charity case
So by me somethin' to eat
I'll pay you at another time
Take it to the end of the line

Rags to riches
Or so they say
You gotta
Keep pushin' for the fortune and fame
You know it's, it's all a gamble
When it's just a game
You treat it like a capitol crime
Everybody' doin' their time

Strapped in the chair of the city's gas chamber
Why I'm here, I can't quite remember
The surgoen general say's it's hazardous to breathe
I'd have another cigarette
But I can't see
Tell me that you're gonna believe

So far away

Capitain America's been torn apart
Now he's a court jester
With a broken heart
He said turn me around
And take me back to the start
I must be losing my mind
"Are you blind?!"
I've seen it all a mllion times

I want to go
I want to know
Oh, won't you please take me home

I want to see
Oh, look at me
Oh, won't you please take me home

Take me down to the paradise city
Where the grass is green
And the girls are pretty
Take me home (Oh, won't you please take me home)

Take me down to the paradise city
Where the grass is green
And the girls are pretty
Oh, won't you please take me home

Take me down
Oh yeah
Beat me down
Oh, won't you please take me home

I want to see
Oh, look at me
Oh, won't you please take me home

I want to see
Boy, I'm gonna be mean
Oh, oh take me home

Take me down to the paradise city
Where the grass is green
And the girls are pretty
Oh, won't you please take me home

I want to go
I want to know
Oh, won't you please take me hooooooome
Baby

Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2008

Ο ΖΟΛΤΑΝ ΛΑΤΙΝΟΒΙΤΣ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΑΤΤΙΛΑ ΓΙΟΖΕΦ




ΔΙΑΒΑΖΕΙ Ο ZOLTÁN LATINOVITS


ATTILA JÓZSEF


ESZMÉLET


1
Földtõl eloldja az eget
a hajnal s tiszta, lágy szavára
a bogarak, a gyerekek
kipörögnek a napvilágra;
a levegõben semmi pára,
a csilló könnyûség lebeg!
Az éjjel rászálltak a fákra,
mint kis lepkék, a levelek.

2
Kék, piros, sárga, összekent
képeket láttam álmaimban
és úgy éreztem, ez a rend -
egy szálló porszem el nem hibbant.
Most homályként száll tagjaimban
álmom s a vas világ a rend.
Nappal hold kél bennem s ha kinn van
az éj - egy nap süt idebent.

3
Sovány vagyok, csak kenyeret
eszem néha, e léha, locska
lelkek közt ingyen keresek
bizonyosabbat, mint a kocka.
Nem dörgölõdzik sült lapocka
számhoz s szívemhez kisgyerek -
ügyeskedhet, nem fog a macska
egyszerre kint s bent egeret.

4
Akár egy halom hasított fa,
hever egymáson a világ,
szorítja, nyomja, összefogja
egyik dolog a másikát
s így mindenik determinált.
Csak ami nincs, annak van bokra,
csak ami lesz, az a virág,
ami van, széthull darabokra.

5
A teherpályaudvaron
úgy lapultam a fa tövéhez,
mint egy darab csönd; szürke gyom
ért számhoz, nyers, különös-édes.
Holtan lestem az õrt, mit érez,
s a hallgatag vagónokon
árnyát, mely ráugrott a fényes,
harmatos szénre konokon.

6
Im itt a szenvedés belül,
ám ott kívül a magyarázat.
Sebed a világ - ég, hevül
s te lelkedet érzed, a lázat.
Rab vagy, amíg a szíved lázad -
úgy szabadulsz, ha kényedül
nem raksz magadnak olyan házat,
melybe háziúr települ.

7
Én fölnéztem az est alól
az egek fogaskerekére -
csilló véletlen szálaiból
törvényt szõtt a mult szövõszéke
és megint fölnéztem az égre
álmaim gõzei alól
s láttam, a törvény szövedéke
mindíg fölfeslik valahol.

8
Fülelt a csend - egyet ütött.
Fölkereshetnéd ifjúságod;
nyirkos cementfalak között
képzelhetsz egy kis szabadságot -
gondoltam. S hát amint fölállok,
a csillagok, a Göncölök
úgy fénylenek fönt, mint a rácsok
a hallgatag cella fölött.

9
Hallottam sírni a vasat,
hallottam az esõt nevetni.
Láttam, hogy a mult meghasadt
s csak képzetet lehet feledni;
s hogy nem tudok mást, mint szeretni,
görnyedve terheim alatt -
minek is kell fegyvert veretni
belõled, arany öntudat!

10
Az meglett ember, akinek
szívében nincs se anyja, apja,
ki tudja, hogy az életet
halálra ráadásul kapja
s mint talált tárgyat visszaadja
bármikor - ezért õrzi meg,
ki nem istene és nem papja
se magának, sem senkinek.

11
Láttam a boldogságot én,
lágy volt, szõke és másfél mázsa.
Az udvar szigorú gyöpén
imbolygott göndör mosolygása.
Ledõlt a puha, langy tócsába,
hunyorgott, röffent még felém -
ma is látom, mily tétovázva
babrált pihéi közt a fény.

12
Vasútnál lakom. Erre sok
vonat jön-megy és el-elnézem,
hogy’ szállnak fényes ablakok
a lengedezõ szösz-sötétben.
Igy iramlanak örök éjben
kivilágított nappalok
s én állok minden fülke-fényben,
én könyöklök és hallgatok.


1934



*********************************************

Σε αγγλική μετάφραση των Zsuzsanna Osváth και Frederick Turner:


CONSCIOUSNESS


1.

The dawn dissevers earth and skies
and at its pure and lovely bidding
the children and the dragonflies
twirl out into the sunworld's budding;
no vapor dims the air's receding,
a twinkling lightness buoys the eyes!
Last night into their trees were gliding
the leaves, like tiny butterflies.

2.
Blue, yellow, red, they flocked my dream,
smudged images the mind had taken,
I felt the cosmic order gleam--
and not a speck of dust was shaken.
My dream's a floating shade; I waken;
order is but an iron regime.
By day, the moon's my body's beacon,
by night, an inner sun will burn.

3.
I'm gaunt, sometimes bread's all I touch,
I seek amid this trivial chatter
unrecompensed, and yearn to clutch,
what has more truth than dice, more matter.
No roast rib warms my mouth and platter,
no child my heart, forgoing such--
the cat can't both, how deft a ratter,
inside and outside make her catch.

4.
Just like split firewood stacked together,
the universe embraces all,
so that each object holds the other
confined by pressures mutual,
all things ordained, reciprocal.
Only unbeing can branch and feather,
only becoming blooms at all;
what is must break, or fade, or wither.

5.
Down by the branched marshaling-yard
I lurked behind a root, fear-stricken,
of silence was the living shard,
I tasted grey and wierd-sweet lichen.
I saw a shadow leap and thicken:
it was the shadow of the guard--
did he suspect?--watched his shade quicken
upon the heaped coal dew-bestarred.

6.
Inside there is a world of pain,
outside is only explanation.
The world's your scab, the outer stain,
your soul's the fever-inflammation.
Jailed by your heart's own insurrection,
you're only free when you refrain,
nor build so fine a habitation,
the landlord takes it back again.

7.
I stared from underneath the evening
into the cogwheel of the sky--
the loom of all the past was weaving
law from those glimmery threads, and I
looked up again into the sky
from underneath the steams of dreaming
and saw that always, by and by,
the weft of law is torn, unseaming.

8.
Silence gave ear: the clock struck one.
Maybe you could go back to boydom;
walled in with concrete dank and wan,
maybe imagine hints of freedom.
And now I stand, and through the sky-dome
the stars, the Dippers, shine and burn
like bars, the sign of jail and thraldom,
above a silent cell of stone.

9.
I've heard the crying of the steel,
I've heard the laugh of rain, its pattern;
I've seen the past burst through its seal:
only illusions are forgotten,
for naught but love was I begotten,
bent, though, beneath my burdens' wheel--
why must we forge such weapons, flatten
the gold awareness of the real?

10.
He only is a man, who knows
there is no mother and no father,
that death is only what he owes
and life's a bonus altogether,
returns his find to its bequeather,
holding it only till he goes;
nor to himself, nor to another,
takes on a god's or pastor's pose.

11.
I've seen what they call happiness:
soft, blonde, it weighed two hundred kilos;
it waddled smiling on the grass,
its tail a curl between two pillows.
Its lukewarm puddle glowed with yellows,
it blinked and grunted at me--yes,
I still remember where it wallows,
touched by the dawns of blissfulness.

12.
I live beside the tracks, where I
can see the trains pass through the station.
I see the brilliant windows fly
in floating dark and dim privation.
Through the eternal night's negation
just so the lit-up days rush by;
in all the cars' illumination,
silent, resting my elbow, I.


1934

ΚΑΒΑΛΚΑΝΤΙ!




GUIDO CAVALCANTI (1255–1300)


AVETE ‘N VO’ LI FIOR’ E LA VERDURA


Avete 'n vo' li fior' e la verdura
e ciò che luce od è bello a vedere;
risplende più che sol vostra figura:
chi vo' non vede, ma' non pò valere.

In questo mondo non ha creatura
sì piena di bieltà né di piacere;
e chi d'amor si teme, lu' assicura
vostro bel vis' a tanto 'n sé volere.

Le donne che vi fanno compagnia
assa' mi piaccion per lo vostro amore;
ed i' le prego per lor cortesia.

che qual più può più vi faccia onore
ed aggia cara vostra segnoria,
perché di tutte siete la migliore.


Το ποίημα μαζί με το εικαστικό θέμα, που απεικονίζει τον Καβαλκάντι και τον Δάντη, μάς τά έστειλε η νέα φίλη του ιστολογίου κ. Anahi Gonzalez.

Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2008

ΑΛΑΤΙ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


ΙΧΝΗ ΛΥΧΝΩΝ ΣΕ ΛΙΧΝΙΣΜΕΝΗ ΠΟΛΙΧΝΗ


Μελάγχολος χωλός καρποσυλλέκτης
αρθρώνει ολόχυμες σεισμών οσμώσεις
καθ’ άπασαν την επικράτειαν. Δόσεις
ορμής μυρμηκιούν κάτω απ’ της πενθέκτης

συνόδου των κωφών το φως, κι ο δέκτης
των ήχων ξαρμυρίζει καταπόσεις
αρμονικές. Πλην πρέπει να πληρώσεις,
για να τις λειτουργείς κι εσύ ως ρέκτης

που ορέχτης στίφη στίχων να δαμάσεις.
Κι αν μάσεις όσα φρούτα πανταχόθεν
ωλένες ελενών τρελαίναν, πόθεν

θε ν’ αρυσθείς το σθένος, σε μιας σχάσης
ανίχνευτης να ξανοιχτείς τα πλάτη,
χωρίς να μπήχνεις στις ουλές αλάτι;...

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΤΗΣ



Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΤΗΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΤΟΥΣ "ΦΩΝΟΓΡΑΦΙΤΖΗΔΕΣ".

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Η ΛΙΒΕΡΤΑΔ ΛΑΜΑΡΚ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Η LIBERTAD LAMARQUE


A MEDIA LUZ


Corrientes tres cuatro ocho,
segundo piso, ascensor;
no hay porteros ni vecinos
adentro, cóctel y amor.
Pisito que puso Maple,
piano, estera y velador...
un telefón que contesta,
una fonola que llora
viejos tangos de mi flor,
y un gato de porcelana
pa que no maúlle al amor.

Y todo a media luz,
que es un brujo el amor,
a media luz los besos,
a media luz los dos...
Y todo a media luz,
crepúsculo interior,
que suave terciopelo
la media luz de amor.

Juncal doce veinticuatro,
telefonea sin temor;
de tarde, te con masitas,
de noche, tango y amor;
los domingos, te danzante,
los lunes, desolación.
Hay de todo en la casita:
almohadones y divanes
como en botica... cocó,
alfombras que no hacen ruido
y mesa puesta al amor...



Στίχοι: Carlos César Lenzi
Μουσική: Edgardo Donatto
Τάνγκο του 1924.

ΒΟΥΕΣΑ!


JOSÉ ÁNGEL BUESA


ASÍ, VERTE DE LEJOS


Así, verte de lejos, definitivamente.
Tú vas con otro hombre, y yo con otra mujer.
Y se que como el agua que brota de una fuente
aquellos bellos días ya no pueden volver.

Así, verte de lejos y pasar sonriente,
como quien ya no siente lo que sentía ayer,
y lograr que mi rostro se quede indiferente
y que el gesto de hastío parezca de placer.

Así, verte de lejos, y no decirte nada
ni con una sonrisa, ni con una mirada,
y que nunca sospeches cuánto te quiero así.

Porque aunque nadie sabe lo que a nadie le digo,
la noche entera es corta para soñar contigo
y todo el día es poco para pensar en ti.


Το ποίημα μάς το έστειλε η καλή φίλη του μπλογκ κ. Federica Ridolfi.

Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2008

ΕΧΟΥΜΕ ΚΙΟΛΑΣ ΑΡΓΗΣΕΙ...


BERTOLT BRECHT


ΕΓΚΩΜΙΟ ΣΤΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ


Το άδικο προχωράει σήμερα με αβέβαιο βήμα.
Γι’ ακόμα δέκα χιλιάδες χρόνια
οι καταπιεστές παίρνουνε μέτρα.
Η βία μάς βεβαιώνει πως
όπως είναι τα πράγματα, θα παραμείνουν.
Φωνή άλλη δεν ακούγεται
πάρεξ η φωνή των κυριάρχων,
ενώ η εκμετάλλευση ξελαρυγγιάζεται στις αγορές
πως μόλις τώρα ν’ αποδίδει ξεκινάει.
Μα κι από τους καταπιεσμένους
πολλοί λένε τώρα: ’Κείνο που θέλουμ’ εμείς
ποτέ δεν πρόκειται να γίνει.

Όμως όποιος ακόμα ανεβαίνει
δεν κάνει να λέει π ο τ έ !
Καθόλου βέβαιο το βέβαιο δεν είναι.
Όταν οι Αποπάνω αποσώσει θά ’χουνε τους λόγους τους,
θα μιλήσουνε οι Αποκάτω.
Ποιός θα τολμήσει πια να ξαναπεί  π ο τ έ !
Ποιος φταίει που υπάρχει ακόμα καταπίεση; Εμείς!
Ποιος να την συντρίψει θ’ αναλάβει; Εμείς ομοίως!
Οι γονατισμένοι όλοι, εμπρός! Ορθωθήτε!
Οι χαμένοι όλοι, εμπρός! Στον αγώνα! Πολεμήστε!
Όποιος την κατάστασή του ξέρει και κατανοεί
πώς θα εμποδιστεί να την αλλάξει;
Οι νικημένοι του σήμερα, βλέπετε,
είναι οι νικητές του αύριο,
όσο για ’κείνο το  π ο τ έ
έχει πλέον γίνει  σ ή μ ε ρ α , κι έχουμε κιόλας αργήσει!




Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΧΟΥΑΝΑ ΔΕ ΙΒΑΡΒΟΥΡΟΥ!




JUANA DE IBARBOUROU (1892-1979)


BAJO LA LLUVIA


¡Cómo resbala el agua por mi espalda!
¡Cómo moja mi falda,
y pone en mis mejillas su frescura de nieve!
Llueve, llueve, llueve,
y voy, senda adelante,
con el alma ligera y la cara radiante,
sin sentir, sin soñar,
llena de la voluptuosidad de no pensar.

Un pájaro se baña
en una charca turbia. Mi presencia le extraña,
se detiene… me mira… nos sentimos amigos…
¡Los dos amamos muchos cielos, campos y trigos!
Después es el asombro
de un labriego que pasa con su azada al hombro
y la lluvia me cubre de todas las fragancias
de los setos de octubre.
Y es, sobre mi cuerpo por el agua empapado
como un maravilloso y estupendo tocado
de gotas cristalinas, de flores deshojadas
que vuelcan a mi paso las plantas asombradas.
Y siento, en la vacuidad
del cerebro sin sueño, la voluptuosidad
del placer infinito, dulce y desconocido,
de un minuto de olvido.
Llueve, llueve, llueve,
y tengo en alma y carne, como un frescor de nieve.

ΤΙ ΚΡΥΟ, ΑΛΗΘΕΙΑ, ΑΠΟΨΕ!


ALGERNON CHARLES SWINBURNE (1873-1909)


ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΕΝΑ ΦΩΤΙΣΜΕΝΟ ΣΠΙΤΙ


Χάιδεψε με τ’ αντίφεγγό σου, αποσπερίτη,
το πρόσωπο της κόρης που αγαπώ.
Μού ’πε πως θα κοιμάται, αλλά το σπίτι
κοίτα πώς λάμπει μες στο φως το χαρωπό!

Ίσως και να χορεύει, ποιός το ξέρει;
Τους όρκους ποιός πιστεύει τώρα πλιά;
Θαρρώ τη βλέπω, σπλαχνικότατό μου αστέρι,
να γέρνει μες σε κάποιαν αγκαλιά.

Κι αν ξεγελιέμαι, κι αν εκείνη είν’ άλλη,
ποιός ξέρει αυτή με ποιόν κρυφομιλεί;
Η σάλα του σπιτιού της είν’ μεγάλη
κι οι καλεσμένοι είναι πολλοί.

Τί κρύο, αλήθεια, απόψε, ω τί κρύο!
τα λόγια μου θαρρώ τα τραγουδώ.
Βλέπω και συ πως φεύγεις, άστρο θείο,
όμως εγώ θα μείνω ακόμα εδώ.



Μετάφραση: Μιλιτιάδης Μαλακάσης.
Δημοσιεύθηκε στο αθηναϊκό περιοδικό «Μπουκέτο», τ. Η΄, τχ. 398, 5 Νοεμβρίου 1931, σελ. 1097.
Το σκίτσο του ποιητή είναι του Ντάντε Γκέμπριελ Ροσσέττι.

Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2008

ΤΗΝ ΑΓΡΙΟΠΑΠΑΡΟΥΝΑ



VITĚZSLAV NEZVAL (1900-1958)


Η ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ


Την πτητικότητα είχε ήδη υποκινήσει
Των δαχτύλων της των ίδιων χάρη
Στη γενειάδα επάνω κάποιου άντρα
Φορτωμένου ώς απάνω σαν κριθάρι
Κι η ράχη της στο μεταξύ ωσάν βροχή
Εκυλούσε παντού στον μπιντέ τον συνεχή
Των γλουτών της

Τόντις μάθαινε να πυγμαχεί
Από το γέρο με το άγαλμα
Και μ’ ένα γρονθοκόπημα τριπλό γερό
Ξεπάστρεψε τον δολοφόνο

Σαστισμένη πρώτα με το θύμα της
Και με τα μάτια σφαλισμένα
Στης οπτικής το μερεμέτι
Την αγριοπαπαρούνα θ’ ατενίσει έπειτα
Καψαλίζοντάς της ομοίως κι εκείνης
Τη γενειάδα σαν τη φλόγα
Μιας ικανοποίησης ανικανοποίητης εισέτι




Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΡΑΦΑΕΛ ΑΛΒΕΡΤΙ!




RAFAEL ALBERTI


CANCIÓN 8


Hoy las nubes me trajeron,
volando, el mapa de España.
¡Qué pequeño sobre el río,
y qué grande sobre el pasto
la sombra que proyectaba!

Se le llenó de caballos
la sombra que proyectaba.
Yo, a caballo, por su sombra
busqué mi pueblo y mi casa.

Entré en el patio que un día
fuera una fuente con agua.
Aunque no estaba la fuente,
la fuente siempre sonaba.
Y el agua que no corría
volvió para darme agua.



Το ποίημα και το υλικό της ανάρτησης μας το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Denise Milani.

ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΚΡΕΜΑΣΤΗ ΜΕΣ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ


SALVATORE QUASIMODO


ΓΥΝΑΙΚΑ ΔΡΟΣΕΡΗ ΜΕΣ ΣΤ’ ΑΝΘΗ ΞΑΠΛΩΜΕΝΗ


Η μυστική εποχή προμαντευόταν
απ’ των βροχών την αγωνία στις νύχτες,
από το άλλαγμα των σύγνεφων στα ουράνια,
τις λαφριές κυματένιες αυτές κούνιες,
κι εγώ ήμουν πεθαμένος.

Μια πόλη κρεμαστή μες στον αέρα
ήταν η τελευταία μου εξορία
και με καλούσαν από γύρω
άλλου καιρού οι ευχάριστες γυναίκες,
κι η μάνα μου, που ’χε γενεί πιο νέα,
το χέρι το γλυκό διαλέοντας ρόδα
μού ’ζωνε με τα πιο άσπρα το κεφάλι.

Έξω ήταν νύχτα
και τ’ άστρα ακολουθούσαν ορισμένους
άγνωστους δρόμους με χρυσές καμπύλες
και τα γύρω, που γίναν φευγαλέα,
με σέρνανε σε απόκρυφες γωνιές
για να μου πουν για διάπλατα περβόλια
και το νόημα της ζωής, μα εμένα
το τελευταίο χαμόγελο λυπούσε

γυναίκας δροσερής μες στ’ άνθη ξαπλωμένης.



Μετάφραση: Γεράσιμος Σπαταλάς.
Από το βιβλίο: Γεράσιμος Σπαταλάς, «Σύγχρονη ιταλική ποίηση», Δίφρος, Αθήνα 1959.

ΤΕΛΕΙΩΣΕ


EDGAR ALLAN POE


ΥΜΕΝΑΙΟΣ


Το δαχτυλίδι το φορώ στο χέρι μου
Και το στεφάνι τό ’χω στα μαλλιά μου,
Όμορφα ρούχα γύρω και μεταξωτά
Λάμπουν μαζί με τα διαμαντικά μου
Και είμαι ευτυχισμένη στα σωστά...

Και ο καλός μου μ’ αγαπά πολύ,
Μα όταν πίστη ορκίστηκε σε μένα,
Ένιωσα το στήθος μου βαρύ
Για κάποια που ’ναι περασμένα…
Σαν νεκρική καμπάνα ήσαν τα λόγια του,
Κι έμοιαζε πολύ η φωνή του σαν Εκείνου
Που πέθανε στον πόλεμο, σε μακρυσμένη χώρα
Και θά ’ναι ίσως ευτυχής μες στα ουράνια τώρα...

Δείχνοντας μιαν αγάπη τρυφερή,
Μ’ εφίλησε στο μέτωπο τ’ ωχρό,
Μα εμένα μιά ανάμνηση πικρή
Με πάει σε κοιμητήρι μακρινό,
Και στέναξα σε πέτρα σκαλιστή
Όπου έχουν θάψει τον παλιό μου εραστή!...

Κι έτσι ο γάμος μας ετέλειωσε
Κι ο όρκος της πίστης μας θεμέλιωσε·
Μα είναι η καρδιά μου λυπημένη
Κι η πίστη μου είναι πλέον ξεσχισμένη,
Μα όλοι με καλούν ευτυχισμένη!
Τα όνειρα που βλέπω είναι βαριά.
Ω! ας μπορούσα να ξυπνήσω τώρα πια!...
Μήπως εκείνος, όπου είναι πεθαμένος
Στις χώρες του, εκεί ψηλά, δεν είν’ ευτυχισμένος;...



Μετάφραση: Κώστας Ουράνης.
Δημοσιεύθηκε στο αθηναϊκό περιοδικό «Μπουκέτο», τ. Ε΄, τχ. 126, 24 Μαΐου 1928, σελ. 553.