Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2008

ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΕΡΟΥΔΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΙΟΥΠΑΝΚΙ


ATAHUALPA YUPANQUI


CANCIÓN PARA PABLO NERUDA


Pablo nuestro que estás en tu Chile,
Viento en el viento.
Cósmica voz de caracol antiguo.
Nosotros te decimos,
Gracias por la ternura que nos diste.
Por las golondrinas que vuelan con tus versos.
De barca a barca. De rama a rama.
De silencio a silencio.
El amor de los hombres repite tus poemas.
En cada calabozo de América
un muchacho recuerda tus poemas.
Pablo nuestro que estás en tu Chile.
Todo el paisaje custodia tu sueño de gigante.
La humedad de la planta y la roca
allá en el sur.
La arena desmenuzada, Vicuña adentro,
en el desierto.
Y allá arriba, el salitre, las gaviotas y el mar.
Pablo nuestro que estás en tu Chile.
Gracias, par la ternura que nos diste.

ΑΛΛΟΤΡΙΟ ΑΛΕΤΡΙ


JOSÉ ÁNGEL BUESA


ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΑΠ’ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΑ ΜΑΚΡΗ


Η πιο όμορφη ασφαλώς δεν είταν, πλην όμως
τον πιο βαθύ έρωτα α υ τ ή μού ’χει χαρίσει.
Τις άλλες, που με λάτρεψαν, ας μη λυπήσει
καμμιά τους που εγώ δεν αγαπάω τόσο. Ο δρόμος,

που μου την έφερε, στα χάη έχει τη μιά του άκρη –
λες άστρο που μου εράμφισε το παραθύρι...
Έν’ άστρο, που μαρμαίρει στο άπειρο, χατήρι
μάς κάνει, αν μας φωτάει αφειδώς από τα μάκρη.

Σαν πράγμα αδέσποτο είχα εγώ τον έρωτά της:
σαν παραλία που-ειταν έρημη, και μόνο
τα κύματα ξεβράζανε μακρύ έναν στόνο
στης άμμου της τη ράχη, υγρόν κι αλατισ-

μένο. Αγκαλιά την είχα, δίχως νά ’ν’ δικιά μου:
σαν το νερό μες στην κοιλιά μιας διψασμένης
κανάτας ή σαν άρωμα που πας και δένεις
στου ανέμου την ουρά ή και στα σφυρά της άμμου.

Με τρύπαγε με την ακόρεστή της πείνα –
αλλότριο αλέτρι που οργώνει το χωράφι·
κι από τ’ αυλάκι, που έχασκε, έβγαινε χρυσάφι
που της συγκομιδής της την άγιαν ώρα εμήνα.

Υπήρξε αυτή το μακρινό που πάει και πέφτει
στο παρακείμενο – και το κενό γεμίζει
σαν αύρα που του πλοίου τα πανιά ανεμίζει,
σαν φως που σε σπασμένον κόβεται καθρέφτη.

Εκείνη τη γυναίκα σκέφτομαι. Στη ζωή μου
τον πιο βαθύ έρωτα α υ τ ή μού ’χει χαρίσει.
Δεν είταν η πιο όμορφη... ούτε καν δική μου.
Τις άλλες, που με λάτρεψαν, ας μη λυπήσει
πως ’κ ε ί ν η ν αγαπάω εγώ με όλο το κορμί μου.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Ο ΝΟΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΕΡΗΜΟΣ...


LUIS CERNUDA


QUISIERA ESTAR SOLO EN EL SUR


Quizá mis lentos ojos no verán más el sur
de ligeros paisajes dormidos en el aire,
con cuerpos a la sombra de ramas como flores
o huyendo en un galope de caballos furiosos.

El sur es un desierto que llora mientras canta,
y esa voz no se extingue como pájaro muerto;
hacia el mar encamina sus deseos amargos
abriendo un eco débil que vive lentamente.

En el sur tan distante quiero estar confundido.
La lluvia allí no es más que una rosa entreabierta;
su niebla misma ríe, risa blanca en el viento.
Su oscuridad, su luz son bellezas iguales.


*********************


ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΜΟΝΟΣ ΣΤΟ ΝΟΤΟ


Ίσως τα κουρασμένα μου μάτια να μην δουν πια το νότο
Τα απόμακρα κοιμισμένα τοπία στον αέρα,
Με κορμιά στη σκιά των κλαδιών σαν λουλούδια
Ή δραπετεύοντας μ' έναν καλπασμό αχαλίνωτων αλόγων.

Ο νότος είναι μια έρημος που κλαίει ενώ τραγουδά,
Κι αυτή η φωνή δε σβήνει σαν ένα νεκρό πουλί·
Κατευθύνει προς τη θάλασσα τους πικρούς του πόθους
Ξεδιπλώνοντας έναν αδύναμο αντίλαλο που ζει νωχελικά.

Στον τόσο απόμακρο νότο θέλω να μπερδευτώ
Η βροχή εκεί δεν είναι πια ένα τριαντάφυλλο μισάνοιχτο,
Η ίδια η ομίχλη του, χαμογελά, χαμόγελο λευκό στον άνεμο.
Το σκοτάδι του, το φως του, είναι ομορφιές ολόιδιες.


Μετάφραση: Γητεύτρια.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΛΟΛΑ ΦΛΟΡΕΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η LOLA FLORES


AY, PENA, PENITA, PENA

I

Si en el firmamento poder yo tuviera,
esta noche negra lo mismo que un pozo,
con un cuchillito de luna lunera,
cortaría los hierros de tu calabozo.

Si yo fuera reina de la luz del día,
del viento y del mar,
cordeles de esclava yo me ceñiría
por tu libertad.

¡Ay, pena, penita, pena -pena-,
pena de mi corazón,
que me corre por las venas -pena-,
con la fuerza de un ciclón!

Es lo mismo que un nublado
de tiniebla y pedernal.
Es un potro desbocado
que no sabe dónde va.

Es un desierto de arena -pena-,
es mi gloria en un penal.
¡Ay, penal! ¡Ay, penal!
¡Ay, pena, penita, pena!


II

Yo no quiero flores, dinero, ni palmas,
quiero que me dejen llorar tus pesares,
y estar a tu vera, cariño del alma,
bebiéndome el llanto de tus soleares.

Me duelen los ojos de mirar sin verte,
reniego de mí,
que tienen la culpa de tu mala suerte
mis rosas de abril.

¡Ay, pena, penita, pena -pena-,
pena de mi corazón,
que me corre por las venas -pena-,
con la fuerza de un ciclón!

Es lo mismo que un nublado
de tiniebla y pedernal.
Es un potro desbocado
que no sabe dónde va.

Es un desierto de arena -pena-,
es mi gloria en un penal.
¡Ay, penal! ¡Ay, penal!
¡Ay, pena, penita, pena!



Στίχοι: Rafael de León και Antonio Quintero.
Μουσική: Manuel Quiroga.




ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΠΑΕΙ ΚΑΛΑ


ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ


ΝΕΟΓΕΝΝΗΤΟ ΑΡΝΙ ΣΤΗΝ ΙΚΑΡΙΑ


Άσπρο με λίγο μαύρο, τρεμάμενα πόδια
Τρεμάμενη
Ολόκληρη η φωτογραφία.
Ο Αντώνης πίσω του σκυφτός
Κι αυτός σε μοίρα αρνιού (το ξέρει).
Πίσω, διαγώνια ραγισμένος τοίχος,
Ξεχαρβαλωμένο, κρεμάμενο παντζούρι.
Στραβοβαλμένες,
Πέτρες ασβεστωμένες,
Ανάμεσα στ’ αρχαία χαμομήλια ξεκινάνε·
Σημειώνουν με ευκρίνεια το τυφλό
Το μονοπάτι αριστερά
Το προς τη δόξα.

Λοξός ο ουρανός στο βάθος,
Τίποτα δεν πάει καλά.




Από το βιβλίο: Παυλίνα Παμπούδη, «Τα τιμαλφή», Ροές, Αθήνα 2008, σελ. 187.

QUE VIVA ESPAÑA!


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Ο MANOLO ESCOBAR


QUE VIVA ESPAÑA


Entre flores fandanguillos y alegrías nació
Mi españa la tierra del amor
Solo dios pudiera hacer tanta belleza y es imposible
Que pueda haber dos
Y todo el mundo sabe que es verdad y lloran cuando
Tienen que marchar
Por eso se oye este refrán, que viva españa
Y siempre la recordarán que viva españa
La gente canta con ardor, que viva españa
La vida tiene otro color, españa es la mejor.

En las tardes soleadas de corrida la gente aclama
Al diestro con fervor
Y el saluda paseando a su cuadrilla con esa gracia
De torero español
La plaza con sus oles vibra ya y empieza nuestra
Fiesta nacional
Por eso se oye este refrán, que viva españa
Y siempre la recordarán que viva españa
La gente canta con ardor, que viva españa
La vida tiene otro color, españa es la mejor.

Que bonito es el mar mediterráneo su costa brava y
Su costa del sol
La sardana y el fandango me emocionan porque en
Sus notas hay vida y hay calor
España siempre ha sido y será eterno paraiso
Sin igual.
Por eso se oye este refrán, que viva españa
Y siempre la recordarán que viva españa
La gente canta con ardor, que viva españa
La vida tiene otro color, españa es la mejor.


Κυριακή, 29 Ιουνίου 2008

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Η ΒΙΚΥ ΜΟΣΧΟΛΙΟΥ


ΕΡΡΙΚΟΣ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Η ΒΙΚΥ ΜΟΣΧΟΛΙΟΥ

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ


Τον ήλιο είχες αγκαλιά
βασιλικό στο χέρι
και προς το μέρος της καρδιάς
κάτασπρο περιστέρι.

Πέρα από τη θάλασσα, πέρα από τα δάση
βρήκα την αγάπη μου που την είχα χάσει.
Πέρασαν τα όνειρα, πέρασαν τα πάθη
έλαμψε σαν άνοιξη η δική σου αγάπη.

Το Μάη είχες στα μαλλιά
γαρίφαλο στα χείλη
στα μάτια και στο μέτωπο
την ομορφιά τ' Απρίλη.


Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος.
Τραγούδι του 1966.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΜΑΡΙΟ ΜΑΛΙΟΝΕ


VINCENZO DE CRESCENZO


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο MARIO MAGLIONE

LUNA ROSSA

Vaco distrattamente abbandunato,
l'uocchie sotto 'o cappiello annascunnute,
mane int'a sacca e bavero aizato,
vaco fiscann'a 'e stelle ca so' asciute.
E 'a luna rossa me parla 'e te...
Io le domando si aspiette a me
e me risponne: "si 'o vvuò sapè...
cca nun ce sta nisciuna!"
E io chiammo 'o nomme pe te vedè,
ma tutt'a gente ca parla 'e te
risponne: "è tarde, che vvuò sapè!?
Cca nun ce sta nisciuna!"
Luna rossa... chi me sarrà sincera?
Luna rossa... se n'è gghiuta ll'ata sera senza me vedè!
E io dico ancora ca aspetta a me
fore 'o balcone stanotte 'e tre
e prega 'e sante pe me vedè
...ma nun ce sta nisciuna!
E io chiammo 'o nomme pe te vedè
ma tutta 'a gente ca parla 'e te
risponne: "è tarde, che vvuò sapè!?
Cca nun ce sta nisciuna!"
E 'a luna rossa me parla 'e te...
io le domando si aspiette a me
e me risponne: "si 'o vvuò sapè...
cca nun ce sta nisciuna!"
Cca nun ce sta nisciuna!
Cca nun ce sta nisciuna!



Στίχοι: Vincenzo de Crescenzo.
Μουσική: Antonio Vian.


ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΙ


REINALDO ARENAS


TÚ Y YO ESTAMOS CONTENADOS


Tú y yo estamos condenados
por la ira de un sseñor que no da el rostro
a danzar sobre un paraje calcinado
o a escondernos en el culo de algún monstruo.
Tú y yo siempre prisioneros
de aquella maldición desconocida.
Sin vivr, luchando por la vida.
Sin cabeza, poniéndonos sombrero.
Vagabundos sin tiempo y sin espacio,
una noche incesante nos envuelve,
nos enreda los pies, nos entorpece.
Caminamos soñando un gran palacio
y el sol su imagen rota nos devuelve
transformada en prisión que nos guarece.



*********************


ΕΣΥ ΚΙ ΕΓΩ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΟΙ


Εσύ κι εγώ, εμείς, καταραμένοι
απ’ το θυμό ενός δίχως όψη κτήνους
να χορεύουμε στην τέφρα και μόνο για ’κείνους
ή στα οπίσθια τεράτων νά ’μαστε κρυμμένοι.

Εμείς οι δυο πάντα δεσμώτες
αυτής της άγνωστης κατάρας
μια ζωή να ’χουμε της πεντάρας,
δίχως καπέλο, Δον Κιχώτες.

Δίχως χώρο μήτε χρόνο ταξιδιώτες
τη νυχτιά γύρω μας έχουμε αχανή -
στα πόδια μας μπερδεύεται, μας ρίχνει.

Σε παλάτια ελπίζουμε δίχως διώκτες
και ο ήλιος την εικόνα του μας δείχνει την αχνή
που φυλακή μας γίνεται και σβήνει όλα τα ίχνη.



Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη.

Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2008

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΑΛΜΑ ΜΑΝΕΡΑ


LIBERO BOVIO


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ALMA MANERA

PASSIONE

Cchiù luntana mme staje,
cchiù vicina te sento...
Chisá a chistu mumento
tu a che pienze...che faje!...

Tu mm'hê miso 'int''e vvéne,
nu veleno ch'è doce...
Comme pesa 'sta croce
ca trascino pe' te!...

Te voglio...te penzo...te chiammo...
te veco...te sento...te sonno...

E' n'anno,
- ce pienze ch'è n'anno -
ca st'uocchie nun ponno
cchiù pace truvá?...

E cammino, cammino...
ma nun saccio addó' vaco...
I' stó' sempe 'mbriaco
e nun bevo maje vino...

Aggio fatto nu vuto
â Madonna d''a neve:
si mme passa 'sta freve,
oro e perle lle dó'...

Te voglio...te penzo...te chiammo...
te veco...te sento...te sonno...



Στίχοι: Libero Bovio.
Μουσική: Ernesto Tagliaferri / Vincenzo Valente.
Τραγούδι του 1934.

Η ΕΛΕΝΙΤΑ ΒΑΡΓΑΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΕΝΑ ΒΑΛΣΑΚΙ



MARIO CAVAGNARO


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η HELENITA VARGAS

EL ROSARIO DE MI MADRE

Aunque no creas tu
Como que me oye dios
Esta sera la ultima cita de los dos

Comprenderas que por demas
Que te empeñes en finguir
Porque el dolor de un mal amor
No es como para morir

Pero desecha ya
Mas bella ilucion
A nadie ya en el mundo
Dare mi corazon

Devuelbeme mi amor
Para matarlo
Devuelveme el cariño que te di
Tu no eres quien merece conservarlo
Tu ya no vales nada para mi

Devuelveme el rosario de mi madre
Y quedate con todo lo demas
Lo tuyo te lo envio culaquier tarde
No quiero que me veas nunca mas

Η ΓΛΩΣΣΑ MΟΥ ΟΝΤΩΣ ΑΓΝΟΕΙ ΤΟ ΟΝΤΩΣ ΣΥΜΒΑΙΝΟΝ


FRANCESCO PETRARCA


221 [: ΠΟΙΟ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ, ΠΟΙΟ ΓΚΟΥΒΕΡΝΟ ΚΑΙ ΠΟΙΑ ΠΛΑΝΗ]


  Ποιό πεπρωμένο, ποιό γκουβέρνο και ποιά πλάνη
με στέλνουν άοπλον τελείως να πολεμήσω;...
να νικηθώ και πάλι;... Θαύμα θά ’ναι, πίσω
αν έλθω· κι αν χαθώ, της μοίρας θά ’ν’ φιρμάνι.
  Πλην ο χαμός μου κέρδος μάλλον είναι, σαν οι
γλυκιές φωτιές του βλέμματός της πώς να ζήσω
με μάθαν μέσα στην πυρά, τυφλός, στο γείσο
του πόνου χρόνους είκοσι αφημένος. Φτάνει
  ν’ ακούσω τους αγγέλους του θανάτου χαίρο-
ντες, σαν ιδώ το λάμπρος των αγαπημένων
ματιών της να με λούζει με αστραπές. Τον Έρω-
  τα δέχομαι που με λαβώνει πεθαμένον·
τον νου μου χάνω τότε και τί λέω δεν ξέρω –
η γλώσσα μου όντως αγνοεί το όντως συμβαίνον.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΒΙΚΤΩΡ ΟΥΓΚΩ!


VICTOR HUGO


A UNE FEMME


Enfant ! si j'étais roi, je donnerais l'empire,
Et mon char, et mon sceptre, et mon peuple à genoux
Et ma couronne d'or, et mes bains de porphyre,
Et mes flottes, à qui la mer ne peut suffire,
Pour un regard de vous !

Si j'étais Dieu, la terre et l'air avec les ondes,
Les anges, les démons courbés devant ma loi,
Et le profond chaos aux entrailles fécondes,
L'éternité, l'espace, et les cieux, et les mondes,
Pour un baiser de toi !


Το ποίημα αυτό μάς το έφερε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Carry Underwood.

ΑΛΛΙΩΣ...


LUDWIG UHLAND


ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΗ


Τ’ αγέρια ξύπνησαν γλυκά,
Μέρα και νύχτα μυστικά
Θροούν και πάλι σβούνε.
Καινούριοι αχοί, νέα ευωδιά!
Μην τρέμης πια, φτωχή καρδιά,
Κι όλα σου αλλοιώς θαρθούνε.

Πιο όμορφη η γης καθημερνά
Θαρρείς πως νέα ζωή ξυπνά,
Παντού οι ανθοί πως ζούνε·
Λουλουδιασμένη η λαγκαδιά:
Ξέχνα τον πόνο σου, καρδιά,
Κι όλα σου αλλοιώς θαρθούνε.



Μετάφραση: Λέων Κουκούλας.
Από το βιβλίο: «Ανθολογία Γερμανικής Ποίησης 1749-1921», Εκάτη, Αθήνα 2001, σελ. 61.

ΜΕΤΑΝΙΩΜΕΝΟΙ


ΣΟΦΙΑ ΜΑΥΡΟΕΙΔΗ-ΠΑΠΑΔΑΚΗ


ΣΤΟ ΦΑΛΗΡΟ


Η πλήξη ψες μας είχε ξαναφέρει
στο Φάληρο, σε κάποιαν αμμουδιά,
ερωτικό μας άλλοτε λημέρι.
Πιο πέρα, μες στην έρημη βραδιά

πιασμένα τρυφερά, χέρι με χέρι,
δυό ερωτεμένα εκάθονταν παιδιά.
Μα εμάς του κάκου ζήταγε η καρδιά
παληές χαρές στη θύμηση να φέρει.

Κι ως άρχιξε η ψυχρούλα να πληθαίνει
«Τί θέμε» μού ’πες «δω, τέτοιον καιρό;»
Κι εφύγαμε κι οι δυό μετανιωμένοι.

Έκανε, αλήθεια, κρύο τσουχτερό
στ’ ακροθαλάσσι τη βραδιάν εκείνη.
Μα το ζευγάρι τ’ άλλο είχε απομείνει...




Από το βιβλίο: «Η χαμηλή φωνή: τα λυρικά μιας περασμένης εποχής στους παλιούς ρυθμούς. Μια προσωπική ανθολογία του Μανόλη Αναγνωστάκη», Νεφέλη, Αθήνα 1990, σελ. 196.

Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2008

ΠΕΝΤΕ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΙ ΤΥΠΟΙ ΑΥΞΗΣΕΩΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΣΕ ΔΥΟ ΜΟΝΟ ΣΤΙΧΟΥΣ!


ΒΙΤΣΕΝΤΖΟΣ ΚΟΡΝΑΡΟΣ


ΔΥΟ ΣΤΙΧΟΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟ


Εμέρωσ’, εσυνήφερε, ήλαψ’ η ομορφιά της
  κι’ επάψαν οι τρομάρες της που γροίκαν η καρδιά της.


Ερωτόκριτος, Β, στ. 2421-2422.

ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ


JULES SUPERVIELLE


ΑΛΛΑΓΕΣ


Στης αυγής τα τενάγη, προτού χαράξει η μέρα
Πίναν τα νυχτοπούλια και πίνανε ώσπου άφησε
Κι η σελήνη την τελευταία πνοή της.
Πίναν και πίνανε ώσπου πέθαναν όλα.

Μα να! Τα φλογοπούλια του πρωιού
Που χτίζουνε φωλιές φωτιές στο φως
Να τα! Με τις ασημόγαζες των οριζόντων και
Με το χρυσόν αγέρα τους που φτερακάει!



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΘΕΡΝΟΥΔΑ!


LUIS CERNUDA


DONDE HABITE EL OLVIDO


Donde habite el olvido,
En los vastos jardines sin aurora;
Donde yo sólo sea
Memoria de una piedra sepultada entre ortigas
Sobre la cual el viento escapa a sus insomnios.

Donde mi nombre deje
Al cuerpo que designa en brazos de los siglos,
Donde el deseo no exista.

En esa gran región donde el amor, ángel terrible,
No esconda como acero
En mi pecho su ala,
Sonriendo lleno de gracia aérea mientras crece el tormento.

Allí donde termine este afán que exige un dueño a imagen suya,
Sometiendo a otra vida su vida,
Sin más horizonte que otros ojos frente a frente.

Donde penas y dichas no sean más que nombres,
Cielo y tierra nativos en torno de un recuerdo;
Donde al fin quede libre sin saberlo yo mismo,
Disuelto en niebla, ausencia,
Ausencia leve como carne de niño.

Allá, allá lejos;
Donde habite el olvido.


Το ποίημα μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Cheryl Tweedy.

ΑΝΘΟΣ ΠΟΥ ΑΝΟΙΓΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΑΝΕΜΟ


ALEJANDRA PIZARNIK


[ΟΧΙ ΠΙΑ ΟΙ ΓΛΥΚΕΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ]


όχι πια οι γλυκές μεταμορφώσεις
ενός κοριτσιού από μετάξι
υπνοβατικού τώρα στην κορνίζα
της καταχνιάς
το σήκωμα του χεριού αποπνέοντας
άνθος που ανοίγεται στον άνεμο



Μετάφραση: Βασίλης Λαλιώτης.

Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2008

ΣΤΗΝ ΠΗΓΗ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ


FRANCESCO PETRARCA


177 [: Ο ΕΡΩΣ, ΦΤΕΡΩΤΟΣ ΤΩΝ ΠΟΝΩΝ ΣΥΝΟΔΙΤΗΣ]


  Ο Έρως, φτερωτός των πόνων συνοδίτης,
σε μιάν ημέρα μέσα μού ’δειξε τα πόσα
οι Αρδέννες μάγια κλειούν, καλά και καρδιοδρόσα,
και μ’ έβγαλε στον ουρανό της Αφροδίτης.
  Γλυκό το δάσος να πατάς, νερά της κοίτης
να σε ξεπλένουν (άοπλος εσύ, με τόσα
ο Άρης όπλα απάνω του), και σε μια φόσα
την έγνοια να πετάς, και τη φριχτήν ειδή της
  μεμιάς να σβήνεις. Άμα πέφτει της εσπέρας
το σκότος, τρόμους μού γεννάνε των ερώτων
τα έργα, ενώ εντός μου μουγκανάει το τέρας
  των ματαιώσεων. Πλην όμως, με ανειπώτων
ορμών τη δράση με δροσίζει εδώ ο αγέρας
και με ξαναπηγαίνει στην πηγή των φώτων.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
Το ποίημα αυτό αρέσει στην εικονιζόμενη φίλη μας κ. Olga Tanon.

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΝΥΧΤΑ ΧΩΡΙΣ ΤΑ ΧΑΛΑΖΙΑ ΤΗΣ


ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ


ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΠΤΗΣΕΩΣ


μια γυναίκα ξεγυμνώνεται
μέσα σ’ ένα θόρυβο
από κροταλίες
και σπέρνει τα μάτια της
και σπέρνει τα βυζιά της
κάνει τις μανάδες να κλαίν
κάνει τ’ άλογα να χλιμιντρούν
σταματά τα ρολόγια
νεκρώνει τους ουρανούς
σέρνει τα βίντσια του κορσέ της
βάφει μεταφυσικά τη λειψανοθήκη του ωραίου πυγμάχου
ορκίζεται στην απώλεια του έρωτος

και η αύριον;

τίποτε: δεν υπάρχει νύχτα χωρίς τα χαλάζια της



Από τη συλλογή «Η επιστροφή των πουλιών», 1946.
Από το βιβλίο: Νίκος Εγγονόπουλος, «Ποιήματα», Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, Αθήνα 1999, σελ. 234.

ΦΡΟΥΤΑ ΚΑΙ ΑΝΘΗ



JOSÉ ÁNGEL BUESA


BALADA DEL LOCO AMOR

I


No, nada llega tarde, porque todas las cosas
tienen su tiempo justo, como el trigo y las rosas;
sólo que, a diferencia de la espiga y la flor,
cualquier tiempo es el tiempo de que llegue el amor.
No, Amor no llega tarde. Tu corazón y el mío
saben secretamente que no hay amor tardío.
Amor, a cualquier hora, cuando toca a una puerta,
la toca desde adentro, porque ya estaba abierta.
Y hay un amor valiente y hay un amor cobarde,
pero, de cualquier modo, ninguno llega tarde.


II

Amor, el niño loco de la loca sonrisa,
viene con pasos lentos igual que viene a prisa;
pero nadie está a salvo, nadie, si el niño loco
lanza al azar su flecha, por divertirse un poco.
Así ocurre que un niño travieso se divierte,
y un hombre, un hombre triste, queda herido de muerte.
Y más, cuando la flecha se le encona en la herida,
porque lleva el veneno de una ilusión prohibida.
Y el hombre arde en su llama de pasión, y arde, y arde
Y ni siquiera entonces el amor llega tarde.


III

No, yo no diré nunca qué noche de verano
me estremeció la fiebre de tu mano en mi mano.
No diré que esa noche que sólo a ti te digo
se me encendió en la sangre lo que soñé contigo.
No, no diré esas cosas, y, todavía menos,
la delicia culpable de contemplar tus senos.
Y no diré tampoco lo que vi en tu mirada,
que era como la llave de una puerta cerrada.
Nada más. No era el tiempo de la espiga y la flor,
y ni siquiera entonces llegó tarde el amor.


*******************************************


ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΕΝΟΣ ΤΡΕΛΟΥ ΕΡΩΤΑ

Ι


Τίποτα δεν φτάνει αργά· τα πράγματα στον κόσμο όλα
έχουν κι αυτά την ώρα τους, σαν τη λευκή γλαδιόλα.
Μόνο που αλλιώτικα από τ’ άλλα όλα, φρούτα και άνθη,
ο έρως δεν χρειάζεται σωστή στιγμή για νά ’ρθει.
Ο έρωτας δεν φτάνει αργά, όχι· τις καρδιές αν θα ρωτήσεις,
θα σου το πουν: στον έρωτα δεν έχουμε καθυστερήσεις.
Ο έρωτας την πόρτα σου σαν έρθει να χτυπήσει
θα την χτυπά από μέσα σου, γιατί έχεις ήδη ανοίξει.
Δυό ξέρω μόνο έρωτες: τον ντροπαλό, τον θαρραλέο·
κανείς δεν φτάνει αργά – κι αν θες σ’ το ξαναλέω.


ΙΙ

Ο έρωτας, γλυκό παιδί, μα με διαβόλου γέλιο,
αργά ή γρήγορα θα ρθεί, το γράφει το ευαγγέλιο.
Αλί σ’ αυτόν που ο έρωτας στο μάτι του θα βάλει
και με τα βέλη τα αιχμηρά ποθεί να παίξει πάλι.
Απλώς, λοιπόν, για τη χαρά και του μικρού την αταξία,
πέφτει κανείς του θανατά κι ελπίζει αθανασία.
Μα από όλα τους χειρότερο, η μόλυνση στο τραύμα
και τότε η μόνη λύση φαίνεται να είναι κάνα θαύμα.
Ο άντρας μες στον πόθο του καίγεται και στο πάθος·
μα αν πει πως φτάνει ο έρωτας αργά, μεγάλο κάνει λάθος.


ΙΙΙ

Ποιο βράδυ θέρους έγινε, ποτέ δεν θα προδώσω
που του χεριού σου μ’ άφησες τον πυρετό να νιώσω.
Δεν θα το μάθει άνθρωπος, εσύ το ξέρεις μόνο
πως άναψε στο αίμα μου το όνειρό μας πόνο.
Όχι, κουβέντα δεν θα πω απ’ αυτά, λιγότερα ακόμα…
των δυο ματιών σου πόσο εγώ ζητώ να δω το χρώμα.
Κανείς αυτό που εγώ μες στη ματιά σου είδα δεν θα μάθει·
χρυσό ήτανε κλειδί για της δικής σου της καρδιάς τα βάθη.
Έτσι έγινε· δεν ήταν ’κείνη εποχή για φρούτα και άνθη,
πλην ούτε τότε ο έρως άργησε στο πλάι μας για νά ’ρθει.


Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη.

ΤΖΩΝ ΝΤΟΝ!


JOHN DONNE


[O MIGHT THOSE SIGHS AND TEARS RETURN AGAIN]


O might those sighs and tears return again
Into my breast and eyes, which I have spent,
That I might in this holy discontent
Mourn with some fruit, as I have mourned in vain;
In mine Idolatry what showers of rain
Mine eyes did waste! what griefs my heart did rent!
That sufferance was my sin; now I repent;
'Cause I did suffer I must suffer pain.
Th' hydropic drunkard, and night-scouting thief,
The itchy lecher, and self-tickling proud
Have the remembrance of past joys for relief
Of comming ills. To (poor) me is allowed
No ease; for long, yet vehement grief hath been
Th' effect and cause, the punishment and sin.



Ευχαριστίες οφείλουμε στην εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Catherine McPhee, για την αποστολή του ποιήματος αυτού.

Τρίτη, 24 Ιουνίου 2008

ΑΝΕΥ ΣΚΟΠΟΥ, ΑΝΕΥ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΣ


BERTOLT BRECHT


Η ΑΝΟΙΞΗ

1

Η άνοιξη έρχεται.
Το παιχνίδι ανανεώνεται των φύλων,
Οι εραστές τα ξαναβρίσκουνε.
Φτάνει ένα χάδι απ’ του αγαπημένου το χέρι απαλό
Και της κοπέλλας το στήθος ριγεί από τη λαχτάρα.
Η φευγαλέα τον παρασύρει ματιά της.


2
Νέο φως φωτίζει
Τη χώρα για τους εραστές την άνοιξη.
Πολύ ψηλά θα δεις τα πρώτα σμάρια
Των πουλιών να πετάνε.
Ο αέρας είναι πλέον ζεστός.
Οι μέρες μακραίνουν,
Οι αγροί λάμπουν, λάμπουν συνέχεια.


3
Δέντρα και χορτάρια θεριεύουν
την άνοιξη.
Τα δάση, τα λιβάδια, οι κάμποι
Στιγμή δεν παύουν γόνιμοι νά ’ναι.
Η δε γης γεννάει νέα γεννήματα
Άνευ σκοπού, έτσι, άνευ διακρίσεως.




Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΤΟ ΑΝΤΙΧΤΥΠΗΜΑ


UGO DA MASSA (13ος αιώνας)


[AMORE FUE INVISIBOLE CRIATO]


Amore fue invisibole criato,
però invisibol ven la 'namoranza,
chè null'omo lo sente prim'è nato,
quando s'aprende tutt'à sot[t]iglianza

chè 'n meve sede e ven dissimulato.
Mas ciò ch'è detto, c'ave in sè pos[s]anza,
natura li consente, ed ègli dato
come lociore, così esicuranza.

O Deo, che invisibol lo facesti,
di tanto meno li piacesse in grato
che quando of[f]ende of[f]ender si potisse,

di sì grande segnoria che li desti,
ca di '[n]visibol tornasse incarnato,
che s'omo lo colpisse, che sentisse.


********************************

[ΑΘΩΡΗΤΟΣ ΕΙΝ’ Ο ΕΡΩΤΑΣ ΠΛΑΣΜΕΝΟΣ]


Αθώρητος είν’ ο Έρωτας πλασμένος
και κανείς δεν τον βλέπει πώς γεννιέται,
κι όποιος έμειν’ ερωτοχτυπημένος
δεν ξέρει πού έχει αρχή, πούθε κρατιέται.

Ήρθε κρυφά· και μέσα μου κρυμμένος
μένει. Μα η δύναμή του δε μετριέται
κ’ είναι απ’ τη φύση πλούσια προικισμένος
κι αφού αθώρητος είναι δεν χτυπιέται.

Πλάστη, που του έχεις δώσει τέτοια χάρη,
θά ’θελα σαν ορμάει να μας πληγώσει
νά ’χε κι ο ίδιος κορμί, κ’ έτσι να νιώσει

πως ό,τι δώσει πίσω θα το πάρει…
Και να ιδούμε αν χτυπάει, σαν θα γνωρίσει
πως κι’ ο άνθρωπος θα τον αντιχτυπήσει!



Μετάφραση: Μαρίνος Σιγούρος.
Από το περιοδικό «Επετηρίς Ιδρύματος Νεοελληνικών Σπουδών», Διευθυντής Φαίδων. Κ. Μπουμπουλίδης, τόμος ένατος (1995-1996), Αθήναι, σελ. 343.
(Εσφαλμένα αναγράφεται εκεί το όνομα του ποιητή ως «UGO DI MASSA». Το πλήρες όνομά του είναι «UGO DA MASSA CONTE DI SANTAFIORA». Το πρωτότυπο κείμενο το πρόσθεσα εγώ.).

ΜΠΕΝΖΑΜΕΝ ΠΕΡΕ!


BENJAMIN PÉRET (1899-1959)


ÇA CONTINUE


La vieille valise la chausette et l’endive
se sont donné rendez-vous entre deux brins d’herbe
croissant sur un autel habité par des tripes
Il en est résulté la création d’une banque hypothécaire
qui prête des oignons pour recevoir des fauteuils
Et le monde continue
Un petit tas de sable par ci
Un ressort abandonné par là
Une oreille en moins se retrouve
barbe poisseuse
dans un salon Louis XV
Et le chiendent aide la chienne de vie
qui lèche des culs et marche sur des pieds
Et nous n’en finirions pas s’il nous fallait parler
de tous les boutons de porte vomissant quand la main les empoigne

de tous les escaliers qui se bouchent le nez
à cause du macchabée des cravates
et des poissons rouges qui meurent de honte
et des pigeons qui refusent de se poser sur des nez
tombés depuis trop longtemps dans le ruisseau
où nul n’ose s’aventurer
parce que trop vieux ou trop jeune
ou parce qu’il va perdre son train
qui heureusement déraillera


Αναρτήθηκε κατόπιν επιθυμίας της εικονιζόμενης φίλης του ιστολογίου κ. Misha Barton.

ΥΛΗ ΑΝΑΣΤΗΜΕΝΗ


ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ ΜΩΡΑΪΤΗΣ (1951)


[ΥΠΑΡΧΟΥΝΕ ΗΜΙΓΥΜΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ]


Υπάρχουνε ημίγυμνα κορίτσια
δέντρα σ’ ανθοφορία, κτίρια σε φθορά
και το δωμάτιο δροσερό μέσα στο λιοπύρι
όπου εργάζεσαι σκληρά να σβήσεις
μέσα σου τον ποιητή, εξοικειώνοντάς τον
σιγά-σιγά με την ανωνυμία.
Σ’ αυτήν την πόλη μακριά από τις πόλεις
όπου αγωνίζονται ποιός θα πει
το πλέον πειστικό ψέμα, αναπλάθεις
αυτό που δεν έχει επινοηθεί, κι όμως
για δύο αιώνες τώρα έχουν πάψει
        να το αναγνωρίζουν.
Ελεύθερος εν τέλει να μιλήσεις κι οι λέξεις
στο στόμα σου βαριοί σαν οβολοί –
το λίγο το πραγματικό
το τίποτε του όλου αναιρεί,
ύλη αναστημένη.



Από το βιβλίο: Ερωτόκριτος Μωραΐτης, «Η πόλη των νεκρών», Εκδόσεις Τυθποεκδοτική, Κέρκυρα 2005, σελ. 50.

Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2008

ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΤΑΧΤΕΣ


GOETHE


ΕΝΑΤΟ ΕΛΕΓΕΙΟ ΤΗΣ ΡΩΜΗΣ [: ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΑΤΙΚΗ ΑΝΕΒΑΙΝΕΙ Η ΦΛΟΓΑ...]


Φθινοπωριάτικη ανεβαίνει η φλόγα στο συντροφικό μας τζάκι, εδώ στην ύπαιθρο·
  σπιθοβολάει και τρίζει έτσι όπως απ’ τα κούτσουρα εκτινάσσεται για πάνω.
Το πράγμα αυτό μ’ αρέσει πιο πολύ τα βράδυα, αφού, προτού
  γινούν τα λόγια κάρβουνα και τα σκεπάσει η στάχτη,
θα μού ’ρθει το γλυκό μου κοριτσάκι. Τότε ξανανάβουνε τα ξύλα,
  και η νύχτα γίνεται θερμή για μας γιορτή περίλαμπρη.
Χαράματα οι έγνοιες της μακριά μού την αρπάζουν απ’ την κοίτη των ερώτων
  μα, πριν να φύγει, πάντα θα σκαλίσει την εστία για ν’ αναστηθούν οι φλόγες της.
Σε τούτη μόνο τη μαργιόλα ο Έρωτας εδώρησε τη χάρη
  χαρά να δίνει ζωντανή βγαλμένη από τις στάχτες.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
Αγνοώ ποιά είναι η εικονιζόμενη κυρία. Την "ψάρεψα" κυκλοφορούσα στο διαδίκτυο. Φοράει ωραία χρώματα - τα δύο ωραιότερα... Εικάζω ότι θα άρεσε και στον μεγάλο δάσκαλο. Γι' αυτό την "κρέμασα".

ΟΙ ΦΤΟΝΕΡΕΣ ΑΣ ΒΡΑΣΟΥΝ ΓΛΩΣΣΕΣ!


FRANÇOIS VILLON


XI. ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΦΤΟΝΕΡΩΝ ΓΛΩΣΣΩΝ


Σ’ αρσενικό, σε νίτρο, στη φωτιά
Τ’ ασβέστη, σε μολύβι αναβρασμένο
–Για να ξεμαγαρίσουν πιο καλά–,
Σε πισσάλειμμα καλοδιαλυμένο,
Σε ζουμί απ’ Οβριάς κάτουρα φτιασμένο
Και σκατά. Σ’ αποπλύματα λεπρών,
Σε λίγδες ποδαριών και παπουτσιών,
Σ’ αψιά φαρμάκια ή μέσα σε καμπόσες
Χολές φιδιώνε, λύκων, τσακαλιών,
Τούτες οι φτονερές ας βράσουν γλώσσες!

Σε μαύρου γερογάτου τα μυαλά
Φαφούτη, με τομάρι ψωριασμένο,
Σε γέρου μούργου –π’ όμοια έχει καλά–
Λυσσάρικου, το σάλιο το πηγμένο,
Σ’ αφρούς από μουλάρι αρρωστημένο
Που τα’ όργωσαν οι κόψες ψαλιδιών,
Σε νερά που πνιγμένων ποντικών
Πλένε κουφάρια, βάτραχοι και τόσες
Φίνες ράτσες ζουδιών σιχαμερών,
Τούτες οι φτονερές ας βράσουν γλώσσες!

Σε σουμπλιμέ που καίει τα σωθικά,
Και σ’ αφαλό από φίδι μανιασμένο·
Σ’ αίμα που το ξεραίνουνε σ’ αγγειά
Οι κουρέηδες –σα βγαίνει γιομισμένο
Το φεγγάρι– μαυροπρασινισμένο·
Σε φάουσας έμπυα, σε νερά σγουρνών
Που πλένουν κωλοπάνια· σε πορνών
Κλύσματ, –δε με νιώθουν όσοι κι όσες
Δεν τρέχουν στα μπορντέλα όπως εγώ–
Τούτες οι φτονερές ας βράσουν γλώσσες!

Για το σούρωμα αυτών των λιχουδιών
Πάρ’ τον πάτο των χεσμένωνε βρακιών,
Πρίγκηπά μου. Πρώτα όμως σε καμπόσες
Τσίρλες μικρούλικώνε γουρουνιών
Τούτες οι φτονερές ας βράσουν γλώσσες!


Μετάφραση: Σπύρος Σκιαδαρέσης.
Από το βιβλίο: François Villon, «Οι μπαλάντες κι άλλα ποιήματα», Εισαγωγή, έμμετρη μετάφραση και σχόλια Σπύρος Σκιαδαρέσης, Πλέθρον, Αθήνα 1979 [B΄ έκδοση (A΄ έκδοση, Institut Français d’Athènes, Αθήνα 1947)], σελ. 85-87.

ΜΑΡΙΛΙΝΑ ΡΕΒΟΡΑ!


MARILINA RÉBORA


NO ME LLAMES POETA


No me llames poeta -un nombre con laurel-
porque mi voz apenas para cantar acierta;
acaso suavizada por amorosa miel,
tal vez unos acentos armoniosos concierta.

Puede sí que me escurra por el alto dintel
hacia regiones mágicas tras mi azulada puerta,
o que salve los mares en barco de papel
para poblar de trinos la comarca desierta.

Mi voz no fuera el tono para belleza tanta
ni tienen mis adentros un germen de tal genio,
el prodigio se opera por la fe simplemente,

lo mismo que madura la minúscula planta
a los rayos del sol, milagroso convenio
de la abeja y la flor, del ave con la fuente.


Το αναρτημένο σονέττο μάς το ζήτησε η εικονιζόμενη κ. Catharine McPhee, νέα φίλη του ιστολογίου. (Θα μπορούσα να της χαλάσω το χατήρι;)

ΙΠΠΟΤΙΚΑ ΗΘΗ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ


RENDEZ-VOUS


Δεν ήτανε για τέτοια η πρώτη εκείνη
που στο χειμώνα εδιάλεξε βραδιά:
τ’ αηδόνια τρεμουλιάζαν στα κλαδιά
κι έλειπε η προστατευτική σελήνη.

Με περιέργεια είχε περιμείνει,
κι ενώ τη βρήκε ρόδο στη ροδιά,
χωρίς παλμό αισθανόταν την καρδιά
και ξέχασε ώς και τη φιλοφροσύνη.

Επήγαινε στο πλάι της σιωπηλά
φυλάγοντας για κάποια τάχατε άλλη
τα ετοιμασμένα λόγια τα πολλά.

Και μόνο όταν χωρίζονταν, εκεί
θυμήθηκε στο χέρι της να βάλει
τα χείλη του, συνήθεια ιπποτική.

Κυριακή, 22 Ιουνίου 2008

ΕΩΣ ΤΡΥΓΟΣ


FRANCESCO PETRARCA


292 [: ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΠΟΥ ΜΕ ΤΟΣΟ ΠΑΘΟΣ ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΣΑ]


  Τα μάτια, που με τόσο πάθος τραγουδούσα·
τα μπράτσα και τα χέρια και τα πόδια και η όψη
που μ’ είχαν (και μαζί και μόνα) στα δύο κόψει
και ξένος μες στον φίλιο κόσμο επερπατούσα·
  η κόμη (ο χρυσαφένιος ρύακας) που εκοιτούσα·
του αγγελικού της γέλιου η αστραπή, στα σώψυ-
χα μέσα που τον ουρανό έφερνέ μου σό-
ψιον, λίγη στάχτη είναι πια: η Καλλονή είναι α π ο ύ σ α.
  Εγώ όμως ζω, στον πόνο μέσα και στη θλίψη·
χωρίς το φως, που τόσο ελάτρευα, έχω μείνει
– με σάπιο ξύλο σε φουρτούνα μόνος. Τα ύψη
  της λύρας τής ερωτικής τα καταπίνει
ο θρήνος, που έως τρυγός τη φλέβα μού έχει στύψει
– απότιστο το πνεύμα, και άμουσο πια, σβήνει.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Η εικονιζόμενη φίλη είναι καινούργια στο ιστολόγιο. Λέγεται Aishwarya Rai.

ΟΛΑ ΔΙΚΑ ΣΟΥ...


MICHELANGELO BUONARROTI (1475-1564)


ΣΟΝΕΤΤΟ


Με τα μάτια σου φως γλυκό κοιτάω,
Που δε μπορώ να ιδώ με τα τυφλά μου.
Με τα πόδια σου εγώ φορτίο κρατάω,
Που δεν το συνειθούν τ’ αδύνατά μου.

Με τ’ άφτερα φτερούγια σου πετάω,
Με πάει ο νους σου στα ουράνια από χάμου,
Στην εξουσία σου τρέμω και τολμάω,
Στον ήλιο κρύο, με καίει στο κρύο η στιά μου.

Στη θέλησή σου στέκει η θέλησή μου,
Γίνονται στην καρδιά σου οι στοχασμοί μου,
Η ομιλιά μου από το πνεύμα σου πηγάζει.

Σαν το φεγγάρι κι’ ο εαυτός μου ομοιάζει,
Που άλλο να ιδή η ματιά μας δε γνωρίζει
Στα ουράνια, απ’ όσο ο ήλιος τού φωτίζει.



Μετάφραση: Γεράσιμος Σπαταλάς.
Από το βιβλίο: Γεράσιμος Σπαταλάς, «Ανθοδέσμη από τη Ρώμη και την Ιταλία. Μεταφράσεις», Εκδότης Ι.Ν. Σιδέρης, Αθήναι [χ.χ.], σελ. 42.

ΣΑΛΙΝΑΣ!


PEDRO SALINAS (1892-1951)


SIN VOZ, DESNUDA


Sin armas. Ni las dulces
sonrisas, ni las llamas
rápidas de la ira.
Sin armas. Ni las aguas
de la bondad sin fondo,
ni la perfidia, corvo pico.
Nada. Sin armas. Sola.

Ceñida en tu silencio.
«Sí» y «no», «mañana» y «cuando»,
quiebran agudas puntas
de inútiles saetas
en tu silencio liso
sin derrota ni gloria.
¡Cuidado!, que te mata
—fría, invencible, eterna—
eso, lo que te guarda,
eso, lo que te salva,
el filo del silencio que tú aguzas.



Ευχαριστούμε την εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου, κ. Denise Milani, για την ευγενή προσφορά και αποστολή.

ΣΤΗ ΛΑΓΚΑΔΟΥΛΑ


ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΜΑΤΕΣΙΣ


ΕΙΣ ΡΟΔΟΝ


  Δροσερό ρόδο, που ωραία θ’ ανοίξης
Τα φυλλαράκια την νέαν αυγή
Και ωραίο θα γείρης δια να ξανοίξης
Την κόρη που έρχεται να σε χαρή.
  Στη λαγκαδούλα να σε απιθώση
Που γλυκοσϊσκιάζουν τα δύο βυζιά
Όταν το βλέμμα της να καμαρώση
Πως μες στον κόρφον της στέκεις καλά.
  Κλίνει, ή σε πιάνει και σε μυρίζει
Αν και σε πότισε με κρύο νερό·
Ειπέ της ρόδο, να μην γυρίζη
Σ’ εμέ το βλέμμα της τόσο σκληρό.



Από το βιβλίο: «Άπαντα Αντωνίου Μάτεσι, μετά ιστορικών προλεγομένων, σημειώσεων και γλωσσαρίου [υπό Σπυρίδωνος Δε Βιάζη]», Εν Ζακύνθω, Εκ του Τυπογραφείου «Ο Παρνασσός» του Εκδότου Σεργίου Χ. Ραφτάνη, 1881, σελ. 31.

ΤΟ ΑΝΑΦΑΙΡΕΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ


ΣΤΕΛΙΟΣ ΜΑΦΡΕΔΑΣ


ΠΟΙΗΤΙΚΗ, 2


Όταν με ρωτάς – έγραψες κάτι,
Αναγνωρίζω πως έχεις
κάθε λόγο να ενδιαφέρεσαι.

Ίσως από περιέργεια θέλεις να δεις
τί λέω τούτη τη φορά για τον καημό σου,
ή από καλοσύνη ψάχνεις ρις πληγές
που κακοφορμίζουνε στην ψυχή μου.
Νοιώθω όμως,
πως κάθε που σε προετοιμάζω
σε ποίημα να μεταμορφωθείς,
την ύπαρξή του λεηλατώ
και λέξη-λέξη μέσα μου σε μεταγγίζω.
Περικοκλάδες πάνω σου τα χέρια μου
σου κόβουν την ανάσα,
οι οδυρμοί των λόγων μου στ’ αφτιά σου.

Σαν με ρωτάς αν έχω γράψει κάτι,
τα λύτρα της ομηρίας σου ζητάς.

Ασκείς το αναφαίρετο δικαίωμά σου.



Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό της Λευκάδας «ΠΡΟΚΥΜΑΙΑ», τεύχος 1 (Ιανουάριος-Μάρτιος 2008), σελ. 24.

Σάββατο, 21 Ιουνίου 2008

ΜΕ ΤΟΥΣ ΤΡΙΓΜΟΥΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ


CESARE PAVESE


ΜΑΝΙΑ ΜΟΝΑΞΙΑΣ


  Τρώγω λίγο για δείπνο μπρος στο παραθύρι
καθισμένος, με φως απ’ το δρόμο. Σκοτάδι
στο δωμάτιο·από ’κεί κοιτάς τον ουρανό έξω.
Άμα βγεις, δρόμοι σε βγάζουν ήσυχοι πέρα,
μετά από λίγο, στην απλωσιά τη γενναία τής
εξοχής. Τρώγω και κοιτάω τον ουρανό –ποιος
ξέρει πόσες γυναίκες την ώρα αυτή τρώνε; –
το κορμί μου, γαλήνιο, προσμένει· η εργασία
το ξεκάνει το σώμα, όπως και τις γυναίκες.

  Μετά το δείπνο θα ρθούν τ’ αστέρια ν’ αγγίξουν
στον μεγάλο τον λόγγο το χώμα. Τ’ αστέρια
είν’ εκεί, ζωντανά – περισσότερο, πάντως,
μετράω εγώ τα κεράσια που μόνος μου τρώγω.
Βλέπω τον ουρανό, και ξέρω ότι στις στέγες
εκεί ανάμεσα, τις πορφυρές, φέγγει κάποιο
φως, κι από κάτω ψίθυροι κόβουνε βόλτες.
Μια γερή ρουφηξιά και το σώμα μου γεύεται
τη ζωή των φυτών και των νερών, κουρασμένο
απ’ όλα. Μια σταλιά σιωπή φτάνει, τα πάντα
μεμιάς να σταματήσουν, στον τόπο τον ένα,
τον σωστό, όπως είναι κι εμένα το σώμα
μεινεσμένο εκεί.

              Τα πάντα λήγουν μπροστά σε
ό,τι νιώθω, και το δέχομαι ήρεμα: με τους
τριγμούς της σιωπής. Μες στο σκοτάδι μπορώ να
ξέρω τα πάντα, σαν όπως ξέρω πως το αίμα
κυλάει μέσα στις φλέβες μου. Οι λόγγοι έξω, πέρα,
είν’ μεγάλα νερά, μέσ’ από χόρτα που πάνε
σ’ ένα δείπνο ολωνών των πραγμάτων. Φυτά και
λίθοι ζουν εκεί ασάλευτοι. Ακούω τις τροφές να
ταΐζουν με ό,τι ζει στο λόγγο τις αρτηρίες μου.

  Δε με μέλλει το βράδυ και η νύχτα. Η κορνίζα
του ουρανού μού μιλά σιωπηλά μ’ όλους τους ήχους,
κι ένα αστέρι μικρό σπαρταρά στο κενό της,
μακριά από φαγιά, από σπίτια. Δεν μπορεί μόνο·
έχει ανάγκη πολλές συντροφιές. Στο σκοτάδι
εδώ, μόνο του το σώμα μου είναι γαλήνιο,
τόσο που –κι αν θες, κι αν δε θες– νιώθει αφέντης.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΓΚΟΥΝΑΡ ΕΚΕΛΕΒ!


GUNNAR EKELÖF (1907-1968)


EN JULINATT (PÅ RYGG I EKAN DRIVANDE)


Byggd av sammanträffanden
lyckliga eller olyckliga -
varken lyckliga eller olyckliga
kanske inte ens sammanträffanden
av stränga, icke stränga stjärnor
märkpunkter i en benstomme i vardande
ofullgången, ännu blott skematiskt byggd
av punkter markerande belägenheten för
knäskålar, höftskålar, armleder
senfästen, kraftlinjesamlande punkter -
också förbroskningar, felläkningar
sensträckningar, predestinerade
frakturer . . . Vem kan utröna hur
benen bildas i den havandes liv
eller vid vilken tidpunkt han skall
förändra atomvikt, och ben av hans ben
med honom vi?

Du som har makt med ditt barn
och kan fördriva det
eller ta bort det
förskjuta det, utsätta det
du som ofattbart bortom, ovanför
astronomiska kategorier
kanske stökar omkring i ditt kök
eller driver på gatan med oss
lycklig eller olycklig
varken lycklig eller olycklig
som kvinnor är mest, funderande över
utvägar, möjligheter!

Låt mig behålla min värld,
min prenatala värld!
Ge mig tillbaka min värld!
Mörk är min värld
men i mörkret vill jag gå hem
genom gräs, under dungar.


Αναρτάται με την ευγενική μέριμνα της εικονιζόμενης φίλης του ιστολογίου κ. Carla Gugino.

ΕΝΑΣ ΑΠΑΛΟΣ ΑΝΕΜΟΣ ΑΠΛΩΝΕΤΑΙ ΣΤΟ ΤΟΠΙΟ


LARS GUSTAFSSON (1936)


ΖΕΣΤΑ ΚΑΙ ΚΡΥΑ ΔΩΜΑΤΙΑ


Από ζεστά δωμάτια πηγαίνουμε σε κρύα
και από κρύα σε ζεστά διαρκώς.

Το νεογέννητο κραυγάζει ξαφνικά στο φως,
γνωρίζοντας παρόλ’ αυτά ότι η συντέλεια πλησιάζει.

Τί πολιτείες αμέτρητες θαμμένες κάτω από το χώμα
πλάθουνε αυτό που ονομάζουμε καρδιά!

Ο έρωτας είναι ένας τρόπος να θυμάσαι και όχι να ξεχνάς.

Κάποτε ήμαστε χιόνι κρυστάλλινο στεγνό
που κρύος αέρας έσπρωχνε σε στρόβιλο,

πάνω σε παγετώνες που άστραφταν. Χωρίς έλεος.

Μεγάλες μέρες του καλοκαιριού ζεστές κάτω από τις κορυφές τεράστιων δέντρων
στην πράσινη σκιά τους βόσκουν βασιλικά ελάφια.

Ένας απαλός άνεμος απλώνεται στο τοπίο.

Θέλω να πω με το παράπονο πρέπει να ρθεί το τέλος.


     (από τη συλλογή «Ζεστά και κρύα δωμάτια», 1972)



Μετάφραση: Μαργαρίτα Μέλμπεργκ.
Από το βιβλίο: «Σύγχρονη σουηδική ποίηση. Είκοσι ποιητές του εικοστού αιώνα», Πρόλογος – επιλογή - μετάφραση Μαργαρίτα Μέλμπεργκ, Επιμέλεια των ποιημάτων Κώστας Παπαγεωργίου, Εκδόσεις ΓΝΩΣΗ, Αθήνα 1994, σελ. 202.

Παρασκευή, 20 Ιουνίου 2008

ΣΕ ΠΟΙΑ ΥΨΗ ΑΝΕΒΑΙΝΕΙΣ ΠΟΙΗΤΗ;



GOETHE


ΕΒΔΟΜΟ ΡΩΜΑΪΚΟ ΕΛΕΓΕΙΟ [: Ω, ΤΙ ΧΑΡΑ ΣΤΗ ΡΩΜΗ ΝΙΩΘΩ!]


Ω, τί χαρά στη Ρώμη νιώθω! Τον καιρό θυμάμαι εδώ
  που μέρες σκυθρωπές με ζώνανε στα βόρεια κλίματα:
θλιμμένος και βαρύς ο ουρανός να πέφτει ώς το κεφάλι μου,
  να μ’ εξαντλεί, κι ο κόσμος γύρω μου χωρίς καν σχήμα ή χρώμα,
κι εγώ στις στενωπούς του νου του αμέρευτου να ψάχνω εμένανε
  τον ίδιον, και νά ’χω βυθιστεί βουβός στου λογισμού τα μύχια.
Του πάλλαμπρου η λάμψη αιθέρος μου φωτίζει τώρα πια το μέτωπο·
  ο Φοίβος, ο θεός, στο φως και σχήματα –ιδού!– ανακαλεί και χρώματα.
Αστρόφεγγη διαλάμπει η νύχτα, και ύμνοι αχνάπαλοι αντιλαλούνε,
  και το φεγγάρι αστράφτει πιότερο κι από την πιο στιλπνήν ημέρα του Βορρά.
Μακάριος ο θνητός που τα βιώνει ετούτα! Να ονειρεύομαι ίσως;
  Θ’ ανοίξει ο αμβρόσιος οίκος σου στον ξένο, Δία πάτερ;
Αχ, γονατίζω εδώ... στα γόνατά σου τείνω τώρα εγώ, ικέτης, να!,
  τα χέρια. Ω Ξένιε Ζευ, κι εμένανε ας ακούσεις!
Πώς έφτασα ώς εδώ, ούτ’ εγώ γνωρίζω! Η Ήβη
  τον οδοιπόρον έπιασε, και μ’ έμπασε στο δώμα επάνω.
Εσύ την πρόσταξες να βγει να βρεί έναν Ήρωα να σου φέρει;
  Κι αν επλανήθη η μορφονιά;... Συγγνώμη σου ζητώ, κι από την πλάνη μου όφελος σού δέομαι νά ’χω!
Η Τύχη, η θυγατέρα σου –κι αυτή!–, τα εξαίσια δώρα
  δεξιά-ζερβά σκορπάει, όπως της ερθεί, λες κι είν’ κανά παιδάκι.
Των ξένων όντως είσαι ο θεός; Αν ναι, τον ξένον σου μη διώξεις,
  κι από τον Όλυμπό σου μην γκρεμίσεις τον ξανά στη γης!
«Σε ποιά ύψη ανεβαίνεις, ποιητή;» - Συγγνώμη! Ο ψηλός
  Καπιτωλίνος Λόφος είν’ για σένανε Όλυμπος κι αυτός.
Ανέξου με γι’ αυτό, Δία, εδώ, και πιο μετά με οδηγεί ο Ερμής σιγά-σιγά
  στον Όρκο κάτω, κάτω από την Πυραμίδα του Κεστίου φέρνοντάς με.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΒΟΥΕΣΑ!


JOSÉ ÁNGEL BUESA (1912-1982)


EL GRAN AMOR


Un gran amor, un gran amor lejano
es algo así como la enredadera
que no quisiera florecer en vano
y sigue floreciendo aunque no quiera.

Un gran amor se nos acaba un día
y es tristemente igual a un pozo seco,
pues ya no tiene el agua que tenía
pero le queda todavía el eco.

Y, en ese gran amor, aquel que ama
compartirá el destino de la hoguera,
que lo consume todo con su llama
porque no sabe arder de otra manera.



Το ποίημα μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Sandra Ramirez με την παράκληση να το αναρτήσουμε - όπερ και προθύμως επράξαμε.

ΞΕΠΑΓΙΑΣΜΕΝΟΣ ΗΛΙΟΣ


HEINRICH HEINE


ΓΙΑΤΙ;


Γιατί τα ρόδα είν’ ωχρά,
αγαπημένη μου ψυχή;
Γιατί στην πράσινη εξοχή
τα γιούλια σκύβουνε ξερά;

Γιατί σκορπίζει το πουλί
τραγούδι μελαγχολικό
και σε λιβάνι νεκρικό
το γιασεμί μοσχοβολεί;

Γιατί ο ήλιος έχει βγει
ξεπαγιασμένος, και αχνά
φωτίζει κάμπους και βουνά,
κι είναι σαν τάφος όλ’ η γη;

Γιατί έχω λύπη δυνατή;
Γιατί μ’ αρνήθηκες, γιατί;



Μετάφραση: Κωστής Παλαμάς.
Από το περιοδικό «ΜΠΟΥΚΕΤΟ», τ. Θ΄, τχ. 428 (15.5.1932), σελ. 677.

ΤΟ ΑΘΕΛΗΤΟ ΠΙΚΡΟ ΔΑΚΡΥ


Γ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ (1898-1969)


ΔΡΟΜΟΙ


Δρόμοι λοξοί, που δίπλα σας το παγωμένο ασπρίζει
ρυάκι, κι’ όπου γέρνουνε ξεθωριασμένα κάποια
σπιτάκια, στα κατώφλια τους που η χλόη πρασινίζει,
με σκαλοπάτια ξύλινα γεμάτα βρύα, σάπια.

Δρόμοι, ρημάδι αγροτικό με την ξερή τη στέρνα,
κι’ ένα μαγγάνι αμίλητο που σκούριασε απ’ το χρόνο,
στο δείλι σάς αντίκρυσα κι ο κρύος βοριάς που επέρνα
σάλευε έναν πυρόξανθο σωρό από φύλλα μόνο.

Έναν πυρόξανθο σωρό, και τα’ άχυρα που ακόμα
έβοσκε κάποιο ζώο ισχνό, έτσι σαν άλλοτε ίδια,
σύντριμμα η ρόδα του αμαξιού στο μουσκεμένο χώμα,
κι’ ο στάβλος με τα πράσινα απ’ τα βρύα κεραμίδια.

Μα ό,τι το σπίτι εμψύχωνε στα χρόνια που περάσαν,
το σπίτι μέσα στην αυλή που αμίλητο έτσι γέρνει,
έσβυσε, οι ανθρώποι εζήσανε, πονέσανε, γεράσαν,
κι’ έφυγαν σαν τα φύλλα πια που η χειμωνιά τα παίρνει.

Δρόμοι στη χειμωνιάτικη τη νύχτα που σιμώνει,
με το εργαστήρι του παλιού πεταλωτή στα βάθη,
που το αναμμένο πέταλο χτυπιέται, ηχεί στο αμόνι,
τι να ζητώ μέσα σε σάς που επέρασε κι’ εχάθη.

Ποιά νάναι η γοητεία σας, μικρόσπιτα και τοίχοι
υγροί, απ’ όπου το άρωμα κάποιας γαζίας βγαίνει,
δρόμοι, που πνίγει η μυρουδιά απ’ το καμμένο νύχι
του αλόγου, φλόγα κόκκινη στην πυροστιά αναμμένη;

Νάναι ο θλιμμένος γυρισμός ψυχής πούχουν συντρίψει
οι μάταιοι αγώνες για να βρή ό,τι είχε πλάσει η σκέψη,
κι’ ήρθε σε σάς, δρόμοι παλιοί, για να σας πή, με θλίψη,
ότι ήταν ψέμμα τ’ όνειρο κοντά σας πούχε θρέψει;

Δεν ξέρω, μα όπως άπλωνε η νύχτα του Δεκέμβρη
τα παγωμένα σκότη της στης γειτονιάς την άκρη,
τ’ όνειρο που με πρόδωσε ξανάρθε εκεί να μ’ εύρη
κι’ άθελα κύλησε πικρό στα μάτια μου ένα δάκρυ.



Από το βιβλίο: «Η χαμηλή φωνή. Τα λυρικά μιας περασμένης εποχής στους παλιούς ρυθμούς», μια προσωπική ανθολογία του Μανόλη Αναγνωστάκη, Νεφέλη, Αθήνα 1990, σελ. 136-137.

Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2008

ΜΟΝΟΣ ΠΗΓΑ, ΕΚΩΝ, ΕΚΕΙ


FRANCESCO PETRARCA


89 [: ΑΠ’ ΤΗ ΦΥΛΑΚΗ ΤΟ ’ΣΚΑΣΑ...]


  Απ’ τη φυλακή τό ’σκασα, όπου χρόνια χώσει
μ’ είχε ο Έρως μέσα (φευ!...) κατά το θέλημά του.
Να ξέρατε (αχ!...), γυναίκες, τα κακά δεσμά του
τί θλίψη και κακό, σα σπάσουν, σε τί δόση
  σου φέρνουν!... Ούτε μια ώρα δε ζεις δίχως τοση-
δά απ’ την τυράγνια του!...
- η καρδιά μού τό ’πε κάτου
από συνθήκες σεισαχθείας. Της πλέον αφάτου
ψευτιάς είν’ φίλος ο Έρως κι έχει χαντακώσει
  ευφυέστερους εμού χιλιάδες! Ο ζυγός, τα
δεσμά, η δουλεία καλύτερα είναι απ’ όλα τ’ άλλα
συμπράγκαλα τση ελευθερίας! Σας το λέω μπέσα:
  αργά, πολύ αργά τό ’νιωσα ως Κ α κ ό , ο τάλας,...
ως π λ ά ν η φοβερή, που πιάνει χίλια πόστα
και μόνος πήγα, εκών, εκεί, και έχω πέσει μέσα.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Η ΒΥΣΣΙΝΙΑ


Δ.Π. ΠΑΠΑΔΙΤΣΑΣ


ΜΑΪΟΣ ΣΕ ΑΡΧΑΙΟΤΟΠΟ


Τα λόγια μου ήταν έμφυτα
τά ’παιρναν της λιακάδας τα θροΐσματα

Μάης από τη μια πέτρα στην άλλη
φύσημα στο ρυάκι απ’ τ’ άλλο ρυάκι
Μάης στων χεριών τα ευρήματα
στις αρτηρίες που ακούγεται η ζωή

Τίποτα δεν ρωτούσα
δυό χιλιοστά η απόσταση απ’ τη μίμηση άστρων
κάθε χορτάρι μίμηση τού τί έχεις δει
και τί έχεις πιάσει

Μα εμένα αποβραδίς
με χώριζε σε ψυχικά υλικά ο Πλωτίνος

Σε τύλιγα αβαρής

Το άγγιγμα στο γόνατό σου είναι χρώμα
και το σεργιάνι απ’ τον Κεραμεικό ώς τα’ αυτί σου
ήταν ο δίχως σπλάχνα φίλος
που θα μ’ακούει από αύριο αλλιώς
όπως μας άκουγε ένας θάμνος στην Ηφαίστου
και ύστερα πλάι ξανά στους Τρίτωνες
ο θάμνος μες στον γυάλινο αρχαιότοπο

Ήταν η αίσθηση έμφυτη
κι όπως εγώ, μια βυσσινιά με τύλιξε.


              1982



Από το βιβλίο: Δ.Π. Παπαδίτσας, «Η ασώματη», Εκδόσεις Γνώση, Αθήνα 1983, σελ. 39.

Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΜΝΗΜΑΤΟΣ


ΕΥΑ ΜΟΔΙΝΟΥ


ΕΝΑΓΙΣΜΟΙ


Δεν θα τα δούμε πια τα άσπρα σπίτια μας.
η προστατευτική σκιά των αγαθών θεών
μακραίνει πια από τη μαύρη μοίρα.

Μόνοι απομείναμε εδώ
χωρίς μι’ αφή του κόσμου προσκεφάλι
το χέρι μας τεντώνουμε στον αγέρα

κι η στάχτη των νεκρών στα σπλάχνα μας.

Ή μήπως είμαστε στον άλλο κόσμο ήδη
και πάνωθέ μας σπάζουν τα’ αγγεία των χοών
οι ζωντανοί;

Ποιός ξέρει τί εναγισμούς οφείλουνε ακόμα
οι ψυχές μας.

Ωστόσο ετούτα τα πολύτιμα τα βάζα
οι αρύβαλλοι, οι πυξίδες, τα κοσμήματα
μικρή παρηγοριά μας δίνουν

καθώς η μνήμη μας ατροφική
και δεν μπορούμε πια να δούμε
πώς κόπηκε το νήμα της ζωής μας

κι εδώ βρεθήκαμε γυμνοί στο μέγα Σκότος.



Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό της Κέρκυρας «ΠΟΡΦΥΡΑΣ», τόμος ΚΘ΄, τ. 127 (Απρίλιος – Ιούνιος 2008), σελ. 50.

Τετάρτη, 18 Ιουνίου 2008

ΤΟΥΜΑΣ ΤΡΑΝΣΤΡΕΜΕΡ!... ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΑΝΟΣ!


TOMAS TRANSTRÖMER (1931)


ANSIKTE MOT ANSIKTE


I februari stod levandet still.
Fåglarna flög inte gärna och själen
skavde mot landskapet så som en båt
skaver mot bryggan den ligger förtöjd vid.

Träden stod vända med ryggen hitåt.
Snödjupet mättes av döda strån.
Fotspåren åldrades ute på skaren.
Under en presenning tynade språket.

En dag kom någonting fram till fönstret.
Arbetet stannade av, jag såg upp.
Färgerna brann. Allt vände sig om.
Marken och jag tog ett språng mot varann.


"Den halvfärdiga himlen", 1962

Η ΝΩΧΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΤΥΧΕΡΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΥ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΩΝ


BERTOLT BRECHT


Η ΒΑΒΥΛΩΝΙΑΚΗ ΣΥΓΧΥΣΗ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ


Η βαβυλωνιακή –που λέτε- σύγχυση των λέξεων
οφείλεται στ’ ότι οι εν λόγω λέξεις
είναι η γλώσσα αυτών που παρακμάζουν.
Τ’ ότι δεν την καταλαβαίνουμε πια
οφείλεται στ’ ότι
η κατανόησή της δεν μας χρησιμεύει πια σε τίποτα
Τί να το κάνουν οι νεκροί
να τους λες πώς θα γινότανε
νά ’χανε ζήσει καλύτερα; Μην παρακινείς
και μην προτρέπεις τους αδρανείς
και όσους τά ’χουνε τινάξει
τον κόσμο να γνωρίσουν. Μην τσακώνεσαι
με όποιον έχει να τον περιμένουν κηπουροί.
Καλύτερα είναι –λέω– υπομονή να κάνεις.

Τώρα τελευταία ήθελα
με πονηριά να σας διηγηθώ
την ιστορία ενός σταρέμπορα στην πόλη
του Σικάγου. Στη μέση εκεί που μίλαγα όμως
μ’ εγκατέλειψε τροχάδην η φωνή μου
γιατί είχα απρόσμενα και απότομα
καταλάβει τί κόπο
θα κατέβαλλα να πω την ιστορία αυτή
σ’ όσους ναι μεν δεν έχουνε ακόμη γεννηθεί,
μα σίγουρα θα γεννηθούνε, και μάλιστα
θα ζήσουν σε εντελώς άλλους καιρούς,
αφήνω που –οι τυχεράκηδες!– θ’ αδυνατούν
να καταλάβουν τί είναι σταρέμποραςκαι πώς το σινάφι του
κερδοσκοπεί εδώ ακριβώς δίπλα μας τώρα.

Άρχισα, λοιπόν, να τους το εξηγώ. Μέσα στο νού μου
τον εαυτό μου άκουγα να μιλάει χρόνια εφτά,
πλην δεν συνάντησα
ειμή μόνο βουβές γκριμάτσες απορίας από όλους
τους αγέννητους εκεί ακροατές μου.
Έτσι κατάλαβα ότι εγώ
λέω κάτι
που κάποιοι άλλοι δεν μπορούν να καταλάβουν.

Μου λένε τότε εκείνοι: Μάλλον θά ’πρεπε
τα σπίτια σας ν’ αλλάξετε... το φαΐ...
τον εαυτό σας. Μα για πες μας τώρα εσύ εμάς εδώ –
δεν είχατε κανά σχέδιο πρόχειρο
ή κάποια πρόταση, παρμένη –έστω– απ’ τα βιβλία μέσα
των πιο παλιών καιρών;...
Δεν είχατε μια πρόταση ανθρώπινη
σχεδιασμένη-περασμένη στο χαρτί;
Γιατί μας φαίνεται πως
τα ελατήριά σας είναι πιο κάτω και από ταπεινά,
και υπέρ το δέον υποκείμενα
σε αλλαγές τα προγράμματά σας. Σχεδόν οι πάντες εδώ
διαπιστώνουν
πόσο φτηνά και απάνθρωπα είναι…
και ότι μιάς χρήσεως είναι και μόνον.
Δεν υπήρχε, άραγε, κανά παλιό
απλό πλάνο στη διάθεσή σας
να σας οδηγήσει να βγείτε από τη σύγχυση;

Τους απαντώ: Τα σχέδια υπήρχανε·
μα, βλέπετε, είταν πήχτρα στις διορθώσεις:
πέντε φορές είχαν απάνω τους γραφτεί
σημάδια και κόντρα σημάδια που τά ’καναν
πολύ πιο δυσανάγνωστα και από δυσανάγνωστα,
και άλλες πέντε φορές άλλαξε η πρόταση η αρχική
που πλέον δεν καταλαβαίναμε γρυ
τί επί τέλους ήθελε να πει, τόσο δε,
που κι οι πατεράδες μας εμάς
σε τούτες που σας λέω τις αναφορές
κατάντησαν να μοιάζουνε σ’ εμάς μονάχα.
Τότε ακριβώς τους έφυγε το κουράγιο και η όρεξη
και με παράτησαν στη νωχελική κατανόηση ανθρώπων
τυχερών και πολύ ευτυχισμένων.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ


Ο ΑΓΡΟΣ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ


Όπως η μέλισσα γύρω από ένα άγριο
λουλούδι, όμοια κ’ εγώ. Τριγυρίζω
διαρκώς γύρω απ’ τη λέξη.

Ευχαριστώ τις μακριές σειρές
των προγόνων, που δούλεψαν τη φωνή,
την τεμάχισαν σε κρίκους, την κάμαν
νοήματα, τη σφυρηλάτησαν όπως
το χρυσάφι οι μεταλλουργοί κ’ έγινε
Όμηροι, Αισχύλοι, Ευαγγέλια
κι άλλα κοσμήματα.

Με το νήμα
των λέξεων, αυτόν το χρυσό
του χρυσού, που βγαίνει απ’ τα βάθη
της καρδιάς μου, συνδέομαι· συμμετέχω
στον κόσμο.
Σκεφτείτε
Είπα και έγραψα, «Αγαπώ».



Ωραίο αφιέρωμα στον Νικηφόρο Βρεττάκο έχει η Γητεύτρια (http://uperaspisitispoiisis.blogspot.com/).

ΛΕΒΕΡΤΟΒ!


DENISE LEVERTOV


FOLDING A SHIRT


                    for S.P.

Folding a shirt, a woman stands
still for a moment, to recall
warmth of flesh; her careful hands

heavy on a sleeve, recall
a gesture, or the touch of love;
she leans against the kitchen wall,

listening for a word of love,
but only finds a sound like fear
running through the rooms above.

With folded clothes she folds her fear,
but cannot put desire away,
and cannot make the silence hear.

Unwillingly she puts away
the bread, the wine, the knife,
smooths the bed where covers lay,

while time’s unhesitating knife
cuts away the living hours,
the common rituals of life.


London 1946


Αναρτήθηκε με την ευγενή μέριμνα της εικονιζόμενης φίλης του ιστολογίου κ. Fiona Erdmann.

Τρίτη, 17 Ιουνίου 2008

ΣΤΟ ΔΙΧΤΥ...


FRANCESCO PETRARCA


181 [: ΧΡΥΣΑΠΑΛΟ ΑΠΛΩΣΕ Ο ΕΡΩΣ ΔΙΧΤΥ ΣΤΑ ΧΟΡΤΑΡΙΑ]


  Χρυσάπαλο άπλωσε ο Έρως δίχτυ στα χορτάρια
πλεγμένο όλο με πέρλες, κάτω απ’ τα φυλλώμα-
τα των δεντριών των αειθαλών, που τέρπουν το όμμα,
μα λύπης ίσκιο πιο πολύ σκορπάνε ανάρια
  παρά χαράς. Σπορά γλυκόπικρη με φτυάρια
θαβόταν στου ίμερου ή στων φόβητρων το χώμα
με μούζικες: και πριν την πτώση του Αδάμ ακόμα
δεν είχε μέλος ευγενέστερο ούτε και άρια
  θεϊκότερη ακουστεί. Καθάριο φως, που, τρώγων-
τας του ήλιου αχτίδες, ξάστραψε, απά’ σ’ άσπρο χέρι
(χιονόχερο από φίλντισι), εκειδά ετυλίχτη.
  Στο δίχτυ επιάστηκα, στο δίχτυ μένω ταίρι
λεπτών ηθών και αγγελικών ροπών και λόγων:
στου πόθου, στης χαράς, στης προσμονής το δίχτυ.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2008

ΣΠΑΤΑΛΑ



GOETHE


ΠΕΜΠΤΟ ΡΩΜΑΪΚΟ ΕΛΕΓΕΙΟ [: ΣΤΑ ΚΛΑΣΙΚΑ ΤΑ ΧΩΜΑΤΑ...]


Στα κλασικά τα χώματα χαρά με σκάβει κι ενθουσιασμός ασύνορος·
 ο κόσμος ο παλιός και του παρόντος μού μιλάνε λαγαρά, μου δείχνουν πίστη.
Φυλλομετρώ τα έργα των Αρχαίων –όπως μ’ έχουνε σωστά ορμηνέψει–
 με χέρι ακάματο, κι απόλαυση καινούργια έχω πάντα να ρουφήξω.
Μα σαν νυχτώνει, ο Έρωτας με στρώνει πράγματα άλλα ν’ αναλάβω:
 τί κι αν μαθαίνω τα μισά, διπλός μου βγαίνει ο όλβος!
Ή τάχα δεν μαθαίνω, σαν θωρώ του στήθους της τις φόρμες τις εράσμιες
 και αργόσυρτα, μετά, το χέρι μου ώς τους γοφούς της στρέφω;!
Το μάρμαρο σπουδάζω εδώ σωστά: στοχάζομαι, συγκρίνω,
 με την αφή του όμματος κοιτώ, με του χεριού το βλέμμα νιώθω.
Κι αν ώρες κάμποσες η αγάπη μου μού κλέψει την ημέρα,
 τη νύχτα σπάταλα τη βλάβη και το διάφορο θα μου γυρίσει πάντα.
Φιλιά όταν δεν αλλάζουμε, θ’ αλλάζουμε με λόγια στοχασμούς·
 και σαν την παίρνει ο ύπνος, τότε εγώ, στο πλάι της, στους λογισμούς μου πλέω.
Μες στην αγκάλη της ποιήματα έχω γράψει σωρηδόν,
 στη ράχη της με φτερωμένα δάχτυλα του πόδες
μετράω συχνά του εξάμετρου. Απαλά ανασαίνει μες στο λήθαργο,
 και της ανασαιμιάς της η πυρά τα μύχια ανάβει της καρδιάς μου.
Ανύσταχτο κρατάει ο Έρωτας το φως του λύχνου μου, κι ο νους γυρνάει ξανά στα χρόνια
 που Κάτουλλο, Προπέρτιο, Τίβουλλο έφεγγε κι εφώτα: την τριανδρία την τρανή.




Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
Η "σπάταλη αποζημιώτρια" είναι η εικονιζόμενη κ. Τζουλιέττα Πράντι.

ΣΛΑΟΥΕΡΧΟΦ!


JAN JACOB SLAUERHOFF (1898-1936)


DE ONTDEKKER


Hij had het land waarvoor hij scheepging lief,
Lief, als een vrouw 't verborgen komende.
Er diep aan denkend stond hij droomende
Voor op de plecht en als de boeg zich hief
Was 't hem te moede of 't zich reeds bewoog
Onder de verten, waarin 't sluimerde,
Terwijl 't schip, door de waterscheiding schuimende,
Op de aanbrekende geboort' toevloog.

Maar toen het lag ontdekt, leek het verraad.
Geen stille onzichtbare streng verbond hen tweeën.
Hij wilde 't weer verheimlijken - te laat:
Het lag voor allen bloot. Hem bleef geen raad
Dan voort te varen, doelloos, desolaat.
En zonder drift - leeg, over leege zeeën.


***********************


DER ENTDECKER


Bereits bevor er fuhr, war ihm das Land
so lieb wie einer Frau das Ungeborene,
er hegte in Gedanken das Verborgene;
und hob der Bug sich überm Wellengang,
war ihm, als hätte es sich schon bewegt
unter den Fernen, wo es heimlich träumte,
während das Schiff, das durch die Dünung schäumte,
dem Aufschrei der Geburt entgegenschwebt’.

Einmal entdeckt jedoch, war’s wie Verrat;
kein unsichtbarer Strang verband die beiden.
Er wollte es verheimlichen - zu spät:
es lag für alle bloss. Ihm blieb kein Rat
als fortzufahren, ziellos, desolat,
und ohne Trieb - leer, über leere Weiten.



Τίτλος του ολλανδικού πρωτοτύπου: De ontdekker.
Μετάφραση στα γερμανικά: Ard Posthuma.

Παρασκευή, 13 Ιουνίου 2008

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΤΖΕΝΙΣ ΤΖΟΠΛΙΝ, ΛΑΪΒ ΑΠΟ ΤΟ ΓΟΥΝΤΣΤΟΚ 1969


Στον γιό μου Δημήτρη και στους φίλους του που πετούν αυτή τη στιγμή για την Βιέννη, για να παρακολουθήσουν το Nova Rock Festival.


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η JANIS JOPLIN


TRY JUST A LITTLE BIT HARDER



Try, try, try just a little bit harder
So I can love, love, love him, I tell myself
Well, I’m gonna try yeah, just a little bit harder
So I won’t lose, lose, lose him to nobody else.
Hey! Well, I don’t care how long it’s gonna take you now,
But if it’s a dream I don’t want No I don’t really want it
If it’s a dream I don’t want nobody to wake me.

Yeah, I’m gonna try yeah, just a little bit harder
So I can give, give, give, give him every bit of my soul.
Yeah, I’m gonna try yeah, just a little bit harder
So I can show, show, show him love with no control.
Hey! I’ve waited so long for someone so fine
I ain’t gonna lose my chance, no I don’t wanna lose it,
Ain’t gonna lose my chance to make you mine, all mine.
All right, get it! Yeah!

Try yeah, try yeah, hey, hey, hey, try yeah,
Oh try whoa! Whoa, whoa, whoa, whoa,
Oh anybody, oh anybody, oh anybody,
Try oh yeah (just a little bit harder)
Whoa I gotta try some more,
I said try yeah, aw I said try,
I said try try try try try try,
Oh try oh yeah, try oh yeah!

Hey hey, I gotta talk to my man now,
You know I, I gotta feel for my man now,
I said I, I gotta work for my man now,
You know I, I gotta hurt for my man now,
I think-a every day for my man now,
You know it, every way for my man now.
I say try, try yeah, oh try yeah,
Hey hey hey, try yeah-hey, oh, try...

ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΤΗΣ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑΣ


JORGE ROJO (1981)




Se desliza suave y sutil mientras se mete entre mis sábanas y me abraza por la espalda acurrucándose en mi; escalofríos es todo lo que hoy me brida junto con una daga en mis espina dorsal, duerme junto a mi, como hace tanto tiempo cuando los dos fuimos cómplices de su aislada demencia que me arrastro. Vuelve tan callada como lo fue, sin explicaciones ni consuelo, sin recelos ni reservaciones, sin recuerdo ni olvido, tan oscura y melancólica como los dos.


Ποίημα του ισπανού κ. Γιώργου Κόκκινου μάς το πρόσφερε η εικονιζόμενη κ. Mirca Viola, γραμματέας του κ. Οφθαλμιάτρου. Αποδεχόμαστε την προσφορά και την κρεμάμε πάραυτα!

Η ΜΙΛΛΥ ΚΑΙ Η ΜΙΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΤΟ ΙΔΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΠΡΩΤΑ Η MILLY ΚΑΙ ΚΑΤΟΠΙΝ Η MINA


PARLA MI D’AMORE MARIÙ


Come sei bella più bella stasera Mariù
Splende un sorriso di stella negli occhi tuoi blu
Anche se avverso il destino domani sarà,
Oggi ti sono vicino perchè sospirar, non pensar.

Parlami d'amore Mariù
Tutta la mia vita sei tu
Gli occhi tuoi belli brillano
Fiamme di sogno scintillano.

Dimmi che illusione non è
Dimmi che sei tutta per me
Qui sul tuo cuor non soffro più
Parlami d'amore Mariù.

Parlami d'amore Mariù.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ


ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ

ΤΙ ΘΕΛΕΙΣ ΑΠΟ ΜΕΝΑΝΕ


Τι θέλεις από μένανε
και μου χτυπάς τα μεσάνυχτα;
Για μας τους δυο είναι αργά,
για σένα δεν υπάρχω πια.

Τι θέλεις από μένανε
και μου ξυπνάς πάλι τα παλιά;
Δεν έχω χείλια για φιλιά
και δάκρυα για να κλάψω πια.

Πες πως μ' είδες εχθές
στ' όνειρό σου
όνειρο μέσα στα πολλά.
Πες πως ήμουνα ένας γνωστός σου
μέσ' στο πλήθος που κυλά.
Ο παλιός, ο καλός άνθρωπός σου
τώρα δεν υπάρχει πια.


Στίχοι: Πυθαγόρας.
Μουσική: Χρήστος Νικολόπουλος.
Πρώτη εκτέλεση: Στέλιος Καζαντζίδης.

ΜΙΑ ΠΟΡΤΑ ΑΝΟΙΧΤΗ


ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ


ΤΑ ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙΑ


Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί
κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι
και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.
Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς
δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.
Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη
και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια
γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.
Η πόρτα δεν ανοίγει πιά. Δεν άνοιξε ποτέ
για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος.
Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν
από τότε που υπάρχει ο κόσμος
είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια
για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.

Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.


Από το βιβλίο: Γιώργης Παυλόπουλος, «Ποιήματα 1943-1997», Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2001, σελ. 122.