Τετάρτη, 30 Απριλίου 2008

ΤΩΝ ΘΡΗΝΩΝ Ο ΘΡΟΝΟΣ


FRANCISCO DE QUEVEDO


Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΕΠΙΜΕΝΕΙ ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΒΟΛΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΣΤΟ ΑΜΕΤΡΟ ΤΩΝ ΔΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΑΘΩΝ


Μες στης ψυχης λεν το κελλί πως γαληνεύει η
κρυφή πληγή. Τί πλάνη! Διότι εκεί δαγκώνει
της ζωής το υπόλοιπο, και μες στις φλέβες γκώνει
απ’ το μεδούλι που ρουφάει, καθώς θεριεύει η

φωτιά που τήνε σκάβει. Υδρωπική, εκατέβη
και μού ήπιε ώς και τις στάχτες! Τίποτα δεν σώνει
το σώμα μου που σκέλεθρο θα μείνει ως μόνη
απόδειξη ότι ο έρωτας σε σακατεύει.

Φοβάμαι τους ανθρώπους και με σκιάζει η μέρα·
τους τρόμους μου λυγμοί έχουν μαύροι κατακλύσει,
που εγίναν θάλασσα κουφή. Εγώ στον αγέρα

με τη φωνή του τραγουδιού έχω ξαμολήσει
τους στεναγμούς μου, αλλά του πάθους η φοβέρα
των θρήνων θρόνο στην ψυχή μου, αχ, έχει στήσει.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Η ΜΑΡΙΑ ΔΟΛΟΡΕΣ ΠΡΑΔΕΡΑ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΤΟ "ΓΕΡΙΚΟ ΑΛΟΓΟ"


SIMÓN DÍAZ


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η MARÍA DOLORES PRADERA

CABALLO VIEJO


Cuando el amor, llega así de esta manera
uno no se da ni cuenta, el Carutal reverdece
el Guamachito florece, y la soga se revienta

Caballo le dan sabana,y tiene el tiempo contao
y se va por la mañana, con su pasito apurao
a verse con su potranca, que lo tiene embarbascao
el potro da tiempo al tiempo, porque le sobra la edad
caballo viejo no puede perder la flor que le dan
porque despues de esta vida , no hay otra oportunidad.

Cuando el amor llega así de esta manera
uno no tiene la culpa, quererse no tiene horario
ni fecha en el calendario, cuando las ganas se juntan…



Στίχοι και μουσική: Simón Díaz.


Η ΜΠΑΛΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΑΝΑΡΧΙΚΟΥ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΟΥ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥ ΤΖΟΥΖΕΠΠΕ ΠΙΝΕΛΛΙ


JOE FALLISI


LA BALLATA DEL PINELI


Quella sera a Milano era caldo
ma che caldo che caldo faceva
brigadiere apra un po' la finestra
ad un tratto Pinelli cascò.

Signor questore io gliel'ho già detto
lo ripeto che sono innocente
anarchia non vuol dire bombe
ma giustizia amor libertà.

Poche storie confessa Pinelli
il tuo amico Valpreda ha parlato
è l'autore del vile attentato
e il suo socio sappiamo sei tu.

Impossibile grida Pinelli
un compagno non può averlo fatto
e l'autore di questo misfatto
tra i padroni bisogna cercar.

Stiamo attenti indiziato Pinelli
questa stanza è già piena di fumo
se tu insisti apriam la finestra
quattro piani son duri da far.

Quella sera a Milano era caldo
ma che caldo, che caldo faceva
brigadiere apra un po' la finestra
ad un tratto Pinelli cascò.

L'hanno ucciso perché era un compagno
non importa se era innocente
"Era anarchico e questo ci basta"
disse Guida il feroce questor.

C'è un bara e tremila compagni
stringevamo le nere bandiere
in quel giorno l'abbiamo giurato
non finisce di certo così.

Calabresi e tu Guida assassini
che un compagno ci avete ammazzato
l'anarchia non avete fermato
ed il popolo alfin vincerà.

Quella sera a Milano era caldo
ma che caldo, che caldo faceva
brigadiere apra un po' la finestra
ad un tratto Pinelli cascò.

[E tu Guida e tu Calabresi
Se un compagno ci avete ammazzato
Per coprire una strage di stato
Questa lotta più dura sarà.]

ΒΕΡΛΑΙΝ!


PAUL VERLAINE (1844-1896)


MANDOLINE

Les donneurs de sérénades
Et les belles écouteuses
Échangent des propos fades
Sous les ramures chanteuses.

C’est Tircis et c’est Aminte,
Et c’est l’éternel Clitandre,
Et c’est Damis qui pour mainte
Cruelle fait maint vers tendre.

Leurs courtes vestes de soie,
Leurs longues robes à queues,
Leur élégance, leur joie
Et leurs molles ombres bleues

Tourbillonnent dans l’extase
D’une lune rose et grise,
Et la mandoline jase
Parmi les frissons de brise.


Ευγενική προσφορά της εικονιζόμενης κ. Bianca Balti.

ΠΥΡΕΞ


ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ


ΔΙΟΞΕΙΔΙΟ ΤΟΥ ΠΥΡΙΤΙΟΥ


Περίφημο πυρέξ δεν τό ’ξερα
πως σ’ έφτιαξαν από την άμμο της θαλάσσης.
Όλο το καλοκαίρι κυλιόμουνα στη φλόγα σου
με τη φωτιά σου ζέσταινα το κορμί μου.
Και τώρα που μπουμπουνίζει για καλά
κι αστράφτει στο σκοτάδι της κουζίνας
είσαι εσύ ένα κομμάτι φως καλοκαιριού,
που μου ζεσταίνεις το φαΐ.



Από το βιβλίο: Γιάννης Πατίλης, «Κέρματα», Η μικρή Εγνατία, Θεσσαλονίκη 1980, σελ. 17.

Τρίτη, 29 Απριλίου 2008

ΣΗΜΑΔΙΑ ΚΤΗΝΩΔΙΑΣ


WISŁAWA SZYMBORSKA


ΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ ΤΗΣ ΑΣΧΗΜΗΣ ΑΙΣΘΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΑΣ


Ο κίρκος ουδέποτε λέει ότι αυτός είναι που φταίει.
Ο πάνθηρας δεν θα γνώριζε τι σημαίνει δισταγμός.
Όταν το πιράνχας επιτίθεται, δεν αισθάνεται ντροπή.
Αν τα φίδια είχαν χέρια, θα ισχυρίζονταν ότι τα χέρια τους είναι καθαρά.

Ένα τσακάλι δεν καταλαβαίνει την τύψη.
Τα λιοντάρια κι οι ψείρες δεν ταλαντεύονται στην πορεία τους.
Γιατί θά ’πρεπε αυτά, να ξέρουν πότε είναι δίκαια;

Αν και οι καρδιές φαλαινών φονιάδων πιθανόν να ζυγίζουν ένα τόνο,
είναι ελαφρές από κάθε άλλη άποψη.

Επάνω σ’ αυτόν τον τρίτο πλανήτη του ήλιου
ανάμεσα στα σημάδια κτηνωδίας
μια καθαρή συνείδηση είναι Αριθμός Ένα.


μετάφραση Αλκή Τσελέντη.
Από το βιβλίο: WISŁAWA SZYMBORSKA, "Επιλεγμένα ποιήματα", μετάφραση Αλκή Τσελέντη, Δωδώνη, Αθήνα 2006, σελ.

ΑΪΧ!


GÜNTER EICH (1907-1972)


WO ICH WOHNE


Als ich das Fenster öffnete, schwammen Fische ins Zimmer,
Heringe. Es schien eben ein Schwarm vorüberzuziehen.
Auch zwischen den Birnbäumen spielten sie. Die meisten aber
hielten sich noch im Wald, über den Schonungen und den Kiesgruben.
Sie sind lästig. Lästiger aber sind noch die Matrosen
(auch höhere Ränge, Steuerleute, Kapitäne),
die vielfach ans offene Fenster kommen
und um Feuer bitten für ihren schlechten Tabak.
Ich will ausziehen.


Το ποίημα μάς το έστειλε η καλή φίλη του ιστολογίου κ. Amelie Rebori.

ΔΙΑΒΑΖΕΙ Ο ΧΟΣΕ ΛΕΣΑΜΑ ΛΙΜΑ


JOSÉ LEZAMA LIMA


AH, QUE TU ESCAPES


Ah, que tú escapes en el instante
en el que ya habías alcanzado tu definición mejor.
Ah, mi amiga, que tú no quieras creer
las preguntas de esa estrella recién cortada,
que va mojando sus puntas en otra estrella enemiga.

Ah, si pudiera ser cierto que a la hora del baño,
cuando en una misma agua discursiva
se bañan el inmóvil paisaje y los animales más finos:
antílopes, serpientes de pasos breves, de pasos evaporados
parecen entre sueños, sin ansias levantar
los más extensos cabellos y el agua más recordada.
Ah, mi amiga, si en el puro mármol de los adioses
hubieras dejado la estatua que nos podía acompañar,
pues el viento, el viento gracioso,
se extiende como un gato para dejarse definir.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΕΝΤΙΤ ΠΙΑΦ


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ÉDITH PIAF


LA FOULE


Je revois la ville en fête et en délire
Suffoquant sous le soleil et sous la joie
Et j'entends dans la musique les cris, les rires
Qui éclatent et rebondissent autour de moi
Et perdue parmi ces gens qui me bousculent
Étourdie, désemparée, je reste là
Quand soudain, je me retourne, il se recule,
Et la foule vient me jeter entre ses bras...

Emportés par la foule qui nous traîne
Nous entraîne
Écrasés l'un contre l'autre
Nous ne formons qu'un seul corps
Et le flot sans effort
Nous pousse, enchaînés l'un et l'autre
Et nous laisse tous deux
Épanouis, enivrés et heureux.

Entraînés par la foule qui s'élance
Et qui danse
Une folle farandole
Nos deux mains restent soudées
Et parfois soulevés
Nos deux corps enlacés s'envolent
Et retombent tous deux
Épanouis, enivrés et heureux...

Et la joie éclaboussée par son sourire
Me transperce et rejaillit au fond de moi
Mais soudain je pousse un cri parmi les rires
Quand la foule vient l'arracher d'entre mes bras...

Emportés par la foule qui nous traîne
Nous entraîne
Nous éloigne l'un de l'autre
Je lutte et je me débats
Mais le son de sa voix
S'étouffe dans les rires des autres
Et je crie de douleur, de fureur et de rage
Et je pleure...

Entraînée par la foule qui s'élance
Et qui danse
Une folle farandole
Je suis emportée au loin
Et je crispe mes poings, maudissant la foule qui me vole
L'homme qu'elle m'avait donné
Et que je n'ai jamais retrouvé...

ΟΙ ΔΥΣΝΟΗΤΕΣ ΜΕΤΩΝΥΜΙΕΣ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ


ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΨΑΛΗΣ


ΙΓ΄ [ΜΗ ΤΗΝ ΠΑΛΕΥΕΙΣ ΑΛΛΟ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ...]


«Μη την παλεύεις άλλο τη μουσική
με λέξεις του αξόδευτου θανάτου
άφησέ την να σε κατακλύσει, άφησέ την
τον σπόρο να σκορπίσει της ζωής σου».

Μη μου μιλάς για τελετές και δαίμονες
για τη λιτή υπερβολή του έρωτα
του ήλιου τις δυσνόητες μετωνυμίες·
εδώ που ζούμε κυριαρχεί ο σαρκασμός.



Από το βιβλίο: Διονύσης Καψάλης, «Βιβλίο πρώτο», Άγρα, Αθήνα 1982, σελ. 23.

Δευτέρα, 28 Απριλίου 2008

ΓΑΛΗΝΗ


PAUL ELUARD


Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ


Είχε μες στη γαλήνη του κορμιού της
Μια μικρή χιόνινη σφαίρα χρώμα ματιού
Είχε στους ώμους
Μια κηλίδα σιωπής μια κηλίδα ολορόδινη
Καπάκι στο φωτοστέφανό της καλά βαλμένο
Τα χέρια της και εύκαμπτα τόξα και αοιδοί
Τσακίζαν επιμελώς εκεί το φως

Ετραγούδαγε τα πρώτα λεπτά χωρίς δε καν ν’ αποκοιμιέται.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
Από το βιβλίο: Πωλ Ελυάρ, «Των αλγηδόνων πρωτεύουσα», Μετάφραση Γιώργος Κεντρωτής, ύψιλον / βιβλία, Αθήνα 2007, σελ. 26.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΚΑΡΛΟΣ ΓΑΡΔΕΛ



ALFREDO LE PERA


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο CARLOS GARDEL

EL DÍA QUE ME QUIERAS


Acaricia mi ensueño
el suave murmullo
de tu suspirar.
Cómo ríe la vida
si tus ojos negros
me quieren mirar.
Y si es mío el amparo
de tu risa leve
que es como un cantar,
ella aquieta mi herida,
todo todo se olvida.

El día que me quieras
la rosa que engalana
se vestirá de fiesta
con su mejor color.
Y al viento las campanas
dirán que ya eres mía,
y locas las fontanas
se contarán su amor.

La noche que me quieras
desde el azul del cielo,
las estrellas celosas
nos mirarán pasar.
Y un rayo misterioso
hará nido en tu pelo,
luciérnaga curiosa que verás
que eres mi consuelo.

El día que me quieras
no habrá más que armonía.
Será clara la aurora
y alegre el manantial.
Traerá quieta la brisa
rumor de melodía.
Y nos darán las fuentes
su canto de cristal.

El día que me quieras
endulzarán sus cuerdas
el pájaro cantor.
Florecerá la vida,
no existirá el dolor.

La noche que me quieras
desde el azul del cielo,
las estrellas celosas
nos mirarán pasar.
Y un rayo misterioso
hará nido en tu pelo.
Luciérnaga curiosa que verás
que eres mi consuelo.


Μουσική: Carlos Gardel.
Στίχοι: Alfredo Le Pera.
Τραγούδι του 1935.


ΣΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ


CHARLES BAUDELAIRE


L’ENNEMI


Ma jeunesse ne fut qu'un ténébreux orage,
Traversé çà et là par de brillants soleils ;
Le tonnerre et la pluie ont fait un tel ravage,
Qu'il reste en mon jardin bien peu de fruits vermeils.

Voilà que j'ai touché l'automne des idées,
Et qu'il faut employer la pelle et les râteaux
Pour rassembler à neuf les terres inondées,
Où l'eau creuse des trous grands comme des tombeaux.

Et qui sait si les fleurs nouvelles que je rêve
Trouveront dans ce sol lavé comme une grève
Le mystique aliment qui ferait leur vigueur ?

– Ô douleur ! ô douleur ! Le Temps mange la vie,
Et l'obscur Ennemi qui nous ronge le coeur
Du sang que nous perdons croît et se fortifie !



*********



Ο ΕΧΘΡΟΣ


Η νιότη μου όλη στάθηκε κατάμαυρη μια μπόρα
που αργά και που την έφεγγαν κάτι ήλιοι χαρωποί.
Τόσο τη ρήμαξε η βροχή κι ο κεραυνός που τώρα
λίγοι απομείναν ρόδινοι στον κήπο μου καρποί.

Και νά ’μαι στο φθινόπωρο των ιδεών φτασμένος
κι είν’ ώρα χτένι παίρνοντας και φτυάρι όσο μπορώ
τον κάθε λάκκο που έμεινε σαν τάφος ορυγμένος
να τον αδειάσω απ’ το πολύ του χαλασμού νερό.

Θα βρούνε τάχα οι νέοι βλαστοί που τόσο περιμένω
στο χώμα αυτό που σα γιαλός νερό είναι ποτισμένο
το μυστικό το λίπασμα που η ρίζα τους γυρεύει;

Ω θλίψη! Ο Χρόνος τη ζωή τη δόλια μας ρημάζει,
εχθρός μάς τρώγει την καρδιά κι απ’ το αίμα μας που στάζει
μέρα τη μέρα πιότερο τρανεύει και θεριεύει!



Από το βιβλίο: Αλέξανδρος Μπάρας, «Προσεγγίσεις στη βγαλλική ποίηση», Πρόσπερος 1986, σελ. 26.

ΧΟΥΑΝ ΧΕΛΜΑΝ!



JUAN GELMAN


MUJERES


decir que esa mujer era dos mujeres es decir poquito debía tener unas 12397 mujeres en su mujer
era difícil saber con quién trataba uno en ese pueblo de mujeres ejemplo:

yacíamos en un lecho de amor
ella era un alba de algas fosforescentes
cuando la fui a abrazar se convirtió en singapur llena de perros que aullaban
recuerdo cuando se apareció envuelta en rosas de agadir
parecía una constelación en la tierra
parecía que la cruz del sur había bajado a la tierra
esa mujer brillaba como la luna de su voz derecha

como el sol que se ponía en su voz
en las rosas estaban escritos todos los nombres de esa mujer menos uno
y cuando se dio vuelta
su nuca era el plan económico
tenía miles de cifras y la balanza de muertes favorables a la dictadura militar
nunca sabía uno adónde iba a parar esa mujer
yo estaba ligeramente desconcertado
una noche le golpié el hombro para ver con quién era y vi en sus ojos desiertos un camello

a veces
esa mujer era la banda municipal de mi pueblo
tocaba dulces valses hasta que el trombón empezaba a desafinar
y los demás desafinaban con él
esa mujer tenía la memoria desafinada

usté podía amarla hasta el delirio
hacerle crecer días del sexo tembloroso
hacerla volar como pajarito de sábana
al día siguiente se despertaba hablando de malevich

la memoria le andaba como un reloj con rabia
a las tres de la tarde se acordaba del mulo que le pateó la infancia una noche del ser ellaba mucho esa mujer y
la devoraron todos los fantasmas que pudo alimentar con sus miles de mujeres
y era una banda municipal desafinada
yéndose por las sombras de la placita de mi pueblo

yo compañeros una noche como ésta que nos empapan los rostros que a lo major morimos
monté en el camellito que esperaba en sus ojos y me fui de las costas tibias de esa mujer

callado como un niño bajo los gordos buitres que me comen de todo menos el pensamiento de cuando ella se unía como un ramo de dulzura y lo tiraba en la tarde



Το ποίημα μάς το έστειλε η συμπατριώτισσα του Χουάν Χέλμαν και παλαιότατη φίλη του ιστολογίου κ. Αλμουδένα Φερνάντες.

ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ ΤΑ ΝΕΡΑ


ΤΙΛΛΑ ΜΠΑΛΗ


ΠΑΡΟΥΣΙΕΣ


Στην αίθουσα των συμποσίων
μ’ αναμμένα κεριά
κοιτάζοντας στον καθρέφτη
τη σφραγίδα του χρόνου
βλέπεις να φτάνουν
με δίχως μιλιά
χλωμοί επισκέπτες
αθόρυβα ανοίγοντας
τη χάλκινη θύρα...

Ρίγη εγκατάλειψης και μοναξιάς
απάνω σου νοιώθεις
κι οι στιγμές οι ώρες κι οι μέρες
ασύλληπτες τρέχουν
διαγράφοντας τον αφανισμό σου...

Όταν οι κύκλοι αναταράζουνε
της λίμνης τα νερά
μπρος στη ροδοντυμένη αγνήν αυγή
σε μιαν απόλυτη σιγή
έκθαμβοι βλέπουμε
πόσο μάταια οδοιπορούμε...


Από την ποιητική συλλογή «Εφύμνια».
Από το βιβλίο: «Σύγχρονη ποιητική ανθολογία», επιμέλεια Πάνος Π. Παναγιωτούνης & Παύλος Π. Ναθαναήλ, Εκδόσεις Δίφρος, Αθήνα 1961, σελ. 143-144.

Κυριακή, 27 Απριλίου 2008

Η ΡΟΣΙΤΑ ΦΟΡΝΕΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΑΣΤΟΡ ΠΙΑΣΟΛΛΑ



HORACIO FERRER


Η ROSITA FORNES ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ASTOR PIAZZOLLA

BALADA PARA UN LOCO


Las tardecitas de Buenos Aires tiene ese qué sé yo, ¿viste?
Salgo de casa por Arenales, lo de siempre en la calle y en mí,
cuando de repente, detrás de ese árbol, se aparece él,
mezcla rara de penúltimo linyera y de primer polizonte
en el viaje a Venus. Medio melón en la cabeza,
las rayas de la camisa pintadas en la piel,
dos medias suelas clavadas en los pies,
y una banderita de taxi libre en cada mano... Ja...ja...ja...ja...
Parece que sólo yo lo veo, porque él pasa entre la gente
y los maniquíes me guiñan, los semáforos me dan tres luces celestes
y las naranjas del frutero de la esquina me tiran azahares,
y así, medio bailando, medio volando,
se saca el melón, me saluda, me regala una banderita
y me dice adiós.

Ya sé que estoy piantao, piantao, piantao,
no ves que va la luna rodando por Callao
y un coro de astronautas y niños con un vals
me baila alrededor...
Ya sé que estoy piantao, piantao, piantao,
yo miro a Buenos Aires del nido de un gorrión;
y a vos te vi tan triste; vení, volá, sentí,
el loco berretín que tengo para vos.
Loco, loco, loco, cuando anochezca en tu porteña soledad,
por la ribera de tu sábana vendré, con un poema
y un trombón, a desvelar tu corazón.
Loco, loco, loco, como un acróbata demente saltaré,
sobre el abismo de tu escote hasta sentir
que enloquecí tu corazón de libertad, ya vas a ver.

Y así el loco me convida a andar
en su ilusión súper-sport,
y vamos a correr por las cornisas
con una golondrina por motor.
De Vieytes nos aplauden: Viva, viva...
los locos que inventaron el amor;
y un ángel y un soldado y una niña
nos dan un valsecito bailador.
Nos sale a saludar la gente linda
y el loco, pero tuyo, qué sé yo, loco mío,
provoca campanarios con su risa
y al fin, me mira y canta a media voz:

Quereme así, piantao, piantao, piantao...
trepate a esta ternura de loco que hay en mí,
ponete esta peluca de alondra y volá, volá conmigo ya:
vení, quereme así piantao, piantao, piantao,
abrite los amores que vamos a intentar
la trágica locura total de revivir,
vení, volá, vení, tra...lala...lara...

Στίχοι: Horacio Ferrer.
Μουσική: Astor Piazzolla.
Γράφτηκε το 1969.


ΔΕ ΜΕ ΣΚΟΤΙΖΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΙ ΘΑ ΠΕΙ


CERCAMON (γύρω στα 1135)


[ΣΑΝ ΑΓΡΙΕΥΕΙ Τ’ ΑΓΕΡΙ ΤΟ ΓΛΥΚΟ…]


Σαν αγριεύει τ’ αγέρι το γλυκό
Και πέφτουνε τα φύλλα απ’ τα κλαδιά,
Και τα πουλάκια αλλάζουνε σκοπό,
Στον έρωτα τραγούδια θλιβερά
Λέω, που πάντα σκλάβο με κρατεί
Χωρίς ποτέ από μέ να σκλαβωθεί.

Δε γεύτηκα απ’ αυτόν άλλον καρπό
Παρά αγωνίες και βάσανα φριχτά·
Γιατί με κόπο πάντα μου αποχτώ
Ό,τι η καρδιά μου η δόλια πεθυμά.
Κι είναι γραφτό της πάντα να ποθεί
Αυτό που ν’ αποχτήσει δεν μπορεί.

Για ένα πετράδι χαίρομαι ακριβό,
Τίποτ’ άλλο δεν πόθησα έτσι δα.
Όταν μαζί της μόνος μου βρεθώ
Τα χάνω και δε βγάζω τσιμουδιά.
Μα όταν φεύγω χάνω στη στιγμή
Το νου μου, κι άδεια νιώθω τη ζωή.

Κι η πιο όμορφη κυρά στον κόσμο αυτό
Μπροστά σ’ αυτή δεν πιάνει χαρτωσιά.
Σαν σκοτεινιάσει ο κόσμος, φως λαμπρό
Το βλέπω εκεί που στέκει να σκορπά.
Θεέ μου, ας άγγιζα τα’ ωραίο της κορμί
Ή ας τό ’βλεπα όταν πάει να κοιμηθεί.

Κι όταν κοιμούμαι κι όταν αγρυπνώ
Τρέμω απ’ τον πόθο που με τυραννά.
Να την παρακαλέσω δεν τολμώ,
Φοβάμαι μην πεθάνω. Μα πιστά
Θα την υπηρετήσω ώς τη στιγμή
Που ίσως η αλήθεια τής φανερωθεί.

Ο χάρος δε με παίρνει μα ούτε ζω.
Είμαι άρρωστος μα δε βλέπω γιατρειά·
Και δεν ξέρω αν ποτέ θ’ αγαπηθώ,
Ούτε πότε. Κι αλί! από πουθενά
Δε θά ’βρω σωτηρία, έξω απ’ αυτή,
Που τη ζωή μου ολάκερη κρατεί.

Να μου παίρνει θέλω το λογικό,
να με κάνει να φέρνομαι λωλά,
Να με προσβάλλει, να με λέει χαζό,
Πότε κρυφά και πότε φανερά·
Τί κι αν πονώ, αφού χαρά τρελή
Σε λίγο, αν θέλει εκείνη, θα με βρεί.

Κάλλιο νά ’χα πεθάνει τον καιρό
Που την υπηρετούσα. Τι γλύκα
Με μάγεψε όταν κάποιο δειλινό
Καμώθηκε πως, τάχα μ’ αγαπά!
Με γήτεψε έτσι, που άλλη δε χωρεί
Αγάπη στην καρδιά μου πια να μπει.

Χαίρομαι, κι ας έχω έγνοιες στο μυαλό,
Γιατί, όσο κι αν την αγαπώ δειλά,
Για χάρη της μπορώ άλλος να γενώ:
Κι άπιστο και πιστό μα και φονιά,
Σαν θέλει, να με κάνει αυτή μπορεί,
Κι απατεώνα κι αλήτη κι ευγενή.

Δε με σκοτίζει ο κόσμος τί θα πει·
Μα ο Σερκαμόν σας λέει τα λόγια αυτά:
«Μη θέλετε ευγενικά να σας φερθεί
Αυτόν οπού τον δέρνει έρωτ’ απελπισιά».



Μετάφραση: Σπύρος Σκιαδαρέσης.
Από το βιβλίο: «Τρουβαδούροι: οι προβηγκιανοί ποιητές και τραγουδιστές του Μεσαίωνα», εισαγωγή, έμμετρη μετάφραση και σχόλια Σπύρος Σκιαδαρέσης, Πλέθρον, Αθήνα 1982, σελ. 56-58.

ΒΑΛΕΡΥ!


PAUL VALÉRY (1871-1945)


LA FILEUSE


Assise, la fileuse au bleu de la croisée
Où le jardin mélodieux se dodeline ;
Le rouet ancien qui ronfle l’a grisée.

Lasse, ayant bu l’azur, de filer la câline
Chevelure, à ses doigts si faibles évasives,
Elle songe, et sa tête petite s’incline.

Un arbuste et l’air pur font une source vive
Qui, suspendue au jour, délicieuse arrose
De ses pertes de fleurs le jardin de l’oisive.

Une tige, où le vent vagabond se repose,
Courbe le salut vain de sa grâce étoilée,
Dédiant magnifique, au vieux rouet, sa rose.

Mais la dormeuse file une laine isolée ;
Mystérieusement l’ombre frêle se tresse
Au fil de ses doigts longs et qui dorment, filée.

Le songe se dévide avec une paresse
Angélique, et sans cesse, au doux fuseau crédule,
La chevelure ondule au gré de la caresse...

Derrière tant de fleurs, l’azur se dissimule,
Fileuse de feuillage et de lumière ceinte :
Tout le ciel vert se meurt. Le dernier arbre brûle.

Ta sœur, la grande rose où sourit une sainte,
Parfume ton front vague au vent de son haleine
Innocente, et tu crois languir... Tu es éteinte

Au bleu de la croisée où tu filais la laine.



Το ποίημα αυτό αρεσει πού στην εικονιζόμενη φιλόκαλη κ. Silvia Battisti.

ΜΕ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΤΗ ΣΦΕΝΔΟΝΗ


ΑΝΤΩΝΗΣ Ι. ΠΡΟΚΟΣ


ΤΡΑΓΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ


Η μουσική μας, πάει, ξεσκίστηκε στα βάτα.
Στο κοιμητήρι κάποιων ίσκιων, παρά τρίχα
και θα με πρόφταινες· κι άλλο σκοπό δεν είχα:
μαζί να υμνήσουμε καλλίνικα τα νιάτα.

Όμως τη λύρα σου στην όχθη αυτή παράτα,
που η ποταμίσια κόρη, η Δάφνη, ελιγοψύχα
στην Αγκαλιά σου, Απόλλωνα. Τώρα ώς την ψύχα
τρέμει η μορφή της η καινούργια πλάι στη στράτα.

Τάχα, ποιό γιό της, ηλιογέννητο, προσμένει,
νιόκοποι λέει να στεφανώσουνε δυό κλώνοι
της κεφαλής της; Άλλη Μούσα, η Μελπομένη,

με προσωπείο, με τον κισσό στεφανωμένη,
μας σημαδεύει με του λόγου τη σφενδόνη·
την ανυμέναιη να θρηνήσουμε Αντιγόνη.



Από το βιβλίο: Αντώνης Ι. Πρόκος, «Ψαλμοί», Εκδόσεις Α. Καραβία, Αθήνα 1982, σελ. 36.

Σάββατο, 26 Απριλίου 2008

ΜΕΣ ΣΤΟ ΜΗΔΕΝ


PAUL VALÉRY (1871-1945)


ΛΟΥΟΜΕΝΗ


Μια οπώρα σάρκας λούζεται σε νεαρή μια στέρνα
(γαλάζιο μες στους ριγηλούς κήπους)· απ’ το νερό, όμως,
έξω, αποσπώντας τον κροσσό όπου ένα φαντάζει κράνος,
λάμπει η χρυσή της κεφαλή μ’ εντάφια αταραξία.

Ανθεί η ομορφιά της με το ρόδο και τα’ αγκάθι! Εβγήκε
τώρα απ’ τη στέρνα όπου όλα της μουσκεύουν τα στολίδια,
κρίνοι κι ενώτια; Που η σκληρή ανθοδέσμη τους μαστίζει
τ’ αφτί δοτό στου κύματος του αβρού τα γυμνά λόγια.

Μες στο μηδέν το διαφανές λουσμένο το ένα μπράτσο,
απροσδιόριστο, τη σκιά ενός άνθους για να δρέψει,
απ’ την κενή ηδονή ξεφτά, κοιμάται ή κυματίζει,

αν τ’ άλλο, κάτω απ’ τον ωραίο ουρανό, λαμπρό, καμπύλο,
στην πλούσια κόμη ανάμεσα, που υγραίνει, αιχμαλωτίζει
στ’ απλό χρυσάφι της μια πτήση εντόμου μεθυσμένη.


Μετάφραση: Καίσαρ Εμμανουήλ.
Από το βιβλίο: Καίσαρ Εμμανουήλ. «Μεταφράσεις», Πρόσπερος, Αθήνα 1981, σελ. 38.

"Η ΜΟΥΣΙΚΗ" ΤΟΥ ΜΠΩΝΤΛΑΙΡ


CHARLES BAUDELAIRE


LA MUSIQUE


La musique souvent me prend comme une mer !
    Vers ma pâle étoile,
Sous un plafond de brume ou dans un vaste éther,
    Je mets à la voile ;

La poitrine en avant et les poumons gonflés
    Comme de la toile,
J’escalade le dos des flots amoncelés
    Que la nuit me voile ;

Je sens vibrer en moi toutes les passions
    D’un vaisseau qui souffre ;
Le bon vent, la tempête et ses convulsions

    Sur l’immense gouffre
Me bercent. D’autre fois, calme plat, grand miroir
    De mon désespoir !

Η ΜΟΝΙΚ ΜΟΡΕΛΛΙ ΤΡΑΓΟΥΔΑ ΛΟΥΙ ΑΡΑΓΚΟΝ


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η MONIQUE MORELLI


LOUIS ARAGON

JE PROTESTE


Je proteste Je proteste
pour l'amour martyrisé
pour les bouches sans baisers
pour les corps décomposés
pour l'échafaud, pour la peste

Je proteste

Pour la vie aussi qu'on eut
la mort dite naturelle
avoir subi les querelles
qui burinent et bourrèlent
notre visage ingénu

Je proteste

Pour les os qui se brisèrent
les femmes à cris accouchant
la sécheresse des champs
et l'égorgement du chant
pour la faim, pour la misère

Je proteste

Pour ce qu'on a fait de nous
prenant tout pour de l'eau pure
qui ne cherchions aventure
que de la bonté future
et qu'on a mis à genoux

Je proteste

Qu'on nous trompe qu'on nous leurre
nous donnant le mal pour bien
celui qui n'en savait rien
et qui le mal pour bien tient
n'est-ce pour le bien qu'il meurt

Je proteste

Au nom des choses meilleures
prêts à tout ce qu'on voudrait
à tout sacrifice, prêts
pauvres gens, bêtes de trait
qu'on bafoue et mène ailleurs

Je proteste


ΑΠΟΛΛΙΝΑΙΡ!


GUILLAUME APOLLINAIRE (1880-1918)


LE PONT MIRABEAU


Sous le pont Mirabeau coule la Seine
Et nos amours
Faut-il qu'il m'en souvienne
La joie venait toujours après la peine

Vienne la nuit sonne l'heure
Les jours s'en vont je demeure

Les mains dans les mains restons face à face
Tandis que sous
Le pont de nos bras passe
Des éternels regards l'onde si lasse

Vienne la nuit sonne l'heure
Les jours s'en vont je demeure

L'amour s'en va comme cette eau courante
L'amour s'en va
Comme la vie est lente
Et comme l'Espérance est violente

Vienne la nuit sonne l'heure
Les jours s'en vont je demeure

Passent les jours et passent les semaines
Ni temps passé
Ni les amours reviennent
Sous le pont Mirabeau coule la Seine

Vienne la nuit sonne l'heure
Les jours s'en vont je demeure



Πέρασε από δώ η φίλη μας η Φεντερίκα Ριντόλφι και μας άφησε αυτό το πασίγνωστο ποίημα.

ΣΑΝ ΤΣΙΓΑΡΟ


ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ


ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ


Και πάλι θα εμφανιστώ σαν άχρηστος παλιάτσος
να δείχνω τις πληγές που κακοφόρμισαν
το άθλιο τέλος που φωλιάζει μέσα μας.
Γερνούμε νεκροζώντανοι, αμέριμνοι
ναρκωμένοι από το μανδραγόρα του έρωτα
τ’ αμμουδερά μας κόκαλα φυραίνουν, τρίβονται,
μέσα απ’ τα σπήλαια των πνευμόνων
ανεβαίνουν πλόκαμοι με μυζητήρες
τα στόματα αλλάζουν σε μαλάκια σάπια
ο ένας προσφέρει στον άλλο θάνατο σαν τσιγάρο
ένα μικρό προκατασκευασμένο θάνατο
που εξαντλείται σ’ ελάχιστα λεπτά.
Έτσι κι εμένα το δέρμα ξελεπιάζει σα σκουριά
μένουν τα μάτια, που κάποτε υποδαυλίσαν τ’ όνειρο,
τώρα μονάχα να παρατηρούν.


Από τη συλλογή «Μαθητεία» 1955.
Από το βιβλίο: Τίτος Πατρίκιος «Ποιήματα, Ι (1953-1959)», Κέδρος, Αθήνα 1998, σελ. 154.

Παρασκευή, 25 Απριλίου 2008

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΛΕΞΕΙΣ


PAUL ELUARD


Η ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΝΗ ΚΟΜΗ ΣΟΥ


Η πορτοκάλινη κόμη σου μες στο κενό του κόσμου
Ενώ μες στο κενό των βαριών υάλων της σιωπής
Είναι ο ίσκιος όπου γυμνά τα χέρια μου αναζητούν
   όλες σου τις ανταύγειες.

Σχήμα έχεις καρδιάς χιμμαιρικό
Κι ο έρωτάς σου μοιάζει στον χαμένο μου ίμερο.
Ω κεχρένιες στοναχές, ω αμπάρινα όνειρα
   ω κεχριμπάρινα βλέμματα!

Μα δεν είχες πάντα μ’ εμένα καλοκαίρι. Η μνήμη μου
Είν’ ακόμα αμαυρωμένη που σ’ είδα νά ’ρχεσαι
Μα και να φεύγεις. Ο χρόνος χρειάζεται λέξεις
   (σημεία και τέρατα)
   ωσάν τον έρωτα.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
Από το βιβλίο: Πωλ Ελυάρ, «Των αλγηδόνων πρωτεύουσα», Μετάφραση Γιώργος Κεντρωτής, ύψιλον / βιβλία, Αθήνα 2007, σελ. 138.

ΕΣΕΝΙΝ!


Сергей Есенин


[Гой ты, Русь, моя родная]


Гой ты, Русь, моя родная,
Хаты - в ризах образа...
Не видать конца и края -
Только синь сосет глаза.

Как захожий богомолец,
Я смотрю твои поля.
А у низеньких околиц
Звонно чахнут тополя.

Пахнет яблоком и медом
По церквам твой звонкий Спас.
И гудит за корогодом
На лугах веселый пляс.

Побегу по мятой стежке
На приволь зеленых лех,
Мне навстречу, как сережки,
Прозвенит девичий смех.

Если крикнет рать святая:
"Кинь ты Русь, живи в раю!"
Я скажу: "Не надо рая,
Дайте родину мою".


Το ποίημα μάς το ζήτησε η φίλη του ιστολογίου κ. Alysa Milano. Ευχαρίστως το "κρεμάμε".

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΚΑΡΛΟΣ ΓΑΡΔΕΛ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο CARLOS GARDEL


YIRA YIRA


Cuando la suerte que es grela
Fallando y fallando
Te largue parao.
Cuando estés bien en la vía
Sin rumbo, desesperao.
Cuando no tengas ni fe
Ni yerba de ayer secándose al sol.
Cuando rajés los tamangos
Buscando ese mango
Que te haga morfar.
La indiferencia del mundo
Que es sordo y es mudo
Recién sentirás.
Verás que todo es mentira
Verás que nada es amor
Que al mundo nada le importa
Yira, yira...
Aunque te quiebre la vida
Aunque te muerda un dolor
No esperes nunca una mano
Ni una ayuda ni un favor.
Cuando estén secas las pilas
De todos los timbres
Que vos apretás
Buscando un pecho fraterno
Para morir abrazao.
Cuando te dejen tirao
Después de cinchar
Lo mismo que a mi.
Cuando manyés que a tu lao
Se prueban la ropa
Que vas a dejar.
Te acordarás de este otario
Que un día cansado se puso a ladrar.
Verás que todo es mentira
Verás que nada es amor
Que al mundo nada le importa
Yira, yira...
Aunque te quiebre la vida
Aunque te muerda un dolor
No esperes nunca una mano
Ni una ayuda ni un favor.
Cuando rajés los tamangos
Buscando ese mango
Que te haga morfar
La indiferencia del mundo
Que es sordo y es mudo
Recién sentirás.
Verás que todo es mentira
Verás que nada es amor
Que al mundo nada le importa
Yira, yira...
Aunque te quiebre la vida
Aunque te muerda un dolor
No esperes nunca una mano
Ni una ayuda ni un favor


Στίχοι και μουσική: Enrique Santos Discepolo.
Τραγούδι του 1930.



ΜΙΑΝ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ


ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ


ΤΟΠΙΟ ΣΧΗΜΑΤΩΝ


Μπερδεύοντας την αυταρέσκεια με την αυτοπεποίθηση
την υστερία με το πάθος, τίποτα δεν κέρδισε
στην επαφή με τους ανθρώπους.
Μιαν επανάληψη μονάχα
τρόπων και λέξεων τελικά φθαρμένων
που απλώς τον ξεγελούσαν πως υπάρχει
πέρα απ’ το ακίνητο τοπίο των σχημάτων του.


Από τη συλλογή «Αντιδικίες» 1955.
Από το βιβλίο: Τίτος Πατρίκιος «Ποιήματα, Ι (1953-1959)», Κέδρος, Αθήνα 1998, σελ. 59.

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΝΟΥΣ ΠΟΥ ΝΑ ΜΗ ΜΑΓΕΥΘΕΙ


HEINRICH HEINE


ΛΟΡΕΛΑΗ


Δεν ξέρω αυτή μου η λύπη τί σημαίνει
και μ' έχει κάνει τόσο θλιβερό!
Από το νου μου μέσα δεν εβγαίνει
μια ιστορία απ' τον παλιό καιρό.

Ψυχρό φυσά τ' αγέρι και βραδιάζει,
ο Ρήνος σιγανά κατρακυλά·
στις φωταυγιές του ήλιου που πλαγιάζει,
του όρους η κορφή σπιθοβολά.

Θαυμάσια αυτού στην κορφή την ίδια
κάθεται η πιο ωραία κοπελιά·
αστράφτουν τα χρυσά της τα στολίδια,
χτενίζει τα χρυσά της τα μαλλιά.

Μ' ολόχρυσο χτενάκι τα χτενίζει
και τραγουδάει ένα σκοπό η ξανθή.
Στους θαυμαστούς τους ήχους που σκορπίζει
δεν είναι νους που να μη μαγευθεί.

Το ναύτη στη βαρκούλα τον αρπάζει
λαχτάρα που σαλεύει τα μυαλά.
Τους βράχους που προβάλλουν δεν κοιτάζει,
απάνω μόνο βλέπει, στ' αψηλά.

Φοβούμαι πως το κύμα θε να φάει
και ναύτη και βαρκούλα τώρα δά:
Αχ, όλ' αυτά τα κάμνει η Λορελάη
με το γλυκό σκοπό που τραγουδά.


Μετάφραση: Γεώργιος Βιζυηνός

Πέμπτη, 24 Απριλίου 2008

Ο ΑΡΡΩΣΤΟΣ ΘΕΟΣ


CÉSAR VALLEJO


ESPERGESIA


Yo nací un día
que Dios estuvo enfermo.

Todos saben que vivo,
que soy malo; y no saben
del diciembre de ese enero.
Pues yo nací un día
que Dios estuvo enfermo.

Hay un vacío
en mi aire metafísico
que nadie ha de palpar:
el claustro de un silencio
que habló a flor de fuego.

Yo nací un día
que Dios estuvo enfermo.

Hermano, escucha, escucha...
Bueno. Y que no me vaya
sin llevar diciembres,
sin dejar eneros.
Pues yo nací un día
que Dios estuvo enfermo.

Todos saben que vivo,
que mastico... y no saben
por qué en mi verso chirrían,
oscuro sinsabor de ferétro,
luyidos vientos
desenroscados de la Esfinge
preguntona del Desierto.

Todos saben... Y no saben
que la Luz es tísica,
y la Sombra gorda...
Y no saben que el misterio sintetiza...
que él es la joroba
musical y triste que a distancia denuncia
el paso meridiano de las lindes a las Lindes.

Yo nací un día
que Dios estuvo enfermo,
grave.


ΝΤΥΛΑΝ ΤΟΜΑΣ!


DYLAN THOMAS


DO NOT GO GENTLE INTO THAT GOOD NIGHT


Do not go gentle into that good night,
Old age should burn and rave at close of day;
Rage, rage against the dying of the light.

Though wise men at their end know dark is right,
Because their words had forked no lightning they
Do not go gentle into that good night.

Good men, the last wave by, crying how bright
Their frail deeds might have danced in a green bay,
Rage, rage against the dying of the light.

Wild men who caught and sang the sun in flight,
And learn, too late, they grieve it on its way,
Do not go gentle into that good night.

Grave men, near death, who see with blinding sight
Blind eyes could blaze like meteors and be gay,
Rage, rage against the dying of the light.

And you, my father, there on the sad height,
Curse, bless, me now with your fierce tears, I pray.
Do not go gentle into that good night.
Rage, rage against the dying of the light.



Το ποίημα μάς το έστειλε η καλή φίλη του ιστολογίου κ. Melissa Satta.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΜΗ ΤΗΣ ΖΗΣΗΣ



ΡΗΓΑΣ ΓΚΟΛΦΗΣ (1886-1958)


ΠΕΡΑΣΤΙΚΕΣ


Στον δρόμο τον πολύκοσμο και στην πανέρμη στράτα
με σύντυχαν πολλές φορές διαβατικές γυναίκες,
που η θύμησή τους μ' έθλιψε γλυκά νύχτες και μέρες.
Όψες που ανάδινε η χαρά τα ρόδα της αυγής της,
που ολόθερμος απλώνονταν ψυχής γαλήνιας ο ήλιος,
που η σάρκα κρίνους ταίριαζε με μι' άχνα φεγγαρίσια
και που το γέλιο ανοίγονταν σα νάταν παραπόνι.
Κορμιά που ανάδευε η πνοή της γεροσύνης, πλέρια,
πελεκητά με τ' άνθισμα κι ολόχυτα από πνέμα.
Κι απάνου απ' όλα, μάτια, φως απ' το πολύ σκοτάδι,
που είν' η γητειά σας δρόλαπας κι ο σατανάς σας φίδι
κι ενώ είστε τόσο αληθινά, κρύβετε τέτοιους δόλους.

Περαστικές, διαβατικές, που φεύγετε και πάτε
στους δρόμους τους πολύκοσμους και στις πανέρμες στράτες,
άγνωρες, πρωτοθώρητες, σαν τύχες και σα μοίρες,
με δίχως άλλο γυρισμό και συναπάντημ' άλλο,
γεννήματα μιανής στιγμής και πλάσματα μιας μνήμης,
με την απόκοτη ερωτιά, με τα γραμμένα νιάτα,
στοχαστικές σαν την ιδέα, φλογιστικές σα μούσα,
γεια σας, χαρά σας! Μέσα μου συντρίμμι αν είναι ο κόσμος
ξαναγεννιέται απάρθενος κι η χάρη του καινούργια
βαθιά μ' αγγίζει. Φέρνετε την ιερή λαχτάρα,
που ανασυμπά τη θεία φωτιά για την ορμή της ζήσης.

Τετάρτη, 23 Απριλίου 2008

ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ


JORGE LUIS BORGES


EL GOLEM


Si (como el griego afirma en el Cratilo)
El nombre es arquetipo de la cosa,
En las letras de rosa está la rosa
Y todo el Nilo en la palabra Nilo.

Y, hecho de consonantes y vocales,
Habrá un terrible Nombre, que la esencia
Cifre de Dios y que la Omnipotencia
Guarde en letras y sílabas cabales.

Adán y las estrellas lo supieron
En el Jardín. La herrumbre del pecado
(Dicen los cabalistas) lo ha borrado
Y las generaciones lo perdieron.

Los artificios y el candor del hombre
No tienen fin. Sabemos que hubo un día
En que el pueblo de Dios buscaba el Nombre
En las vigilias de la judería.

No a la manera de otras que una vaga
Sombra insinúan en la vaga historia,
Aún está verde y viva la memoria
De Judá León, que era rabino en Praga.

Sediento de saber lo que Dios sabe,
Judá León se dio a permutaciones
de letras y a complejas variaciones
Y al fin pronunció el Nombre que es la Clave.

La Puerta, el Eco, el Huésped y el Palacio,
Sobre un muñeco que con torpes manos
labró, para enseñarle los arcanos
De las Letras, del Tiempo y del Espacio.

El simulacro alzó los soñolientos
Párpados y vio formas y colores
Que no entendió, perdidos en rumores
Y ensayó temerosos movimientos.

Gradualmente se vio (como nosotros)
Aprisionado en esta red sonora
de Antes, Después, Ayer, Mientras, Ahora,
Derecha, Izquierda, Yo, Tú, Aquellos, Otros.

(El cabalista que ofició de numen
A la vasta criatura apodó Golem;
Estas verdades las refiere Scholem
En un docto lugar de su volumen.)

El rabí le explicaba el universo
"Esto es mi pie; esto el tuyo; esto la soga."
Y logró, al cabo de años, que el perverso
Barriera bien o mal la sinagoga.

Tal vez hubo un error en la grafía
O en la articulación del Sacro Nombre;
A pesar de tan alta hechicería,
No aprendió a hablar el aprendiz de hombre,

Sus ojos, menos de hombre que de perro
Y harto menos de perro que de cosa,
Seguían al rabí por la dudosa
penumbra de las piezas del encierro.

Algo anormal y tosco hubo en el Golem,
Ya que a su paso el gato del rabino
Se escondía. (Ese gato no está en Scholem
Pero, a través del tiempo, lo adivino.)

Elevando a su Dios manos filiales,
Las devociones de su Dios copiaba
O, estúpido y sonriente, se ahuecaba
En cóncavas zalemas orientales.

El rabí lo miraba con ternura
Y con algún horror. ¿Cómo (se dijo)
Pude engendrar este penoso hijo
Y la inacción dejé, que es la cordura?

¿Por qué di en agregar a la infinita
Serie un símbolo más? ¿Por qué a la vana
Madeja que en lo eterno se devana,
Di otra causa, otro efecto y otra cuita?

En la hora de angustia y de luz vaga,
En su Golem los ojos detenía.
¿Quién nos dirá las cosas que sentía
Dios, al mirar a su rabino en Praga?


*************


ΤΟ ΓΚΟΛΕΜ


Αν (όπως βάζει ο Έλληνας στο στόμα του Κρατύλου)
το όνομα είναι αρχέτυπο για κάθε πράγμα,
τα γράμματα που αποτελούν το ρόδο είναι το ρόδο
και στη λέξη Νείλος ρέει το νερό του Νείλου.

Έτσι, από φωνήεντα και σύμφωνα φτιαγμένο,
κάπου θα υπάρχει ένα φοβερό Όνομα που περιέχει
το νόημα του Θεού και η Παντοδυναμία το έχει
μέσα σε συλλαβές και γράμματα κρυμμένο.

Οι γενεές το έχουν σήμερα λησμονήσει.
Μόνο ο Αδάμ και τ’ άστρα το γνωρίζαν
μέσα στον Κήπο. Η οξείδωση της αμαρτίας
(λένε οι καββαλιστές) το έχει πια σβήσει.

Η αθωότητα και τα τεχνάσματα του νου
είναι άπειρα. Και ξέρουμε πως ήρθαν οι αιτίες
και οι καιροί που ο λαός του Θεού
έψαξε το όνομα στις εβραϊκές ολονυχτίες.

Αντίθετα από άλλες μνήμες, που παρεμβάλλουν
θολές σκιές μέσα στης ιστορίας τη θολάδα,
αξέχαστη και ζωντανή είναι ακόμα η μνήμη
του Ιούδα του Λέοντα, ραβίνου στην Πράγα.

Ζητώντας να μάθει ό,τι ξέρει ο Θεός, δηλαδή,
ο Ιούδας αφιερώθηκε στις μεταθέσεις γραμμάτων
και λεπτές, περίπλοκες παραλλαγές ονομάτων
ώσπου πρόφερε Εκείνο, που αποτελεί το Κλειδί,

την Ηχώ, τον Αφέντη και τη Θύρα του Ανακτόρου,
πάνω σ’ ένα ανδρείκελο που με αδέξια είχε φτιάξει
χέρια σκυμμένος, και πάσχιζε να το διδάξει
τα μυστήρια των Γραμμάτων και του Χωροχρόνου.

Το πλάσμα άνοιξε τα νυσταγμένα μάτια
και είδε χρώματα, άγνωστε μορφές μες σε μιά δίνη·
δεν καταλάβαινε και, ξάφνου, του τη δίνει
να δοκιμάσει ανοδικές κινήσεις προς τα σκαλοπάτια.

Με τον καιρό κατάλαβε πως ήταν (καλή ώρα
όπως κι εμείς) αιχμάλωτο σε μιαν ηχητική σαγήνη
γεμάτη από Πριν, Ενώ, Κατόπιν, Χτες ή Τώρα,
Δεξιά, Εγώ, Αριστερά, Εσύ, Άλλοι, Εκείνοι.

(Ο ραβίνος νομίζοντας τον εαυτό το πλάσμα Θείο
ονόμασε το πελώριο κατασκεύασμα Γκόλεμ·
γεγονός που αναφέρεται απ’ τον Σόλεμ
σε κάποιο περισπούδαστο χωρίο.)

Του εξήγησε λεπτομερώς το σύμπαν ο ραβίνος:
«Αυτά είναι τα πόδια μας, μ’ αυτά πατάς τη γη»
κι έτσι, μέσα σε λίγα χρόνια, εκείνο το κτήνος
κουτσά στραβά έμαθε να σκουπίζει τη συναγωγή.

Ίσως κάποιο να έγινε λαθάκι στα ψηφία
ή στου Θείου Ονόματος την προφορά·
γιατί παρόλη την απίστευτη μηχανορραφία
ο μαθητευόμενος άνθρωπος δε μίλησε ούτε μια φορά.

Τα μάτια του –μάλλον σαν σκύλου παρά ανθρώπου
ή, μάλλον, μάτια αντικειμένου, ούτε καν σκύλου–
πιστά ακολουθούσαν τον αφέντη του όπου
κι αν έστριβε στο σύθαμπο του μυστικού του ασύλου.

Κάτι αφύσικο και φρικαλέο είχε το Γκόλεμ
αφού, στο διάβα του, κρυβόταν ώς κι ο γάτος
του ραβίνου. (Τον γάτο δεν τον αναφέρει ο Σόλεμ,
εγώ τον επινόησα προσφάτως.)

Υψώνοντας τα χέρια στο Θεό του, χιλιάδες
μιμήσεις έκανε του Θεού του και χαιρόταν
ή, ηλίθια χαμογελώντας, διπλωνόταν
σε ανατολίτικους εδαφιαίους τεμενάδες.

Τρυφερά, μα και κάπως τρομαγμένος ο ραβίνος
το κοιτούσε και μονολογούσε κρυφά:
«Πώς μπόρεσα να δημιουργήσω τέτοια παρωδία
και δεν καθόμουν άπρακτος, φερόμενος σοφά;

Γιατί στ’ άπειρα σύμβολα να φτιάξω ένα ακόμα;
Γιατί σ’ αυτό το μάταιο κουβάρι των νοημάτων
που αιώνια ξετυλίγεται, ακόμα μια φορά
προσθέτω κι άλλον γύρο, άλλη μία συμφορά;»

Την ώρα που η ψυχή του αναχωρούσε,
είχε το βλέμμα του στο Γκόλεμ του στραμμένο.
Τάχα ο Θεός τί νά ’νιωσε καθώς κοιτούσε,
στην Πράγα τον ραβίνο του κατ’ εικόνα πλασμένο;



Από το βιβλίο: Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Ποιήματα», Μετάφραση, εισαγωγή, σχόλια Δημήτρης Καλοκύρης, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2006, σελ. 93-96.

ΦΡΟΣΤ!


ROBERT FROST (1874-1963)


FIRE AND ICE


Some say the world will end in fire,
Some say in ice.
From what I've tasted of desire
I hold with those who favor fire.
But if it had to perish twice,
I think I know enough of hate
To know that for destruction ice
Is also great
And would suffice.


Δημοσιεύεται με την ευγενή φροντίδα της κ.Adriana Volpe.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΧΟΥΛΙΟ ΣΟΣΑ


ΑΠΑΓΓΕΛΛΕΙ Ο JULIO SOSA ΤΟ PORQUE CANTO ASÍ ΜΕ ΥΠΟΚΡΟΥΣΗ ΤΗΝ

LA CUMPARSITA


Si supieras
que aún dentro de mi alma
conservo aquel cariño que tuve para ti.
Quién sabe si supieras
que nunca te he olvidado
volviendo a tu pasado
te acordarás de mí.

Los amigos ya no vienen
ni siquiera a visitarme
nadie quiere consolarme
en mi aflicción.
Desde el día que te fuiste
siento angustias en mi pecho
decí percanta ¿qué has hecho
de mi pobre corazón?

Sin embargo
te llevo en el recuerdo
con el cariño santo
que tuve para amar.
Y sos en todas partes
pedazo de mi vida
una ilusión querida
que no podré olvidar.


Al cotorro abandonado
ya ni el sol de la mañana
asoma por la ventana
como cuando estabas vos.
Y aquel perrito compañero
que por tu ausencia no comía
al verme solo, el otro día, también me dejó



Στίχοι: Pascual Contursi & Enrique P. Maroni .
Μουσική G.H. Matos Rodríguez.



*********

H ΚΟΥΜΠΑΡΣΙΤΑ


Την αγάπη που ’χα για τα σένα
πώς την κρατώ, καλή μου,
βαθιά μες στην καρδιά!
Αν ήξερες –ποιός ξέρει!-
ποτέ πως δεν ξεχνώ σε!
Μια σκέψη σου έλα δώσε
για να με θυμηθείς…

Φίλοι πια δεν έρχονται να
δουν το φίλο που ’ναι μόνος –
παρηγόρια θέλει ο πόνος
που με πονά…
Την ημέρα που ’φυγες,
φόβος στην καρδιά μου μπήκε
και ποτέ δεν ξαναβγήκε,
και με τρώει, με ροκανά…

Κι αν φοβάμαι, σε θυμάμαι πάντα·
και εικόνα σ’ έχω άγια εγώ·
σε προσκυνάω πιστά…
Παντού είσαι γύρω μου εσύ,
κομμάτι μιας θλιβής ζωής·
κι εκείνα τα ματάκια που χαρά
μού δίναν ψάχνω πάντα, αλλά
δεν είναι πουθενά…

Στη γωνιά παρατημένος,
στο δωμάτιο μόνος μένω,
νά ’μπει ήλιος καρτεράω, σαν να
είσουν πάλι εσύ ξανά.
Το σκυλάκι που ’χα πάντα δίπλα,
σαν έφυγες, πικράθηκε,
και σα μονάχο μ’ είδε
από ’δώ εχάθηκε…



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
Από το βιβλίο: Γιώργος Κεντρωτής, «Με απ’ όλα μέσα», Τυπωθήτω, Αθήνα 2006, σελ. 74-75.



ΚΑΙ Τ' ΑΥΡΙΟ ΚΑΘΟΛΟΥ ΔΕΝ ΧΑΡΑΖΕΙ


ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΑΒΕΛΛΙΟΣ


ΓΝΩΜΙΚΟ


Πώς πλήττονται τα φρούρια και πέφτουν
παρά την άμυνα των υπερασπιστών τους·
οι εχθροί κ’ όταν ακόμη δεν εφορμήσουν
αν είναι να χαθή το φρούριο χάνεται
και χάνεται χωρίς μάχη καμμία·
σαπρία τού έχει φάει τα οχυρώματα
στα θεμέλια κ’ οι έγκλειστοι δεν το γνωρίζουν
και πιστεύουν πως η νίκη δεν θα φύγει
ενώ περνάς, ώ ήττα, όπως αόρατος
κάτω από τα βρύα ο υδάτινος λαός,
εν σιγή οδεύει προς την αμμοστέφανη παραλία.
Ω πόλεις, ω φρούρια και ω ψυχές
μελετάτε ακούραστα τα οχυρώματα
και τα θεμέλιά σας·
ό,τι νικιέται χάνεται εις το χθες
και τ’ αύριο καθόλου δεν χαράζει.


Από τη συλλογή: «Η πένθιμη δόξα».

Τρίτη, 22 Απριλίου 2008

ΕΚΣΚΑΦΕΣ ΚΑΙ ΕΠΙΧΩΜΑΤΩΣΕΙΣ


ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ


ΧΩΜΑΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ


          Στον Νίκο Παπαδόπουλο

Μένουν θαμμένα τόσα απ’ αυτά που ζήσαμε
κι απ’ τα βαριά κι από τα’ ασήμαντα.
Η μνήμη σαν να καταπιάνεται
με χωματουργικές εργασίες
στα πεζοδρόμια αυτής της πόλης.
Αρχίζει κάθε λίγο καινούργιες εκσκαφές
και καταλήγει σ’ επιχωματώσεις.



Από το βιβλίο: Τίτος Πατρίκιος, «Η αντίσταση των γεγονότων», Κέδρος Αθήνα 2000, σελ. 18.

Στη φωτογραφία είναι ο Πατρίκιος με τον Παπαδόπουλο από εκδήλωση στις εκδόσεις "ΥΨΙΛΟΝ".

Ο ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ ΚΑΙ Η ΣΟΦΙΑ ΚΑΡΙΒΑΛΗ ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΒΑΣΙΛΗ ΤΣΙΤΣΑΝΗ


ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ


ΝΑ ΓΙΑΤΙ ΓΥΡΝΩ


Να γιατί γυρνώ μες στην Αθήνα
να γιατί πάντα τα κοπανώ
γιατί έχω εγώ μεράκι
έχω μέσα μου σαράκι
για μια όμορφη κοπέλα π'αγαπώ, βρε αμάν, αμάν
γι αυτήν εγώ θα τρελαθώ

Να γιατί περνώ απ' τη γειτονιά σου
να γιατί σε φέρνω απ' το κοντό
γιατί μέ 'κανες μικράκι
κι έχω το διπλό φαρμάκι
για μια νύχτα που σε γνώρισα κι εγώ, βρε αμάν, αμάν
ζαλίστηκα θα τρελαθώ

Να γιατί γυρίζω με τ' αμάξι
να γιατί σιγά-σιγά περνώ
για ένα σου γλυκό φιλάκι
για να φύγει το φαρμάκι
γιατί εσένα κοπελιά μου αγαπώ, βρε αμάν, αμάν
στο ξαναλέω σ' αγαπώ

ΓΟΥΕΡΤΖΓΟΥΩΡΘ!


WILLIAM WORDSWORTH


THE RAINBOW


My heart leaps up when I behold
A Rainbow in the sky:
So was it when my life began;
So is it now I am a man;
So be it when I shall grow old,
Or let me die!
The Child is father of the man;
And I wish my days to be
Bound each to each by natural piety.


Χάρις στη Gessica Gusi έχουμε αυτό το υπέροχο ποίημα. Ευχαρίστως το κρεμάμε.

Η ΤΖΟΑΝ ΜΠΑΕΖ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΜΙΓΕΛ ΕΡΝΑΝΤΕΘ


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η JOAN BAEZ


MIGUEL HERNÁNDEZ

LLEGÓ CON TRES HERIDAS


Llegó con tres heridas
la del amor,
la de la muerte,
la de la vida.

Con tres heridas viene:
la de la vida,
la del amor,
la de la muerte.

Con tres heridas yo:
la de la vida,
la de la muerte,
la del amor.


ΤΗ ΓΑΛΗΝΗ


ANTONIO GAMONEDA


AMOR


Mi manera de amarte es sencilla:
te aprieto a mí
como si hubiera un poco de justicia en mi corazón
y yo te la pudiese dar con el cuerpo.

Cuando revuelvo tus cabellos
algo hermoso se forma entre mis manos.

Y casi no sé más. Yo sólo aspiro
a estar contigo en paz y a estar en paz
con un deber desconocido
que a veces pesa también en mi corazón.


*************************

ΕΡΩΤΑΣ


Απλός είναι ο τρόπος μου αγάπη να σου δίνω:
σε αγκαλιάζω σφιχτά, επάνω μου σε σφίγγω,
ωσάν να υπήρχε στην καρδιά μου μια σταλιά δικαιοσύνη
και εγώ να μπορούσα με το σώμα να σ’ τη δώσω.

Σαν τα δάχτυλά μου βυθίζω στα μαλλιά σου,
τί όμορφες μορφές από εκεί που ξεπηδούνε.

Και δεν θέλω άλλο τίποτα. Το μόνο που θέλω,
μαζί σου τη γαλήνη να βρίσκω και γαλήνιος
να είμαι με μιαν άγνωστη οφειλή
που φορές-φορές το στήθος μου βαραίνει.



Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη.

Δευτέρα, 21 Απριλίου 2008

ΛΑΜΑΡΤΙΝΟΣ!


ALPHONSE DE LAMARTINE (1790-1869)


ADIEUX A LA MER


Murmure autour de ma nacelle,
Douce mer dont les flots chéris,
Ainsi qu'une amante fidèle,
Jettent une plainte éternelle
Sur ces poétiques débris.

Que j'aime à flotter sur ton onde.
A l'heure où du haut du rocher
L'oranger, la vigne féconde,
Versent sur ta vague profonde
Une ombre propice au nocher !

Souvent, dans ma barque sans rame,
Me confiant à ton amour,
Comme pour assoupir mon âme,
Je ferme au branle de ta lame
Mes regards fatigués du jour.

Comme un coursier souple et docile
Dont on laisse flotter le mors,
Toujours, vers quelque frais asile,
Tu pousses ma barque fragile
Avec l'écume de tes bords.

Ah! berce, berce, berce encore,
Berce pour la dernière fois,
Berce cet enfant qui t'adore,
Et qui depuis sa tendre aurore
N'a rêvé que l'onde et les bois!

Le Dieu qui décora le monde
De ton élément gracieux,
Afin qu'ici tout se réponde,
Fit les cieux pour briller sur l'onde,
L'onde pour réfléchir les cieux.

Aussi pur que dans ma paupière,
Le jour pénètre ton flot pur,
Et dans ta brillante carrière
Tu sembles rouler la lumière
Avec tes flots d'or et d'azur.

Aussi libre que la pensée,
Tu brises le vaisseau des rois,
Et dans ta colère insensée,
Fidèle au Dieu qui t'a lancée,
Tu ne t'arrêtes qu'à sa voix.

De l'infini sublime image,
De flots en flots l'oeil emporté
Te suit en vain de plage en plage,
L'esprit cherche en vain ton rivage,
Comme ceux de l'éternité.

Ta voix majestueuse et douce
Fait trembler l'écho de tes bords,
Ou sur l'herbe qui te repousse,
Comme le zéphyr dans la mousse,
Murmure de mourants accords.

Que je t'aime, ô vague assouplie,
Quand, sous mon timide vaisseau,
Comme un géant qui s'humilie,
Sous ce vain poids l'onde qui plie
Me creuse un liquide berceau.

Que je t'aime quand, le zéphire
Endormi dans tes antres frais,
Ton rivage semble sourire
De voir dans ton sein qu'il admire
Flotter l'ombre de ses forêts!

Que je t'aime quand sur ma poupe
Des festons de mille couleurs,
Pendant au vent qui les découpe,
Te couronnent comme une coupe
Dont les bords sont voilés de fleurs!

Qu'il est doux, quand le vent caresse
Ton sein mollement agité,
De voir, sous ma main qui la presse,
Ta vague, qui s'enfle et s'abaisse
Comme le sein de la beauté!

Viens, à ma barque fugitive
Viens donner le baiser d'adieux;
Roule autour une voix plaintive,
Et de l'écume de ta rive
Mouille encor mon front et mes yeux.

Laisse sur ta plaine mobile
Flotter ma nacelle à son gré,
Ou sous l'antre de la sibylle,
Ou sur le tombeau de Virgile :
Chacun de tes flots m'est sacré.

Partout, sur ta rive chérie,
Où l'amour éveilla mon coeur,
Mon âme, à sa vue attendrie,
Trouve un asile, une patrie,
Et des débris de son bonheur,

Flotte au hasard : sur quelque plage
Que tu me fasses dériver,
Chaque flot m'apporte une image;
Chaque rocher de ton rivage
Me fait souvenir ou rêver...


Ποστάρεται τη ευγενεί μερίμνη της κ. Γιαμίλας Δίας.

DIEGO EL CIGALA, BEBO VALDÉS: ΜΑΥΡΑ ΔΑΚΡΥΑ!


ΕΡΜΗΝΕΥΟΥΝ ΟΙ DIEGO EL CIGALA & BEBO VALDÉS


MIGUEL MATAMOROS

LÁGRIMAS NEGRAS


Aunque tu
me has dejado en el abandono
aunque ya
se han muerto todas mis ilusiones.

En vez de despedirme
con Justo encono
en mis sueños te colmo
en mis sueños te colmo
de bendiciones.

Sufro la inmensa pena de tu extravio
lloro el dolor profundo
de tu partida
y lloro sin que sepas
que el llanto mio
tiene lagrimas negras
tiene lagrimas negras
como mi vida.

Tu me quieres dejar
yo no puedo vivir
contigo me voy mi negra
aunque me cueste el morir

Tu me quieres dejar
yo no quiero sufrir
contigo me voy mi santa
aunque me cueste el morir.



Στίχοι και μουσική: Miguel Matamoros.


*******************


ΜΑΥΡΑ ΔΑΚΡΥΑ


Μ’ έχεις, ναι,
μ’ έχεις πια κι εσύ εγκαταλείψει,
κι έχεις, ναι,
χώσει τα όνειρά μου στον τάφο.
Δεν σε
κατακρίνω καν με δίκαιη θλίψη
– στα όνειρά μου σε θυμάμαι,
στα όνειρά μου σε θυμάμαι
κι ευχές όλο σου γράφω.

Υποφέρω… πονώ
που ’χεις φύγει·
να με σκάβει νιώθω ένα νύχι
άγριο – τι νά ’βρει;…
Και κλαίω·
μα δεν ξέρεις πως θρήνος τυλίγει
με τα μαύρα μου δάκρυα
με τα μαύρα μου δάκρυα
τη ζωή μου τη μαύρη.

Να μ’ αφήσεις θες, να μην πονάω·
πώς θα γίνει εμείς μαζί οι δύο,
πές μου, νά ’μαστε – ρωτάω.
Να μ’ αφήσεις θες· να μην πονάω
θες, που μ’ άφησες πια μόνη μου
πίσω να σε καρτεράω.
Μόνη μου έχω μείνει, εγώ μόνη,
την ώρα της δύσης.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
Από το βιβλίο: Γιώργος Κεντρωτής: «Με απ’ όλα μέσα», Τυπωθήτω, Αθήνα 2006, σελ. 94.



ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΡΚΟ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗ 3


ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΡΚΟ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗ 3.

ΤΙ ΜΕΝΕΙ ΑΠΟ ΟΛΑ ΑΥΤΑ;


ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ


ΛΑΦΥΡΑΓΩΓΙΑ



Οτιδήποτε αναιρεί τη θέληση θέλοντας
  ανήκει στην τυραννία.
Οικειώθηκα την απελπισία μου επί αιώνες
  εγώ ο τολμητίας του ανυπόστατου
την οικουμένη του ήλιου την περιγέλασα
   (και δικαίως)
καθώς επιτέλους εισχώρησα στον έρωτα του τίγρη
  στα ορύγματα της ηρωίδας Αφασίας
αποσπόρι του απείρου με ιώβειες διαστάσεις
  θηρεύω τιποτένιος
    ανιχνεύω διάτορος.
Μια σύνθεση για άρπα του Ερρίκου του Όγδοου
  Τί μένει από όλα αυτά;
    Μερικά βλακώδη κόκαλα.



Από τη συλλογή: «Δυνατότητες και χρήση της ομιλίας», 1979.
Από το βιβλίο: Νίκος Καρούζος, «Τα ποιήματα Β΄ (1979-1991)», Ίκαρος, Αθήνας
1994, σελ. 36.

Κυριακή, 20 Απριλίου 2008

ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΡΚΟ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗ 2


ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΡΚΟ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗ 2.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΡΟΜΠΕΡΤΟ ΜΟΥΡΟΛΟ, ΤΟ ΑΗΔΟΝΙ ΤΗΣ ΝΑΠΟΛΗΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ROBERTO MUROLO


TE VOGLIO BENE ASSAJE


Pecché quanno me vide
te 'ngrife comm''a gatto?
Nenne' che t'aggio fatto?
ca no mme puo' vedé?
Io t''aggio amato tanto
si t'amo tu lo saie

Te voglio bene assaie
e tu nun pienze a me!

Nzomma, songo io lo fauzo?
Appila, sie' maesta:
Ca l'arta toia è chesta
lo dico mmeretà.
Lo jastemma' vuria
lo juorno ca t'amaie!

Te voglio bene assaie
e tu nun pienze a me!

La notte tutte dormeno,
e io che buo' durmì!
Penzanno a Nenna mia
me sent'ascevulì!
Li quarte d'ora sonano
a uno, a ddoje, a tre...

Te voglio bene assaie
e tu nun pienze a me!

Ricordate lo juorno
che stive a me becino,
e te scorreano nzino
le lacreme accossì.
Diciste a me: Non chiagnere
ca tu lu mio sarraje...

Te voglio bene assaie
e tu nun pienze a me!

Guardame nfaccia e bide
comme song'arredutto:
sicco, peliento e brutto
Nennella mia, pe' tte!
Cusuto a filo duppio
cu te me vedarraje...

Te voglio bene assaie
e tu nun pienze a me!

Saccio ca nun vuo' scennere
la gara quanno è scuro,
vatténne muro, muro,
appojete ncuollo a me...
Tu n'ommo comme a chisto
addó lo truvarraje?

Te voglio bene assaie
e tu nun pienze a me!

Quanno so fatto cennere
tanno me chiagnarraje,
sempe addimannarraje:
Nennillo mio addó è?
La fossa mia tu arape
E là me truvarraje...

Te voglio bene assaie
e tu nun pienze a me!


Στίχοι: Raffaele Sacco.
Μουσική: Filippo Campanella ή Gaetano Donizetti.
Τραγούδι του 1835.


ΚΟΡΣΕΔΕΣ ΤΑ ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΑ


ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ


ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ ΠΡΟΠΟΡΕΥΕΤΑΙ ΚΑΙ ΕΠΕΤΑΙ


Διαβάζοντας απ’ το τέλος –ανάποδα–
  προς την αρχή –κατάντικρυ– την αλήθεια
μαστορεύουμε ανέκαθεν το μέγα ψεύδος.
Μια βάρκα πεθαμένη στης ερημιάς τ’ ακρογιάλι
  (τα θλιβερά της κόκαλα).
Μάθε το σύγνεφο –: ποτέ του δεν αντιτάχτηκε
στην αιθρία κ’ η καταφρόνια της αιωνιότητας
  από μόνη της οδηγεί στο πράγματι αιώνιο.
Στροβιλίζομαι ανάμεσα σε στυφά φθινόπωρα
  ερεθίζοντας μια βλακώδη ανάσταση.
Τα μούσκλα δεν τά ’χα πει κάποτε ποιήματα
  ελάσσονα του φυτικού βασιλείου;
Τά ’χα πει κάποτε μα σήμερα τη σβήνω την αράδα.
Όνομα μέσ’ στο στήθος δεν υπάρχει. Κι όμως
  το σώμα της φωτιάς ανεμοσάλευτο
με φλόγες λουλουδίζοντας αναταράζει
  τα συμβαίνοντα κι αυτά συγκλονίζουν
ένα παράξενο σύνολο που δε βρίσκει ανάδοχο.
Στα μάτια μας του παγωνιού το άλλοθι:
  η φλύαρη ουρά του χασμουρήθηκε.
Στίχοι και στίχοι – λαμπυρίθρες στ’ ουρανού το κάρβουνο.
Βλέπεις; Ο έρωτας του ήλιου με τη νύχτα: το φεγγάρι
  τουμπανιάζει το αίνιγμα.
Υπάρχει άραγε σχέση ευγνωμοσύνης ανάμεσα
  στη χαρμόσυνη μέλισσα και σε ένα λουλούδι;
Παρωδία της άχραντης διάρκειας ο χρόνος
  κορσέδες τα δευτερόλεπτα.


Από τη συλλογή: «Δυνατότητες και χρήση της ομιλίας», 1979.
Από το βιβλίο: Νίκος Καρούζος, «Τα ποιήματα Β΄ (1979-1991)», Ίκαρος, Αθήνας
1994, σελ. 17.

ΑΝΤΟΝΙΟ ΓΑΜΟΝΕΔΑ!


ANTONIO GAMONEDA


MÚSICA DE CÁMARA

I


Si pudiera tener su nacimiento
en los ojos la música, sería
en los tuyos. El tiempo sonaría
a tensa oscuridad, a mundo lento.

Mezclas la luz en el cristal sediento
a intensidad y amor y sombra fría.
Todavía silencio, todavía
el sonido no tiene movimiento.

Pero llega un relámpago; se anudan
en los ojos lo bello y lo potente.
La fría sombra se convierte en fuego.

La belleza y el ansia se desnudan.
La música se eleva transparente.
Oh, sonido de amor, déjame ciego.


II

Yo, sin ojos, te miro transparente.
En la música estás, de ella has nacido;
de este grito de luz, de este sonido
a mundo amado luminosamente.

Y yo escucho después —agua creciente—
a la música en ti: todo el latido,
todo el pulso del aire convertido
a tu belleza, a tu perfil viviente.

Tumba y madre recíproca, del canto
orientas a tus venas la agonía,
y tus ojos asumen su potencia.

Oh prisión de la luz, después de tanto,
ya veo en el silencio: la armonía
es tu cuerpo, tu amada consistencia.



Με την ευγενική μέριμνα της φιλτάτης κ. Carolina Marconi.

Σάββατο, 19 Απριλίου 2008

ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΟΡΙΑ Η ΚΩΜΩΔΙΑ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ


ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ


ΦΟΒΕΡΟΣ ΑΠΟ ΜΕΙΛΙΧΙΟΤΗΤΑ


Φεύγω απ’ το στόμα μου φεύγω απ’ το μυαλό μου
  δεν έχει όρια η κωμωδία της γλώσσας
τα διάπυρα σημάδια του Δήθεν εντειχισμένα στο στήθος.
Φεύγω απ’ τα χέρια μου φεύγω απ’ τη στύση
  διατρέχοντας ηχηρά το νευρικό μου σύστημα
Είμαι σαν άκοπο βιβλίο που πάλιωσε
  στα μαυρισμένα ράφια της θεότητας
διαθέτω μονάχα την Άνοιξη διαθέτω τ’ αστέρια
  είμαι άλλωστε εγώ που ταρίχευσα
μαζεύοντας όσο μπόρεσα χημικό σκοτάδι –
  την καθημερινότητα.


Από τη συλλογή: «Δυνατότητες και χρήση της ομιλίας», 1979.
Από το βιβλίο: Νίκος Καρούζος, «Τα ποιήματα Β΄ (1979-1991)», Ίκαρος, Αθήνας
1994, σελ. 21.

ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΡΚΟ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗ 1


Ντοκουμέντο για τον Μάρκο Βαμβακάρη 1.

Ο ΕΝΤΣΟ ΓΙΑΝΑΤΣΙ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΝΤΑΡΙΟ ΦΟ


DARIO FO


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ENZO JANNACCI

VENGO ANCH’IO? NO, TU NO!


Si potrebbe andare tutti quanti allo zoo comunale.
Vengo anch'io. No, tu no.
Per vedere come stanno le bestie feroci
e gridare aiuto, aiuto è scappato il leone,
e vedere di nascosto l'effetto che fa.

Vengo anch'io. No, tu no.
Vengo anch'io. No, tu no.
Vengo anch'io. No, tu no.
Ma perché? Perché no!

Si potrebbe andare tutti quanti ora che è primavera.
Vengo anch'io. No, tu no.
Con la bella sottobraccio a parlare d'amore
e scoprire che va sempre a finire che piove
e vedere di nascosto l'effetto che fa.

Vengo anch'io. No, tu no.
Vengo anch'io. No, tu no.
Vengo anch'io. No, tu no.
Ma perché? Perché no!

Si potrebbe poi sperare tutti in un mondo migliore.
Vengo anch'io. No, tu no.
Dove ognuno, sì, e' già pronto a tagliarti una mano
un bel mondo sol con l'odio ma senza l'amore
e vedere di nascosto l'effetto che fa.

Vengo anch'io. No, tu no.
Vengo anch'io. No, tu no.
Vengo anch'io. No, tu no.
Ma perché? Perché no!

Si potrebbe andare tutti quanti al tuo funerale.
Vengo anch'io. No, tu no.
Per vedere se la gente poi piange davvero
e capire che per tutti è una cosa normale
e vedere di nascosto l'effetto che fa.

Vengo anch'io. No, tu no.
Vengo anch'io. No, tu no.
Vengo anch'io. No, tu no.
Ma perché? Perché no!


Στίχοι-Μουσική: Fiorenzo Fiorentini - Dario Fo - Enzo Jannacci.
Τραγούδι του 1967.


ΝΤΥ ΜΠΕΛΛΑΙ!


JOACHIM DU BELLAY (1522-1560)


CEUX QUI SONT AMOUREUX, LEURS AMOURS CHANTERONT


Ceux qui sont amoureux, leurs amours chanteront,
Ceux qui aiment l'honneur, chanteront de la gloire,
Ceux qui sont près du roi, publieront sa victoire,
Ceux qui sont courtisans, leurs faveurs vanteront,

Ceux qui aiment les arts, les sciences diront,
Ceux qui sont vertueux, pour tels se feront croire,
Ceux qui aiment le vin, deviseront de boire,
Ceux qui sont de loisir, de fables écriront,

Ceux qui sont médisants, se plairont à médire,
Ceux qui sont moins fâcheux, diront des mots pour rire,
Ceux qui sont plus vaillants, vanteront leur valeur,

Ceux qui se plaisent trop, chanteront leur louange,
Ceux qui veulent flatter, feront d'un diable un ange :
Moi, qui suis malheureux, je plaindrai mon malheur.



Το ποίημα μάς το έστειλε η φιλόκαλη κ. Laetitia Casta.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΦΛΕΡΥ ΝΤΑΝΤΩΝΑΚΗ


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΦΛΕΡΥ ΝΤΑΝΤΩΝΑΚΗ


ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ

ΑΣΠΡΗ ΜΕΡΑ


Θα ποτίσω
μ’ ένα δάκρυ μου αλμυρό
τον καιρό
πικρά καλοκαίρια
έμαθα κοντά σου να περνώ
νεκρά περιστέρια
γέμισε η αυγή τον ουρανό.

Θα γυρίσω
λυπημένη Παναγιά.
Έχε γειά
μην κλαις
το μαράζι
μάθε φυλακτό να μην κρεμάς
να λες
«Δεν πειράζει,
θά ’ρθει η ασπρη μέρα και για μας».


Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος.

Παρασκευή, 18 Απριλίου 2008

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΕΝΡΙΚΟ ΚΑΡΟΥΖΟ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ENRICO CARUSO


GIUSEPPE VERDI

QUESTA O QUELLA
(RIGOLETTO)


Questa o quella per me pari sono
A quant'altre d'intorno mi vedo,
Del mio core l'impero non cedo
Meglio ad una che ad altre beltà
La costoro avvenenza è qual dono
Di que il fato ne infiora la vita
S'oggi questa mi torna gradita
Forse un’ altra doman lo sarà.
La costanza tiranna del core

Detestiamo qual morbo crudele,
Sol chi vuole si serbi fedele;
Non v'ha amor se non v'è libertà.
De' i mariti geloso il furore,
Degli amanti le smanie derido,
Anco d'Argo i cent'occhi disfido
Se mi punge una qualche beltà



Από ηχογράφηση του 1908.

Σ' ΑΜΥΡΙΣΤΕΣ ΑΚΡΟΓΙΑΛΙΕΣ


ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ


Η ΤΡΕΛΗ ΡΟΔΙΑ


      Πρωινό ερωτηματικό
      κέφι à perdre haleine


Σ’ αυτές τις κάτασπρες αυλές όπου φυσά ο νοτιάς
Σφυρίζοντας σε θολωτές καμάρες, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που σκιρτάει στο φως σκορπίζοντας το καρποφόρο γέλιο της
Με ανέμου πείσματα και ψιθυρίσματα, πέστε μου είναι η τρελή
ροδιά
Που σπαρταράει με φυλλωσιές νιογέννητες τον όρθρο
Ανοίγοντας όλα τα χρώματα ψηλά με ρίγος θριάμβου;

Όταν στους κάμπους που ξυπνούν τα ολόγυμνα κορίτσια
Θερίζουνε με τα ξανθά τους χέρια τα τριφύλλια
Γυρίζοντας τα πέρατα των ύπνων τους, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που βάζει ανύποπτη μες στα χλωρά πανέρια τους τα φώτα
Που ξεχειλίζει από κελαηδισμούς τα ονόματά τους, πέστε μου
Είναι η τρελή ροδιά που μάχεται τη συννεφιά του κόσμου;

Στη μέρα που απ’ τη ζήλια της στολίζεται μ’ εφτά λογιώ φτερά
Ζώνοντας τον αιώνιον ήλιο με χιλιάδες πρίσματα
Εκτυφλωτικά, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που αρπάει μια χαίτη μ’ εκατό βιτσιές στο τρέξιμό της
Ποτέ θλιμμένη και ποτέ γρινιάρα, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που ξεφωνίζει την καινούρια ελπίδα που ανατέλλει;

Πέστε μου, είναι η τρελή ροδιά που χαιρετάει στα μάκρη
Τινάζοντας ένα μαντίλι φύλλων από δροσερή φωτιά
Μια θάλασσα ετοιμόγεννη με χίλια δυό καράβια
Με κύματα που χίλιες δυό φορές κινάν και πάνε
Σ’ αμύριστες ακρογιαλιές, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που τρίζει τ’ άρμενα ψηλά στο διάφανον αιθέρα;

Πανύψηλα με το γλαυκό τσαμπί που ανάβει κι εορτάζει
Αγέρωχο, γεμάτο κίνδυνο, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που σπάει με φως καταμεσής του κόσμου τις κακοκαιριές
του δαίμονα
Που πέρα ως πέρα την κροκάτη απλώνει τραχηλιά της μέρας
Την πολυκεντημένη από σπαρτά τραγούδια, πέστε μου είναι
η τρελή ροδιά
Που βιαστικά ξεθηλυκώνει τα μεταξωτά της μέρας;

Σε μεσοφούστανα πρωταπριλιάς και σε τζιτζίκια δεκαπενταυγούστου
Πέστε μου, αυτή που παίζει, αυτή που οργίζεται, αυτή που ξελογιάζει
Τινάζοντας απ’ τη φοβέρα τα κακά μαύρα σκοτάδια της
Ξεχύνοντας στους κόρφους του ήλιου τα μεθυστικά πουλιά
Πέστε μου, αυτή που ανοίγει τα φτερά στο στήθος των πραγμάτων
Στο στήθος των βαθιών ονείρων μας, είναι η τρελή ροδιά;


Από την ποιητική συλλογή «Προσανατολισμοί».
Από το βιβλίο: Οδυσσέας Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος, Αθήνα 2002, σελ. 70-71.

ΣΕ ΕΙΔΑΝ


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΓΝΗΣ (1880-1953)


ΝΤΑΛΑ ΜΕΣΗΜΕΡΙ


Ντάλα μεσημέρι κι έπαιρνες το μπάνιο
μέσα σε μια μπάρα στον Καλοκαιρινό.
Φόραγες μπουρνούζι φως αχνογεράνιο
κι ήσουν σα λουλούδι και σαν ξωτικό.

Σ' είδαν τα τζιτζίκια κι αποτρελαθήκαν
πάνω στα πλατάνια και στις καστανιές.
Σ' είδαν και τ' αγρίμια και δειλά συρθήκαν
να κρυφτούν στις φτέρες και στις λαδανιές.

Σ' είδε κι ένα αγόρι του φτωχού τσομπάνη
και γυρνά θλιμμένο πέρα στην πλαγιά.
Σ' είδε κι ένας γέρος κι άρχισε να κάνει
το σταυρό του εμπρός σου σα στην Παναγιά.

ΤΟ ΩΡΑΙΟ ΚΑΙ Ο ΠΟΝΟΣ


MANUEL ALTOLAGUIRRE


LA VENTANA


La ventana separa
el mundo de los trenes,
de los grandes vapores,
de los hombres a pie,
del mundo quieto
de un alma sola.

¡Qué alegría
ver los rosales y los vendedores!

Al ruidoso paisaje
de tráfico y de vida
mi stristeza se asoma.

Mi soledad consciente
mira las hermosuras
inútiles del mundo.

Lo bello y el dolor
es de las almas solas.


*******************

ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ


Το παράθυρο χωρίζει
τον κόσμο των τρένων,
των μεγάλων βαποριών,
των πεζών,
από τη γαλήνια τη σφαίρα
μιας ψυχής μόνης.

Τι χαρά που δίνει η όψη τους:
τριανταφυλλόβεργες και πωλητές.

Στο θορυβώδες τοπίο
της ζωής και της κίνησης στους δρόμους
η λύπη μου ξεμυτίζει.

Η συνειδητή μοναξιά μου
τις ομορφιές κοιτάζει,
τις ανούσιες, του κόσμου.

Το ωραίο και ο πόνος
είναι των ψυχών
μόνων που είναι.



Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη.


Αφιερωμένο το μετάφρασμα στον Μπλογκάρχη, ο οποίος και εγκαρδίως ευχαριστεί τη μεταφράστρια.

ΟΥΝΑΜΟΥΝΟ!


MIGUEL DE UNAMUNO


LA ORACIÓN DEL ATEO


Oye mi ruego Tú, Dios que no existes,
y en tu nada recoge estas mis quejas,
Tú que a los pobres hombres nunca dejas
sin consuelo de engaño. No resistes

a nuestro ruego y nuestro anhelo vistes.
Cuando Tú de mi mente más te alejas,
más recuerdo las plácidas consejas
con que mi ama endulzóme noches tristes.

¡Qué grande eres, mi Dios! Eres tan grande
que no eres sino Idea; es muy angosta
la realidad por mucho que se expande

para abarcarte. Sufro yo a tu costa,
Dios no existente, pues si Tú existieras
existiría yo también de veras.


Το ποίημα αυτό μάς το έστειλε η παλιά μας φίλη κ. Αλμουδένα Φερνάντες.

Πέμπτη, 17 Απριλίου 2008

ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


[ΣΙΩΠΗΛΗ ΚΡΑΥΓΗ]


Σιωπηλή κραυγή
ορατή
διασχίζει την κάμαρα
αγγίζει τις καρέκλες
ανάβεις τα σπίρτα ένα ένα
καις τα νύχια
του πλαστικού λιονταριού
σε αντικατάσταση του άλλου
εκείνου που σε νίκησε
στο σκοτεινότερο δάσος.

    Κάλαμος, 18.IV.76.



Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, «Το ρόπτρο», Κέδρος, Αθήνα 1978, σελ. 29.

Ανάρτηση αφιερωμένη στην φίλη "Κόκκινη Κίσσα".