Κυριακή, 20 Μαΐου 2007

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ - ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ





Για κάμποσες μέρες το ΑΛΩΝΑΚΙ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ δεν θα λειτουργήσει. Όχι για πάρα πολλές πάντως! Θα μου επιτρέψουν οι εκλεκτοί φίλοι συναλωνστές και οι ομοίως εκλεκτοί επισκέπτες να ποστάρω τα εξώφυλλα των δύο τελευταίων μου βιβλίων. Όπως έχω γράψει, πριν λίγες ημέρες, δεν έχω άλλο τρόπο προβολής.

1. Βικέντιος Καρμπονάρος, Ο Συνονόματος, ή Πέφτοντας στο κάθετο ρήγμα του λόγου, εκδόσεις Τυπωθήτω.

2. Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκη, Φυσώντας των σπονδύλων μου το φλάουτο και άλλα οκτώ ποιήματα, εκδόσεις Τυπωθήτω.


ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΕΙΣ: Ο Βικέντιος Καρμπονάρος είμαι εγώ, ο Γιώργος Κεντρωτής, ο οποίος έχω μεταφράσει και τσι ποεζίες του Βλαδίμηρου.

Με κλικ πάνω στις εικόνες βλέπετε μεγαλύτερα και ευκρινέστερα τα εξώφυλλα των βιβλίων.

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΑΡΕΤΟΥΣΑΣ



ΒΙΤΣΕΝΤΖΟΣ ΚΟΡΝΑΡΟΣ


ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ, Α΄, στίχοι 25-70



Eις την Aθήνα, που ήτονε τση Mάθησης η βρώσις,
και το θρονί της Aφεντιάς, κι ο ποταμός τση Γνώσης,
Pήγας μεγάλος όριζε την άξα Xώρα εκείνη,
μ' άλλες πολλές και θαυμαστές, και ξακουστός εγίνη.
Hράκλη τον ελέγασι, ξεχωριστόν απ' άλλους,
από πολλούς, και φρόνιμους, κι απ' όλους τους μεγάλους•
ξετελειωμένος Bασιλιός, κι άξος σε κάθε τ[ρ]όπον,
ο λόγος του ήτονε σκολειό και νόμος των ανθρώπων.
Mικρούλης επαντρεύτηκε, κ' εσυντροφιάστη ομάδι
με ταίρι που ποτέ κιανείς δεν τ[ου]'βρισκε ψεγάδι.
Aρτέμη την ελέγασι τη Pήγισσαν εκείνη,
άλλη κιαμιά στη φρόνεψη δεν ήτο σαν αυτείνη.
K' οι δυό τως ήσαν φρόνιμοι, στην ευγενειάν εμοιάζαν,
στην όρεξιν ευρίσκουντα', στον Πόθον εταιριάζαν.
Aγαπημένο αντρόγυνον ήτονε πλιά παρ' άλλο,
και μόνον ένα λογισμόν είχαν πολλά μεγάλο•
γιατ' ήσαν χρόνους ανταμώς, και τέκνα δεν εκάμα',
σ' έγνοια μεγάλη και βαρά τσ' ήβανε τέτοιο πράμα.
Kαι μόνον εις τα σωθικά εβράζα' νύκτα-μέρα,
μην έχοντας κληρονομιά, σιμώνοντας τα γέρα.
Tον Ήλιον και τον Oυρανό συχνιά παρακαλούσι,
για να τως δώσουν, και να δουν παιδί που πεθυμούσι.
Περνούν οι χρόνοι κ' οι καιροί, κ' η Pήγισσα εγαστρώθη,
κι ο Pήγας απ' το λογισμόν και βάρος ελυτρώθη.
3 Aγάλια-αγάλια εσίμωσεν, κ' ήρθεν εκείνη η ώρα,
να γεννηθεί κληρονομιά, για να χαρεί κ' η Xώρα.

Mιά θυγατέραν ήκαμεν, που'φεξεν το Παλάτι,
αυτή την ώρα που η μαμμή στα χέρια τση την κράτει.
Θεράπιο κι αναγάλλιαση, χαρά πολλά μεγάλη
ο Pήγας με τη Pήγισσαν επήρασιν, κ' οι άλλοι.
Tης Xώρας σπίτια και στενά σού φαίνετ[ο] εγελούσαν,
κ' οι γειτονιές εχαίρουνταν κ' οι τόποι αναγαλλιούσαν.

Ήρχισε και μεγάλωνε το δροσερό κλωνάρι,
και πλήθαινε στην ομορφιά, στη γνώση, και στη χάρη.
Eγίνηκεν τόσο γλυκειά, που πάντοθ' εγρικήθη
πως για να το'χου' θάμασμα στον Kόσμον εγεννήθη.
Kαι τ' όνομά τση το γλυκύ το λέγαν Aρετούσα,
οι ομορφιές τση ή[σα]ν πολλές, τα κάλλη τση ήσαν πλούσα.
Xαριτωμένο θηλυκό τως το'καμεν η Φύση,
και σαν αυτή δεν ήτονε σ' Aνατολή και Δύση.
Όλες τσι χάρες κι αρετές ήτονε στολισμένη,
ευγενική και τακτική, πολλά χαριτωμένη.
K' ήτον και Bασιλιού παιδί, και Pήγα θυγατέρα,
πόθο μεγάλον ήβανε στο γράμμα νύκτα-ημέρα.
Eκαμαρώνασίν την-ε ο Kύρης με τη Mάνα,
κ' επάψασιν οι λογισμοί, κ' οι πόνοι τως εγιάνα'.

Σάββατο, 19 Μαΐου 2007

ΕΙΠΑ ΝΑ ΒΑΛΩ ΠΑΛΙ ΚΕΒΕΔΟ...



FRANCISCO DE QUEVEDO



ΔΙΑΟΛΟΘΗΛΥΚΟ ΦΤΙΑΣΙΔΩΜΕΝΟ ΝΑ Σ’ ΑΝΑΓΟΥΛΙΑΖΕΙ


Αν πέρναγαν ασβέστη ένα χέρι τη μανόλια
ή τ΄άσπρα κρίνα… κι αν με τίποτα φριχτά, άθλια λίπη
ψιμμίθιωναν τα ρόδα τα καλά, ώστε μιά τολύπη
φαιδρότητας να δείχνουν παραπάνω, την δε απώλεια

(την δήθεν!...) των γαρούφαλων σε λάμπρος με πιστόλια
μελάνης και βαφών διασώζαν (περιττόν γαρ!...) υπη-
ρετώντας ό,τι θεν οι τίντες και οι χημικοί οι τύποι,
παιδί μου, πές μου πώς δεν θα σε πιάναν τα διαόλια

ευθύς ως τά ’βλεπες;! Να τό ’δεις πρέπει (αλί!), Μπελίσα,
στον εαυτό σου ομοίως, που (ω, απάτη!...) βάφεις τις παρειές σου
για νά ’ν’ –λέει– ρόδινες. Τον Μάη σου τον αβρό με λύσσα

εκλείσαν σε βαζάκια –εκεί ν’ ανθεί–, αχ, οι εμμονές σου.
Στο δέρμα σου, όπου τρέφεται το έαρ –θα σου το πω στα ίσα–
λιπάσματα κοπριάς δουλεύουν: διόπερ, άντε χέσου!


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Cariline Rebeiro - με τ' όνομα "η κυρία... που κανέναν (κανονικά) δεν αναγουλιάζει

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2007

ΔΥΟ "ΟΜΗΡΙΚΑ" ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ




ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ


Η ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ
(απόσπασμα)


Έλαμπε αχνά το φεγγαράκι – ειρήνη
Όλην, όλη τη φύση ακινητούσε,
Και μέσα από την έρημη την κλίνη
Τ’ αηδόνι τα παράπονα αρχινούσε·
Τριγύρω γύρω η νυχτική γαλήνη
Τη γλυκύτατη κλάψα ηχολογούσε·
Απάντεχα βαθύς ύπνος με πιάνει,
Κι’ ομπροστά μου ένας γέροντας μου εφάνη.

Στο ακρογιάλι αναπαύοτουν ο γέρος·
Στα παλαιά τα ρούχα τα σχισμένα
Γλυκά γλυκά το φύσημα του αέρος
Τ’ αριά μαλλιά του εσκόρπαε τ’ ασπρισμένα,
Κι’ αυτός εις το πολύαστρον του αιθέρος
Τα μάτια εστριφογύριζε σβησμένα·
Αγάλι γάλι ασηκώθη από χάμου,
Και ωσάν νά ’χε το φως του ήλθε κοντά μου.



ΩΔΗ ΕΙΣ ΤΗ ΣΕΛΗΝΗ
(απόσπασμα)


Γλυκύτατη φωνή βγάν’ η κιθάρα.
Και σε τούτη την άφραστη αρμονία
Της καρδιάς μου αποκρίνεται η λαχτάρα.

Γλυκέ φίλε, είσαι συ, που με τη θεία
Έκσταση του Οσσιάνου, εις τ’ ακρογιάλι
Της νυχτός εμψυχείς την ησυχία.

Κάθισε για να πούμε ύμνον στα κάλλη
Της σελήνης· αυτήν εσυνηθούσε
Ο τυφλός ποιητής συχνά να ψάλλη.

Μου φαίνεται τον βλέπω που ακουμβούσε
Σε μιάν ετιά, και το φεγγάρι ωστόσο
Στα γένια τα ιερά λαμποκοπούσε.

Απ’ το Σκοπό νά το προβαίνει· ω πόσο
Συ την νύχτα τερπνά παρηγορίζεις!
Ύμνον παθητικόν θε να σου υψώσω·

Παθητικό σα εσένα, όταν λαμπίζης
Στρογγυλό, μεσουράνιο, και το φως σου
Σε ταφόπετρα ολόασπρη αποκοιμίζης.

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2007

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΑΠΟ ΚΟΙΝΟΥ



ΜΗΤΣΟΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΗΣ (1945-2003)


ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ


Μια φορά κι έναν καιρό
στον τόπο τούτο το μικρό
ζούσαν κάτι φουκαράδες,
οι ραγιάδες

Κοτσαμπάσηδες, πασάδες
και σεβάσμιοι δεσποτάδες
κυβερνούσανε τη χώρα,
καλή ώρα


Είδε κάτι ο τσιφλικάς,
πως στο κόψιμο ο πασάς
υπαγόρευε το ράσο,
σφάξε με αγά μ' ν' αγιάσω

Κοτσαμπάσηδες, πασάδες
και σεβάσμιοι δεσποτάδες
κυβερνούσανε τη χώρα,
καλή ώρα

Έτσι τρεις από κοινού
πίναν το αίμα του λαού
αφού τότε τσιφλικάδες
ήσανε οι μπουρζουάδες

Κοτσαμπάσηδες, πασάδες
και σεβάσμιοι δεσποτάδες
κυβερνούσανε τη χώρα,
καλή ώρα

ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ



FRANCISCO DE QUEVEDO



Η ΓΡΙΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΚΑΝΕΙ ΤΗ ΝΙΑ


Θες, τώρα, να μας πεις και να μας πείσεις ότι είσαι μόνον
δεκαέξη;… ή δεν κοιτάς που η ευλογιά σε ροκανίζει;
Και το μωρό δεν έχει δόντια ναν τα σφιγκοτρίζει,
πλην είν’ μωρό – όχι γριέντζω κλασοδόντα ογδόντα χρόνων!

Για καλλονή περνιέσαι (χα!), υπεράνω ετών και αιώνων·
δεν παν –λες– χρόνια που ’τρωγες από το ρωγοβύζι.
Έλα, όμως, που το στόμα σου γριαμπάμπω μού θυμίζει,
το δε βρακί σου μπόχα (πφ!) έχει έως κι εκατό σκατώνων!

Σαλιάρα και φασκιές μωρών σού ’ν’ τα κοντά σοσόνια!
Της νιότης θες το φαίνεσθαι να επιδεικνύεις, μα μήτε
της μούρης σου οι ρυτίδες έαρ δηλώνουν. Και τα ψώνια

να ζήσουν πρέπει· διό και τόσες μαϊμουδιές λυπητε-
ρές χάβουμε: πως (και καλά!) εσύ σέρνεις λίγα χρόνια…
(σαν τα ψωμιά!) – αυτά που σού ’χουν μείνει ακόμη, εννοείται…


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2007

ΒΙΤΣΙΑ...



FRANCISCO DE QUEVEDO



Ο ΕΝΑΣ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟΝΕ ΒΙΤΣΙΟΖΟ
ΓΙΑ ΤΟ ΠΩΣ ΓΟΥΣΤΑΡΕΙ ΤΑ ΘΗΛΕΑ


Νά ’ν’ κόμματος το θήλυ θέλω – εγώ έ τ σ ι ανάβω.
Μά ’ν’ κι άλλες πιο όμορφες (καθόσον άλλες!). Πάντα
γουστάρω μι’ άλλη νά ’χω, εφεδρικιά, γι’ αβάντα –
την καλλονή δεν πά’ των καλλονών να σκάβω

στην κλίνη δεόντως;!... Μ’ όποιαν στο κρεβάτι τραβο-
λογιέμαι εγώ πετάω στην πάντα· στον ιμάντα
μεταφοράς κορμιών τοποθετώ όποια ινφάντα
κιαλάρω ή λιμπιστώ – ποιά να πρωτοπρολάβω!...

Με μια μονάχα γκομενίτσα εσύ, όλη κι όλη,
κοιμάσαι χρόνια· εγώ χτυπάω εκατό την ώρα –:
αμφότεροι είμαστε ωστόσο (αι, ναι…) αρχιδιαβόλοι!

Διαφέρουμε, όμως, κάπου: εγώ γυναικοβόρα
έχω ήθη, με αμαρτίες χορταίνω· εσύ, καργιόλη,
πεινάλα, μ ί α πηδάς αμαρτωλή – στα φόρα!


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Η εικονιζόμενη είναι ελληνοαργεντινή και λέγεται Monica Antonopoulos.

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ



ΑΛΚΗΣ ΑΛΚΑΙΟΣ


ΩΔΗ Σ' ΕΝΑ ΔΡΟΜΕΑ ΗΜΙΑΝΤΟΧΗΣ


Σε βρήκα έξω απ’ την Ιεριχώ
να κλαις στων σαλπισμάτων το σκοπό
φωτόνια στην παλάμη να κρατάς
πέντε δηνάρια τό ’να να πουλάς

Και οι τυφλοί τα οράματα
πώς κοίταζαν κατάματα
παραμυθάκι μου ακριβό
νά ’ξερες πόσο σ’ αγαπώ.

Και καθώς δεν επέφτανε τα τείχη
να φύγουμ’ είπες κι όπου μας βγάλει η τύχη
και πάει στη νύχτα ακέφαλη η πορεία
μας φέγγει μια ετερόφωτη λυχνία

Τώρα ανακάλυψες μεμιάς
σαράντα αιώνες μοναξιάς
παραμυθάκι μου ακριβό,
βαλκανικά σε χαιρετώ

ΕΝΑ ΜΑΥΡΟ ΣΟΝΕΤΤΟ ΤΟΥ ΚΕΒΕΔΟ



FRANCISCO DE QUEVEDO


ΦΑΝΕΡΩΝΕΙ ΑΔΟΚΗΤΩΣ ΚΑΙ ΜΕ ΠΟΝΟ
ΤΗ ΒΡΑΧΥΤΗΤΑ ΤΟΥ ΒΙΟΥ ΚΑΘΑΥΤΗΝ,
ΔΕΧΘΕΙΣ ΤΗΝ ΕΠΙΔΡΟΜΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ



Ό,τι είταν όνειρο χθες αύριο θά ’ναι χώμα.
Πριν τίποτα· μετά καπνοί. Όσο σχέδια βάνω
μπροστά φιλόδοξα, αλαζονικά, θα χάνω
τα τείχη πάντα από τα μάτια μου. Με το όμμα

τυφλό, εγώ, ο πολιορκημένος, είμαι ακόμα
η πρώτη απειλή της άμυνάς μου. Πιάνω
τον εαυτό μου – τον ξεκάνω με ό,τι κάνω:
το σώμα τάφος είναι, και όχι εξαίσιο δώμα.

Το χθες εχάθη· το αύριο αργεί· και μες στις δίνες
του χρόνου τρέχει η σήμερον: σημείον του αχρόνου
παρόντος, κι έξω απ’ τη σπηλιά του Άδη σήμα.

Η ώρα είν’ κασμάς και οι στιγμές αξίνες
που για το μεροκάματο του μαύρου πόνου
συνέχεια σκάβουν μέσα μου για εμέ το μνήμα.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Τρίτη, 15 Μαΐου 2007

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΡΕΠΑΝΗΣ



ΕΥΤΥΧΙΑ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ


Η ΔΙΠΡΟΣΩΠΗ


Σβήσε με κυρά μου
απ' τα τεφτέρια σου
κι άντε ν' ανταμώσεις
ξανά τα ταίρια σου

Δώσε τώρα τη καρδιά σου
σε άλλο πρόσωπο
και μαζί του τώρα παίξε
ρόλο διπρόσωπο

Σβήσε με κυρά μου
απ τα κιτάπια σου
και μοίραζε όπου θέλεις
τώρα τα χάδια σου

Στα όπα όπα σ' είχα
και σε ζηλεύανε
να βρούνε τέτοιον άντρα
κι άλλες γυρεύανε




Στο ρόλο της "Διπρόσωπης" η Amalia Maiorana.

ΜΙΛΑΕΙ Η ΜΟΥΣΑ




ANNA AXMATOBA


ΑΦΙΕΡΩΣΗ


Τα βουνά λυγίζουν μπρος σ’ αυτή τη συμφορά
δεν κυλάει ο μέγας ποταμός
μα της φυλακής τα σίδερα γερά
κι από πίσω τους του κάτεργου η «μονιά»
κι ο θανατερός καημός.
Δροσερό φυσάει το αγέρι, γι’ άλλους, ξένους
γι’ άλλους γλυκοφέγγει αχνά το δειλινό
ίδιοι εμείς παντού, δεν παίρνουμε είδηση κανένας
τα κλειδιά μονάχα ακούμε σιχαμένα
και τα βήματα βαριά των στρατιωτών.
Σηκωνόμασταν, λες κ’ είτανε για τους εωθινούς
μες στην αποθηριωμένη πόλη οδεύοντας ξανά,
συναντιόμασταν πιο ξέπνοοι κι από τους νεκρούς
χαμηλότερος ο γήλιος και στο πούσι ο Νέβας, στους καπνούς,
κι όμως τραγουδάει η ελπίδα πέρα μακριά.
Καταδίκη... και τα δάκρυα ευθύς, μα τί να σώσουν
έχει απ’ όλους ήδη αποκοπεί
λες και τη ζωή με πόνο απ’ την καρδιά θα ξεριζώσουν
λες και βάναυσα τ’ ανάσκελα θα την ξαπλώσουν
μα βαδίζει... και τρικλίζει... μοναχή.
Τάχατες οι αθέλητές μου φίλες πού είναι τώρα εκείνες
των σατανικών μου δύο ετών;
Τί στης Σιβηρίας τις θύελλες βλέπουν, στου χιονιού τη δίνη
τί φαντάζονται στον κύκλο γύρω απ’ τη σελήνη
Στέλνω σ’ όλες τους τον ύστατο χαιρετισμό.


Μάρτιος 1940


Μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου.

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2007

Η ΕΙΚΟΝΙΖΟΜΕΝΗ ΕΙΝΑΙ Η ΚΥΡΙΑ ANDREA BOLATTI



ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


WENN ICH ZWEI VÖGLEIN WÄR – Joachim Ringelnatz


Αν είμουν στ’ αλήθεια δυο πουλάκια,
σαν άλλος Ρινγκελνάτς θα ξεπετούσα
ποιήματα και ρίμες· και φτεράκια
θα εφόραγα κάτω απ’ την πατούσα,

να μην αργώ να φέρνω μανταλάκια
να μου κρατούν (με τη φωτιά παρούσα
στο ποίημα) σώα και αβλαβή στιχάκια
και μέτρα. Μια σαρανταποδαρούσα,

κορμαδερή και ρούσα, και ένας κέλης
φρενήρης άραψ, γίνονται, άμα θέλεις,
πηγή βαθιάς εμπνεύσεως. Τα ούτια

της θυμέλης βγάλε μόνο, για να διώξεις
τις που θα σού ‘ρθουν όρθιες ονειρώξεις,
καθώς θα τρίβεις της Μπουμπούς τα μπούτια.

Κυριακή, 13 Μαΐου 2007

Η ΕΙΚΟΝΙΖΟΜΕΝΗ ΕΙΝΑΙ Η ΦΡΑΝΣΟΥΑΖ ΑΡΝΤΥ



ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ



ΕΑΡΙΝΟ ΤΟΠΙΟ ΜΕ ΚΛΕΙΔΟΚΥΜΒΑΛΟ ΑΛΑΛΑΖΟΝ


Frühling mit Nachtigalen und anderem Zubehör
JOSEFH VON EICHENDORFF


Αηδόνια και συμπράγκαλα στον κάμπο
πληρώσανε της άνοιξης το νοίκι
με τούνικες και μ’ άσους στο μανίκι.
Δεν είν’ τοπίο ετούτο ’δώ για νά ’μπω,

μα αλλιώς δεν γίνεται. Κι αν, φευ, δεν λάμπω,
γλομπάκια θά ’χει ανάψει η αμφιλύκη
για μένα που διαπρέπω στο ξυλίκι
(παιδιόθεν). Όθεν βάζω μια γρια-μπάμπω

να μου διδάσκει παραμύθια: αφάνες
ν’ ανάβει, αφάντους να κηρύσσει, βάνες
να ξεβουλώνει. Τους οπούς, τους τόπους,

τους τύπους και τους χτύπους ξαναπιάνω·
λυσσομανάν τα χέρια μου στο πιάνο:
πικροπληκτροκοπούν το magnum opus.

ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΚΕΛΥΦΟΣ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ





IVAN GOLL (1891-1950)


ΤΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ ΑΥΓΟ


η χνουδωτή νύχτα μόλις εγέννησε
το αυγό του κρανίου μου –επώαση
του κρόκου του παραλογισμού μου
ο ήλιος μές στο λιωμένο μάτι μου

σε λίγο ελευθερωμένο το πουλί
από το ποίημα όπου ήταν φυλακή
φτερούγισε στους τέσσερεις ορίζοντες που σκίρτησαν
απ’ την καρδιά μου τώρα έμεινε μόνο το κατακάθι

φτέρωμα - πρίσμα εφτάχρωμο
ψυχή που φλέγεται από εφτά πόνους·
κάθε πλάσμα που μεταμορφώνεται
δεν το χωράει πια το αυγό
βγαίνει και αναδύεται στο σύμπαν ολοκαίνουργιο
έξω από το κέλυφος του τίποτα


Μετάφραση: Ε.Χ. Γονατάς.

Σάββατο, 12 Μαΐου 2007

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ-ΠΟΥΛΙ



CHARLES BAUDELAIRE


ΑΛΜΠΑΤΡΟΣ


Συχνά για να περάσουνε την ώρα οι ναυτικοί
άλμπατρος πιάνουνε, πουλιά μεγάλα της θαλάσσης,
που ακολουθούνε σύντροφοι, το πλοίο, νωχελικοί,
καθώς γλιστράει στου ωκεανού τις αχανείς εκτάσεις.

Και μόλις στο κατάστρωμα του καραβιού βρεθούν
αυτοί οι ρηγάδες τ' ουρανού, αδέξιοι, ντροπιασμένοι,
τα κουρασμένα τους φτερά στα πλάγια παρατούν
να σέρνονται σαν τα κουπιά που η βάρκα τα πηγαίνει.

Πως κοίτεται έτσι ο φτερωτός ταξιδευτής δειλός
τ' ωραίο πουλί τί κωμικό κι αδέξιο που απομένει
ένας τους με την πίπα του το ράμφος του χτυπά
κι άλλος, χωλαίνοντας, το πως πετούσε παρασταίνει.

Ίδιος με τούτο ο Ποιητής τ' αγέρωχο πουλί
που ζει στη μπόρα κι αψηφά το βέλος του θανάτου,
σαν έρθει εξόριστος στη γη και στην οχλοβοή
μεσ' στα γιγάντια του φτερά χάνει τα βήματά του.


Μετάφραση: Αλέξανδρος Μπάρας.

ΠΑΒΕΖΙΑΝΟ ΤΟΠΙΟ



CESARE PAVESE



ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Τοιχαλάκια τριγύρω και κήπος στη μέση
με ξερόχορτα και φως που καίει σιγανά το
άσπρο χώμα του. Είν’ ένα φως που ξέρει τί θα
πει γιαλός. Ανασαίνεις τα χόρτα του κήπου.
Σαν αγγίζεις την κόμη σου, διώχνεις τη μνήμη
της χλωρίδας.
Πολλά ώριμα φρούτα που πέφταν
είδα… ολόγλυκα… σ’ ένα χορτάρι που ξέρω
πέφταν με δυνατό γδούπο… Εσύ όμοια πετιέσαι
σαν σκιρτάει εντός σου το αίμα. Κουνάς το κεφάλι,
σαν να γίνεται γύρω σου θαύμα μεγάλο,
ενώ το θαύμα είσαι εσύ. Έχουν γεύση γλυκιά και
σένα τα μάτια· μιά θερμή θύμηση βγάζουν.
Ακούς. Τα λόγια, που ακούς, σ’ αγγίζουνε μόλις.
Λάμπει μιά σκέψη στο πρόσωπο το γαλήνιο,
και στους ώμους σου λάμπει το φως της θαλάσσης.
Στην όψη έχεις σιωπή που ακουμπά την καρδιά σου
με βαρύ χέρι, και στάλα τη στάλα ο πόνος
σε τρυπάει σα χυμός απ’ τα φρούτα τού τότε.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2007

ΔΥΟ ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ ΟΜΟΡΦΙΑΣ



ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ (1908-1941)



ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ


H πιο γλυκιά παρθένα
Στολίζει το δωμάτιο
Eυφραίνει την περισυλλογή

Aς πούμε πως είμαστε ευτυχείς

Kι είναι η σειρά μας
Nα βρεθούμε αθάνατοι,
Nα φιλήσουμε την ομορφιά
Στα χείλη
Kαι στο λεπτό της φόρεμα



ΑΕΡΙΝΗ ΛΕΠΤΗ, ΑΝΑΛΑΦΡΗ


Θυμάμαι. Θέλω και θυμάμαι
H ανάμνηση, με την ανατροφή,
αέρινη λεπτή γίνεται ηδονή•
βασανισμένη, γοητεύει τα δάκρυά της
με χαμογέλια• είναι
κι αισθάνεται τον εαυτό της ηδονή
αέρινη λεπτή, ανάλαφρη...



Η εικονιζόμενη είναι -κατά τα υπεσχημένα- η κ. Inez Sastre.

Πέμπτη, 10 Μαΐου 2007

ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ!




Ημείς ο Μπλογκάρχης, Γιώργος Κεντρωτής, κυκλοφορούμε με το ψευδώνυμο Βικέντιος Καρμπονάρος από τις εκδόσεις "Τυπωθήτω". Πρόκειται για μυθιστόρημα ψυχωφελές (τουλάχιστον...) αναπτυσσόμενο σε 540 σελίδες και τιτλοφορούμενο ως ακολούθως: Ο ΣΥΝΟΝΟΜΑΤΟΣ ή ΠΕΦΤΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΚΑΘΕΤΟ ΡΗΓΜΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ.


Από τις ίδιες εκδόσεις κυκλοφορεί και η μετάφρασή μας μερικών ποιημάτων του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκη με τίτλο ΦΥΣΩΝΤΑΣ ΤΩΝ ΣΠΟΝΔΥΛΩΝ ΜΟΥ ΤΟ ΦΛΑΟΥΤΟ.

Με κλικ πάνω στα εξώφυλλα μπορείτε να τα διαβάσετε καλύτερα.

Τη διαφήμιση μέσα από το μπλόγκ την κάνουμε, επειδή προσωπικώς δεν έχουμε άλλον τρόπο. Ζητάμε κατανόηση και συμπάθιο από τους επισκέπτες μας.

ΑΠΟΛΛΩΝ vs ΔΑΦΝΗ II



FRANCISCO DE QUEVEDO


ΣΤΗ ΔΑΦΝΗ ΠΟΥ ΞΕΓΛΙΣΤΡΑΕΙ ΤΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΑ


«Αλχημιστής ξοπίσω σ’ έχει, Δάφνη, πάρει,
που Απόλλωνα τον λεν, μα εσύ μην τον λυπάσαι!
Λέω, νυχτερίδα ζόφου πρέπει μάλλον νά ’σαι,
με φώτα ο ήλιος τ’ ουρανού μην σε τουμπάρει!

Σε θέλει, και ποθεί στο δάσος σα μανάρι
να σε ξαρμέξει μέσα. Εσύ, όμως, Δάφνη μου, άσε!
Μιλά η ορμή του, όχι το πουγκί του! Μη φοβάσαι –
ψοφίμι έχει σκυλί, δεν έχει κυνηγάρη!

Πλανόδιος των σημείων στων πλανητών τις κοίτες
τα πράγματα φωτίζει και τις φάτσες τήδε
κακείσε με ατμηρές ουρές από κομήτες!...»

Αυτά της είπα. Φλούδια δάφνης βάζει επίδε-
σμα η κόρη, καμουφλάρεται, το σκάει στις μύτες,
κι ο Φοίβος, που αμανάτι μένει, φως δεν είδε!


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δάφνη είναι η κ. Ines Sastre.

Τετάρτη, 9 Μαΐου 2007

ΟΧΙ ΓΡΑΣΟ ΣΤ' ΑΞΟΝΙΑ!



ΑTAHUALPA YUPANQUI


LOS EJES DE MI CARRETA


Porque no engraso los ejes
me llaman abandonao...
Si a mí me gusta que suenen,
¿pa' qué los quiero engrasaos?

Es demasiado aburrido
seguir y seguir la huella,
demasiao largo el camino
sin nada que me entretenga.

No necesito silencio,
yo no tengo en qué pensar.
Tenía, pero hace tiempo,
ahura ya no pienso más.

Los ejes de mi carreta
nunca los voy a engrasar...



ΤΟΥ ΚΑΡΟΤΣΙΟΥ ΜΟΥ ΤΑ ΑΞΟΝΙΑ


Που δε γρασάρω τ’ αξόνια,
με λένε όλοι ξεχασιάρη
Σ’ εμένα αρέσει που τρίζουν·
κανείς μη μου τα γρασάρει!

Κι αλήθεια, τί βαρεμάρα –
στα χνάρια μένω τα ίδια
πάντα, στην πλήξη του δρόμου,
που μου τσακίζει τα παΐδια.

Να κάνω τί τη γαλήνη
που μου σκοτώνει τη σκέψη;!
Όσο τρίζουν ωραία τ’ αξόνια
ποιός το μυαλό θα μου κλέψει;!

Του καροτσιού μου τ’ αξόνια
ποτέ δεν θαν τα γρασάρω…


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΑΠΟΛΛΩΝ vs ΔΑΦΝΗ Ι



FRANCISCO DE QUEVEDO


Ο ΑΠΟΛΛΩΝ ΚΑΤΑΔΙΩΚΕΙ ΤΗ ΔΑΦΝΗ


Κοκκινομάλλης χρυσικός από τα ουράνια τα ύψη
στο σκυλολόι φως χύνει κάτω, που τα λιάζει τέζα·
η νύμφη Δάφνη στο πι πλέκει και στο φι πλερέζα
για σένα, που ούτε γρόσι δε σαλιώνεις να σου σκύψει.

Η φαγωμάρα και η σκοτούρα, αν θες ευθύς να λείψει,
ουράνιε μου οφθαλμέ, νάν τ’ ακουμπήσεις πρέπει, πρέζα
να λάβεις έρωτος. Το θώρακά του ο Άρης εζα-
χαρώθη με γλυκά, το δε σπαθί του τό ’χει αλείψει

με μεζεδάκια και ούζα. Τη φούστα είδε ο Δίας που εσήκω-
σε η κόρη, κι έγινε πουγκί, από φράγκα γκαστρωμένο,
χρυσή βροχή να τον τσακώσει, να τον πιεί η θηλυκο-

παγίδα! Τέτοια κόλπα μόν’ τσατσάς φορτσάτης μπαινο-
βγάνει ο νους. Όθεν, θεέ μου Φοίβε, βάλ’ τσατσάνα εν οίκω,
το φως που χύνεις να χειρίζεται – μην πάει χαμένο!


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Στο ρόλο της Δάφνης η κ. Yamila Diaz.

Η ΜΑΥΡΗ ΠΕΤΣΑ ΤΟΥ ΑΛΗΤΑΡΑ



ΓΙΑΝΝΗΣ ΝΕΓΡΕΠΟΝΤΗΣ


ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ Ο ΤΖΟ


Στον πόλεμο ο Τζο
περνάει καλά
τον έχουν ώπα-ώπα
τον νέγρο τον λοχία
τον παλικαρά
- και πού ‘χει μαύρη πέτσα
καθένας το ξεχνά
κατώτεροι κι ανώτεροι
τον λεν παλικαρά
τον νέγρο τον λοχία
τον Τζο τον φουκαρά

Στον πόλεμο ο Τζο
περνάει καλά
ώσπου κακιά μια σφαίρα
και το δεξί πιο πέρα
το χέρι του πετά
- και πού ‘χει μαύρη μάνα
κανένας δε νογά
κατώτεροι κι ανώτεροι
τον λεν παλικαρά
του δίνουν και βραβείο
του Τζο του φουκαρά

Μονόχειρας ο Τζο
ζητάει δουλειά
μα τί δουλειά να κάνει
που το δεξί έχει χάσει
πέρα στο Βιετνάμ
- και πού ‘χει μαύρη πέτσα
θυμήθηκαν ξανά
τον νέγρο Τζο τον ήρωα
τον λεν αληταρά
τις πόρτες δεν ανοίγουν
στον Τζο τον φουκαρά.

Τρίτη, 8 Μαΐου 2007

ΝΥΧΤΑ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ



ΓΙΑΝΝΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ


ΝΥΧΤΑ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ


Ξάφνου μέσα στο σκοτάδι άναψε ένα φως
χερουβείμ, σεραφείμ σ' έφεραν στη Γη
το φεγγάρι αρμενίζει στων ματιών σου την πηγή

Νύχτα μέσα στα μάτια σου
νυχτα και στην καρδιά σου
ο έρωτας κοιμήθηκε μέσα στην αγκαλιά σου

Καταπράσινα τα φύλλα τώρα σε φιλούν
χερουβείμ, σεραφείμ γλυκοτραγουδούν
έισαι ο πόνος ο μεγάλος, τύραννός μου και καημός

ΜΙΑ ΚΟΚΚΙΝΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΛΛΙΜΑΧΟ



ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ


ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΛΟ


Πού την είδα; Συλλογίζομαι αν στους δρόμους
την αντίκρυσα ποτές μου ή στ' αστέρια,
τούς χυτούς της φέρνει η ιδέα μου τούς ώμους
δίχως χέρια!

Δίχως χέρια . . . Τό μάτι της γυαλένιο
άς μή μ' έβλεπε μ' εθώρει κι ήταν τ' όντι
ρόδο ψεύτικο τό γέλιο της κερένιο
καί τό δόντι.

Τήν στοχάζομαι. Η φωνή της, λές, μού εμίλει
ριγηλή σάν μέσ' σέ όνειρο και τ' όμμα
ήταν σφαίρα. Σπασμός τρίγωνος τά χείλη
καί τό στόμα.

Τ' ήταν; πνεύμα; Μήν φτιαγμένη ήταν, ωϊμένα,
ύποπτεύομαι καί τρέμω νοερά μου
απ' τό ίδιο ύλικό πούναι φχιαγμένα
τά όνειρά μου; . . .

Αχ πώς τρέμω! ο νούς μου πάει σ' ιδέες πλήθος,
σέ μπαμπάκια καί καρτόνια ο νούς μου βάνει
γεμισμένο της μήν ήτανε τό στήθος
μέ ροκάνι!

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Ώ Κυρά μου Αγγελε Σύ των μειρακίων
πόχεις τό γέλιο, ώ χαύνη κόρη των πνευμάτων,
σέ μια βιτρίνα σ' έχουν στήσει γυναικείων
φορεμάτων. . .




Από την ποιητική συλλογή "Ουλαλούμ".
Η κόκκινη κυρία λέγεται Ana Alvarez και είναι γνωστή στους μπλογκόβιους.

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2007

ΠΟΥΛΙΑ ΚΑΙ ΑΓΓΕΛΟΙ


PAUL ELUARD


Η ΜΑΣΑ ΕΓΕΛΑΓΕ ΣΤ’ ΑΓΓΕΛΟΥΔΙΑ


Την ώρα που τρέμει στου χιλιανακατωμένου χρόνου τα βάθη

Ένα ωραίο πανάλαφρο πουλί
Δρομεύς δριμύτερος και από σμήνος σκόνης
Σηκώνει σε καθρέφτη πάνω ακέφαλο ένα πτώμα που ’σερνε
Ηλιόμπαλλες γλυκαίνουν τις φτερούγες του
Και με καλάθια αλαφιάζει το φως ο άνεμος

Το έτι δε καλύτερο διαθέτει θέρος αθέριστο πιο πέρα από ’δω.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΜΟΡΦΕΣ ΠΙΚΡΕΣ ΤΟΥ ΕΓΚΩΜΙΟΥ




LUIS CERNUDA (1902-1963)


ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΧΕΙΡΟΚΡΟΤΗΜΑ


Τώρα όλα εκείνα τα πλάσματα τα γκρίζα
Που τη δίψα τους μοίρα του έρωτα τη νύχτα τη χορταίνει
Το συζυγικό υγρό, στο άκουσμα των στίχων σου,
Απ' την αλήθεια που εξάγουν θα μπορούσαν να γελάσουν.


Πόσο ο διανοούμενος της μόδας κι ο δημοσιογράφος που πουλιέται
Άνθος του ανθρώπου τέλειο θα εκτιμώνται τότε
Μπρος σε σένα, το ίδιο όπως και ο τελευταίος αγροίκος
Ανασκαλεύοντας ως τη ναυτία τη σκουριά του πόθου.


Την αναγνώριση του κόσμου δεν την γύρεψες ποτέ,
λιγότερο ακόμα όταν το τίμημά της ήταν ένα ψέμμα,
Σαν σκοτεινός παλιάτσος που προδίνει την ψυχή του
Σ' αντάλλαγμα μιας ολοκλήρωσης με την επίσημη ευλογία.


Για τούτο σε ζωή και θάνατο αργά θα πληρώνεις
Την ευκαιρία να' σαι πιστός στον εαυτό σου και σε λίγους,
Αν και οι άλλοι δεν γνωρίζουνε ποτέ πως η παρέκκλιση
Πάντα είναι δίκιο μεγαλύτερο μπρος στο κοπάδι.


Μα είναι φορές ακόμα που αμφιβάλλεις αν την αλήθεια της ψυχής
Δεν θα' πρεπε η ψυχή κρυφά να τη φυλάει,
Να την θεάται στη σιωπή, τρέφοντας έτσι τη ζωή
Με θησαυρό ανέγγιχτο που ο κόσμος δεν τον βεβηλώνει.

Πολύ τα χείλη σου μιλήσαν, κι η αλήθεια της πήγε του αέρα.
Συνέχισε μ' ήρεμο μέτωπο μες στους ανθρώπους,
Κι αν ακούς κάποιο σαρκασμό, άξαφνο σαν την πέτρα,
Μορφές πικρές του εγκώμιου εκεί ας βλέπει η περηφάνια σου.



Μετάφραση: Βασίλης Λαλιώτης.
Πλανόδιον, τχ. 22 (1995).

Κυριακή, 6 Μαΐου 2007

ΠΟΤΕ ΤΟ ΠΡΩΪ



ΕΡΡΙΚΟΣ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΣ


ΤΟΥ ΑΝΤΡΑ ΤΟΥ ΠΟΛΛΑ ΒΑΡΥ


Του άντρα του πολλά βαρύ
μην του μιλάτε πρωί.


Ο λόγος του συμβόλαιο
στη πιάτσα έχει βέτο
το ούζο πίνει ανέρωτο
και τον καφέ του σκέτο.

Του άντρα του πολλά βαρύ
μην του μιλάτε πρωί.


Ψηλά φτάνει το χέρι του
μα χαμηλά κοιτάζει
μ' αγάπη ξέρει να μιλά
μ' αγάπη ν' αγκαλιάζει.

Του άντρα του πολλά βαρύ
μην του μιλάτε πρωί.

ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΕΧΟΥΝ ΚΙΝΗΣΕΙ...



ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ


Η ΜΠΑΛΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΚΥΡ-ΜΕΝΤΙΟΥ


Δε λυγάνε τα ξεράδια
και πονάνε τα ρημάδια!
Κούτσα μια και κούτσα δυο
της ζωής το ρημαδιό!

Mεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι,
ούλοι: δούλοι, αφεντικό
και μ' αφήναν νηστικό.

Tα παιδιά, τα καλοπαίδια,
παραβγαίνανε στην παίδεια
με κοτρώνια στα ψαχνά,
φούχτες μύγα στ' αχαμνά!

Aνωχώρι, Κατωχώρι,
ανηφόρι, κατηφόρι,
και με κάμα και βροχή,
ώσπου μού 'βγαινε η ψυχή.

Eίκοσι χρονώ γομάρι
σήκωσα όλο το νταμάρι
κι έχτισα, στην εμπασιά
του χωριού, την εκκλησιά.

Kαι ζευγάρι με το βόδι
(άλλο μπόι κι άλλο πόδι)
όργωνα στα ρέματα
τ' αφεντός τα στρέμματα.

Kαι στον πόλεμ' "όλα για όλα"
κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνονται οι λαοί
για τ' αφέντη το φαΐ.

Kαι γι' αυτόνε τον ερίφη
εκουβάλησα τη νύφη
και την προίκα της βουνό,
την τιμή της ουρανό!

Aλλά εμένα σε μια σφήνα
μ' έδεναν το Μάη το μήνα
στο χωράφι το γυμνό
να γκαρίζω, να θρηνώ.

Kι ο παπάς με την κοιλιά του
μ' έπαιρνε για τη δουλειά του
και μου μίλαε κουνιστός:
- Σε καβάλησε ο Χριστός!

Δούλευε για να στουμπώσει
όλ' η Χώρα κι οι καμπόσοι.
Μη ρωτάς το πώς και τί,
να ζητάς την αρετή!

- Δε βαστάω! Θα πέσω κάπου!
- Ντράπου! Τις προγόνοι ντράπου!
- Αντραλίζομαι!... Πεινώ!...
- Σούτ! θα φας στον ουρανό!"

Kι έλεα: όταν μιαν ημέρα
παρασφίξουνε τα γέρα,
θα ξεκουραστώ κι εγώ,
του θεού τ' αβασταγό!

Όχι ξύλο! Φόρτωμα όχι!
Θα μου δώσουνε μια κόχη,
λίγο πιόμα και σανό,
σύνταξη τόσω χρονώ!

Kι όταν ένα καλό βράδυ
θα τελειώσει μου το λάδι
κι αμολήσω την πνοή
(ένα πουφ είν' η ζωή),

H ψυχή μου θε να δράμη
στη ζεστή αγκαλιά τ' Αβράμη,
τ' άσπρα, τ' αχερένια του
να φιλάει τα γένια του!

Γέρασα κι ως δε φελούσα
κι' αχαΐρευτος κυλούσα,
με πετάξανε μακριά
να με φάνε τα θεριά.

Kωλοσούρθηκα και βρίσκω
στη σπηλιά τον Αι-Φραγκίσκο:
"Χαίρε φως αληθινόν
και προστάτη των κτηνών!

Σώσε το γέρο κύρ Μέντη
απ' την αδικιά τ' αφέντη,
συ που δίδαξες αρνί
τον κύρ λύκο να γενή!

Tο σκληρόν αφέντη κάνε
από λύκο άνθρωπο κάνε!..."
Μα με την κουβέντα αυτή
πόρτα μού 'κλεισε κι αφτί.

Tότενες το μαύρο φίδι
το διπλό του το γλωσσίδι
πίσω από την αστοιβιά
βγάζει και κουνάει με βιά:

"Φως ζητάνε τα χαϊβάνια
κι οι ραγιάδες απ' τα ουράνια,
μα θεοί κι όξαποδώ
κει δεν είναι παρά δώ.

Aν το δίκιο θες, καλέ μου,
με το δίκιο του πολέμου
θα το βρης. Οπου ποθεί
λευτεριά, παίρνει σπαθί.

Mη χτυπάς τον αδερφό σου!
τον αφέντη τον κουφό σου!
Και στον ίδρω το δικό
γίνε συ τ' αφεντικό.

Χάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο
χάιντε Σύμβολον αιώνιο!
Αν ξυπνήσεις, μονομιάς
θά 'ρτη ανάποδα ο ντουνιάς.

Kοίτα! Οι άλλοι έχουν κινήσει
κι έχ' η πλάση κοκκινίσει
κι άλλος ήλιος έχει βγη
σ' άλλη θάλασσ', άλλη γη".

Σάββατο, 5 Μαΐου 2007

C'EST LA LUTTE FINALE...






Στα γενέθλια του Καρόλου Μαρξ και της αφεντιάς μου


Η ΔΙΕΘΝΗΣ


Εμπρός της γης οι κολασμένοι
Της πεινάς σκλάβοι εμπρός, εμπρός
Το δίκιο από τον κρατήρα βγαίνει
Σαν βροντή σαν κεραυνός.
Φτάνουν πια της σκλαβιάς τα χρόνια
Όλοι εμείς οι ταπεινοί της γης
Που ζούσαμε στην καταφρόνια
Θα γίνουμε το παν εμείς.

Θεοί, άρχονται, βασιλιάδες
Με πλάνα λόγια μας γελούν
Της γης οι δούλοι και οι ραγιάδες
Μονάχοι τους θα σωθούν.
Για να λείψουν πια τα δεσμά μας
Για να πάψει πια η κλεψιά
Να ιδούνε πρέπει την γροθιά μας
Και την ψυχή μας την φωτιά.

Εμπρός μονάχη μας ελπίδα
Είναι η σφιγμένη μας γροθιά
Κάτω οι πόλεμοι και η πατρίδα
Ζήτω, ζήτω η λευτεριά
Και αν θελήσουν να δοκιμάσουν
Της ψυχής μας τους κεραυνούς
Να ιδούνε τότες θα προφτάσουν
Πως είναι οι σφαίρες μας για αυτούς

Σκληρός ο νόμος μας ξεσκίζει
Κι οι φόροι ασήκωτοι για μας
Ο πλούσιος ότι κι αν κερδίζει
Είναι πλούτος της κλεψιάς.
Η σκλαβιά, η αδικία φτάνει
Όχι πια ταπεινοί σκυφτοί
Αδέλφια η φύση όλους μας κάνει
Και είμαστε ίσοι μπρος σε αυτή.

Οι πλούσιοι άσπλαχνα μας γδέρνουν
Και μας αρπάζουν το ψωμί
Τον κόπο μας και αυτοί κι αν παίρνουν
Για μας η πεινά πληρωμή
Της δουλείας Όλοι οι κλεφτες κατου
Δίκιο τώρα ο φτωχός ζητάει
Όσο γυρεύει είναι δικά του
Κι όταν θελήσει τα αποκτάει

Εμάς που αδιάκοπα η δουλεία μας
Γεννάει της γης τους θησαυρούς
Όλα τα πλούτη είναι δικά μας
Όλα ανήκουν στους φτωχούς.
τώρα πια κόρακες και ακρίδες
Δεν σκεπάζουν τον ουρανό
Χρυσός ο ήλιος στέλνει αχτίδες
Χαμόγελο παντοτινό.

Στον αγώνα ενωμένοι
Κι ας μη λείψει κανείς
Ω νά τη! μας προσμένει
Στον κόσμο η Διεθνής.



Στίχοι: Ευγένιος Pottier.
Μουσική: Πέτρος Degeyter.
Μετάφραση στα Ελληνικά: Ρήγας Γκόλφης, 1921.

Παρασκευή, 4 Μαΐου 2007

ΣΑΤΙΡΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ "ΜΕ ΧΩΡΙΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΚΑΙ ΣΚΟΠΟ" ΚΑΙ "ΔΙΑΦΟΡΑ ΑΛΛΑ ΕΙΔΗ"



ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ


Η ΙΣΤΟΡΙΑ


Μια ιστορία σαχλαμάρα θα σας πω
με χωρίς ενδιαφέρον και σκοπό
που την έγραψα για πλάκα
να γεμίσουμε την πλάκα
με στιχάκια σαν κι αυτό

Η γυναίκα μου μού είπε σε τόνο γλυκό
γράψε αν θέλεις και κανένα σουξέ λαϊκό
γράψε κάτι που να πιάνει
τη μεσαία τάξη Γιάννη
κάτι πιο ερωτικό

Ήταν λέει μια φορά κι έναν καιρό
ένας τύπος άσος κούπα στο χορό
που τους έκανε όλους βίδες
μες στις χοροεσπερίδες
με το βαλς και το ταγκό

Τυλιγμένος σ’ ένα κίτρινο κασκόλ
τα μαλλιά του γυαλισμένα με μπριγιόλ
ήταν γύρω στα τριάντα
θαυμαστής του Φρανκ Σινάτρα
αλλά και του Νατ Κινγκ Κόουλ

Η ιστορία μας τελείωσε εδώ
σ’ ένα πούλμαν μες στην εθνική οδό
λίγο πριν απ’ τα διόδια
πήγαμε όλοι με τα πόδια
για χωνάκι παγωτό



ΤΟ ΣΚΥΛΑΚΙ ΤΟ ΚΑΝΙΣ

"Ρε Γιαννάκη πονηρέ
με τον κίτρινο μπερέ
βιβλιάρια ταμεία
και δραχμή δεν έχω μία.
Που το βρήκες δηλαδή
το κοστούμι το λαδί
το χρυσό το δαχτυλίδι
και διάφορα άλλα είδη.
Το σκυλάκι το κανίς
ποιος το έκλεψε - ΚΑΝΕΙΣ
το ρολόι τη γραβάτα
και της Άγκυρας τη γάτα"...



Ο ΣΕΡ

Ο κύριος με τα λεφτά
και με το ρετιρέ
μπερδεύει τ’ όνομά μου
και με φωνάζει ρε

Ή έχεις ρετιρέ
ή σε φωνάζουν ρε

Ο κύριος με τα λεφτά
μπαίνει στο ασανσέρ
μπερδεύω τ’ όνομά του
και τον φωνάζω σερ

- Αφού ξηγήθηκα σαφές!
Παιδί! Κόκαλα έχει ο καφές;



ΤΟ ΡΕΖΙΛΙ ΤΩΝ ΣΚΥΛΙΩΝ

Σαν το σκυλάκι μ’ είχε μέσα στο σαλόνι της
κι ό,τι γουστάριζα το είχα τελικά
ήμουν ο σκύλος της ο άντρας της τ’ αγόρι της
μιας και η γκόμενα διέθετε λεφτά

Αλλά εγώ ο καραγκιόζης, ο ξυπόλητος
μόλις μου κούναγαν σκυλίτσες την ουρά
την εκοπάναγα απ’ το σπίτι επ’ αόριστον
και η κυρία με σφουγγάρισε μετά

Αυτά λοιπόν αυτά λοιπόν
αυτά και έγινα ρεζίλι των σκυλιών


Σαν το σκυλάκι τρέχω πίσω από τη φούστα της
και με κλωτσάει και με βρίζει φοβερά
γιατί της γκόμενας αλλάξανε τα γούστα της
και ψάχνει γάτους τώρα στην ψαραγορά

Θέλω στ’ αλήθεια να πεθάνω από τη θλίψη μου
νά ’ρθει κι ο μπόγιας με την κλούβα να με βρει
γιατί ο βλάκας δεν εστάθηκα στα ύψη μου
κι εφόσον ήμουνα σε όλα φαβορί

Αυτά λοιπόν αυτά λοιπόν
αυτά και έγινα ρεζίλι των σκυλιών


Τώρα πουλάω μενεξέδες σε σκυλάδικο
κι όλοι οι σκύλοι με λυπούνται και γι’ αυτό
μου εξηγιούνται και κανένα κατοστάρικο
μια και της μοίρας μου έτσι ήτανε γραφτό

Έχω και γκόμενα μια άσχημη και φρόκαλο
κι όλο τρομάζω όταν την βλέπω το πρωί
και αμολιέμαι για να βρω κανένα κόκαλο
για να γλυκάνω τη σκυλίσια μου ζωή

Αυτά λοιπόν αυτά λοιπόν
αυτά και έγινα ρεζίλι των σκυλιών




ΔΕ ΔΟΥΛΕΥΩ

Εγώ γεννήθηκα ελεύθερο πουλάκι
χωρίς οχτάωρα χωρίς αφεντικό
όλο πετάω από κλαδάκι σε κλαδάκι
λέω και ένα ρεφραινάκι μαγικό

Δε δουλεύω ποτέ μου δε δουλεύω
και ούτε θέλω να μιλάω για δουλειά
δε δουλεύω ποτέ μου δε δουλεύω
γιατί έχω βρει του Παραδείσου τα κλειδιά

Εγώ γεννήθηκα τελείως μπατιράκι
χωρίς γραμμάτια, χωρίς επιταγές
μένω στο Ζάππειο σε ξύλινο παγκάκι
και τραγουδάω κάτω από τις νεραντζιές

Δε δουλεύω ποτέ μου δε δουλεύω
και ούτε θέλω να ακούω για δουλειά
δε δουλεύω ποτέ μου δε δουλεύω
γιατί έχω βρει του Παραδείσου τα κλειδιά


Κι όταν πεθάνω κάποια μέρα όπως όλοι
θα υπογράψω κι ένα συμφωνητικό
να με αφήνουνε οι Δώδεκα Αποστόλοι
να λέω κάποιο ρεφραινάκι μαγικό

Δε δουλεύω ποτέ μου δε δουλεύω
και ούτε θέλω να μου λένε για δουλειά
δε δουλεύω ποτέ μου δε δουλεύω
γιατί έχω βρει του Παραδείσου τα κλειδιά




ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΑΚΙ ΜΟΥ


Το ανθρωπάκι μου λοιπόν
γεννήθηκε στο παρελθόν
με δυο γυαλάκια στρογγυλά
να κοροϊδεύει να γελά
κι απάνω στο λευκό χαρτί
κάναμε πάρτυ και γιορτή
και ξενυχτήσαμε μαζί
μ’ ένα μπουκάλι σινική

Μια μέρα πήρε το κλειδί
και πήγε μέσα στη Βουλή
και μίλησε στον ενικό
στον κύριο πολιτικό
του τά ’ψαλε του βουλευτή
από τ’ αριστερό αφτί
είπε και στον πρωθυπουργό
σήκω εσύ να κάτσω εγώ

Το ανθρωπάκι μου λοιπόν
είναι και σήμερα παρόν
με δυο ματάκια πονηρά
να αγοράζει να πουλά
σνομπάρει τους εφοπλιστές
τις πιπεριές τις γεμιστές
και τους αστούς που λένε "ω!"
όταν δοξάζουν τον Θεό




Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ


Το μακρύ-μακρύ μου χέρι
ψάχνει μέσα στο πανέρι
ψάχνει μεσημέρι-βράδυ
για κανένα παξιμάδι

Νά ’χα δυο τσουβάλια μήλα
μια τηγανητή γκαμήλα
κάνα-δυο ελεφαντάκια
να τα έκανα σουβλάκια

Ντρίγκι-ντράγκα ντρίγκι-ντράγκα
όλο δίφραγκα και φράγκα
ντρίγκι-ντράγκα ντρίγκι-ντράγκα
γεια σου Καραγκιόζη μάγκα



Ο ΓΕΡΟΣ ΚΑΙ Η ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ

Ακούμπα-κούμπα-κούμπα-κούμπα-κέρο
συλλάβαν τις προάλλες ένα γέρο
να φλερτάρει μια μικρούλα
σ’ αγαπάω Σπυριδούλα
το και το
θέλω να σε παντρευτώ

Η Σπυριδούλα πήγαινε ωδείο
ο γέροντας ετών ογδόντα δύο
πλοιοκτήτης στο Λονδίνο
ό,τι έχω σου το δίνω
το και το
θέλω να σε παντρευτώ

Ο γέρος χρόνια δεν κοιτά
στη Σπυριδούλα δίνει λεφτά
και μετά…

Ο γέροντας παρ’ όλο του το γήρας
χαϊδεύει τη γατούλα της Αγκύρας
με το χέρι του το ένα
υπογράφει με την πένα
την αυγή
άλλη μια επιταγή

Ακούμπα-κούμπα-κούμπα-κούμπα-κέρο
συλλάβαν τις προάλλες ένα γέρο
κάτω απ’ τον προβολέα
λέει στον εισαγγελέα
το και το
θέλω να την παντρευτώ

Παντρεύτηκε ο γέροντας τη νέα
το έγραψαν "Το Βήμα" και "Τα Νέα"
ύστερα από δύο έτη
φεύγει με τον υπηρέτη
η τρελή
πάει στην Άπω Ανατολή

Λαβαίνει τηλεγράφημα ο γέρος
την ώρα που επήγαινε στο μέρος
του εστράβωσε το στόμα
τρέχει μία νοσοκόμα
να τον δει
αλλά πάει το παιδί



Η ΚΑΣΕΤΑ ΚΑΙ Η ΛΕΤΑ

- Πούλαγα χαρτοπετσέτες
και πειρατικές κασέτες
ψιτ μου λέει μια δεσποινίδα
γύρισα λοιπόν και είδα

- Τ’ όνομά μου είναι Λέτα
θέλω μια καλή κασέτα
Μπιθικώτση Καζαντζίδη
και διάφορα άλλα είδη

- Πάρε τον αριθιμό μου
τον αριθιμό σου δό μου
στο διαμέρισμα μου έλα
έχω μια κασέτα τρέλα

- Καλέ κύριε εργένη
με αξύριστο το γένι
μπα Θεέ μου σε καλό σου
μαύρο είναι το λουτρό σου

- Η αιτία η κασέτα
την αγάπησα τη Λέτα
με του έρωτα τα βέλη
την παντρεύτηκα εν τέλει

- Πήγα στο μπακάλη πήρα
δυο αυγά και μία μπύρα
λίγο Καρολίνα ρύζι
πάω σπίτι και με βρίζει

- Με το όχι με το ναι της
άλλον βρήκα στο καρνέ της
με γιατί και με διότι
έναν έφεδρο στρατιώτη

- Σου τ’ ορκίζομαι στο φως μου
είναι πρώτος ξάδερφός μου
ρίχνει στο ποτήρι πίνει
με κοιτάει και με φτύνει

- Με ηλίθιο το βλέμμα
είπε άλλο ένα ψέμα
και της δίνω ένα χαστούκι
γίναμε κι δύο Τούρκοι

- Άλλο ένα χαστούκι δο μου
αν με αγαπάς μωρό μου
είχα από το σαράντα
να γνωρίσω τέτοιον άντρα

- Απ’ την βιοπάλη πάω
θέλει να τήνε βαράω
και πληρώνω κάποιο φίλο
τήνε κάνει μπλε στο ξύλο



Στη φωτογραφία είναι ο Γιάννης Λογοθέτης με τον Δημήτρη Πουλικάκο.

Πέμπτη, 3 Μαΐου 2007

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΟΝ ΓΚΟΥΑΝΤΑΛΚΙΒΙΡ




FEDERICO GARCIA LORCA (1838-1936)


ΛΟΥΖΕΤΑΙ Η ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ


Λούζεται η αγάπη μου
στο Γουαδαλκιβίρ
και τ' άνθη παίρνουν ευωδιά
απ'το γλυκό κορμί της

Μεταξωτά η αγάπη μου
μαντίλια μου κεντά
κι όλο φιλάει την κλωστή
και βυσσινιά τη βάφει

Τρέξε πέτα χελιδόνι
φέρ' της Βενετιάς βελόνι
να κεντήσει στο μαντίλι
τη χαρά της να μου στείλει


Μετάφραση: Λευτέρης Παπαδόπουλος.

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΕΡΩΤΙΚΟΣ ΚΕΒΕΔΟ


FRANCISCO DE QUEVEDO


[ΤΙ ΜΟΥ ΟΡΙΖΕΙ Ο ΕΡΩΣ;]


Μου ορίζει ο Έρως, φευ, το φύλο, τις αισθήσεις·
σ’ ερωτική έκσταση έχω ολόσωμος βουλιάξει·
ανακωχή, διαπραγματεύσεις ή άλλη πράξη
ειρήνης δεν δίνουν στον πόλεμο αυτόν λύσεις

σωσμού. Βουβαίνουν καταρράχτη, αχ, οι δονήσεις
των στεναγμών μου, οπού η καρδιά μου να βαστάξει
αδυνατεί· ποινή για εμέ ο Έρως έχει τάξει:
και οι μνήμες μου στη λήθη να κυλιούνται επίσης.

Νικήθηκα, έχω καταρρεύσει πια και γίνει
των εραστών περίγελο, μιας κι εγώ, αχ, μόνο
με θλίψη τους λέω πώς τρέφονται η χαρά, η γαλήνη.

Μελλοντικοί και παλαιοί στον δικό μου στόνο
θε να σπουδάσουν την υγεία που τους δίνει
η αγάπη· μα, ας μη μου φθονήσουνε τον πόνο!


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Η εικονιζόμενη κυρία λέγεται Almudena Fernandez.

Τετάρτη, 2 Μαΐου 2007

ΟΙ ΙΣΚΙΟΙ ΤΗΣ ΦΕΥΓΑΤΗΣ ΖΩΗΣ



ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ


Από την ΠΡΟΦΑΣΗ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑΣ

[III]


Απόψε, που έρμη νιώθω την καρδιά,
στον κήπο μου έχω πάει να σε συντύχω.
Έχω αφανίσει τη ζωή, για νά 'ρθεις
σε μύρο ανθιών ή σε αρμονίας ήχο.

Των ταφλανιών τα φύλλα εμούσκεψε
μια μνημοσυνική ψιχάλα.
Σιμοτινό τα φέρνει αποχαιρέτισμα
ο σπαραγμός που εκρέμασεν η στάλα.

Γυρίζω εδώ που τόσο σε ονειρεύτηκα
να βρω κάτι δικό σου.
Σωριάζει θλίψη κάθε φούντωμα.
Ως ίσκιος στ' όνειρό μου απλώσου.

Τα μάτια σου απ' το όνειρο βαρίσκιωτα
μες στην ψυχή μου κλαίνε. Λυώνω.
Το δειλινό, φεύγοντας με ίσκιους μακροτάξιδους,
πίνει του ξενιτέματος τον πόνο.

Για να χινοπωριάσω τα δεντρά
σκορπίζω την ψυχή μου για όνειρά των,
τώρα, βαρύπνοη που επίκρανε η ενθύμηση,
σα φάντασμα παλαιών ηλιογερμάτων.


[VI]

Όλο και βρέχει απαρηγόρητα.
Της ώρας το φευγιό τι θλίψη πό ’χει!
Του χινοπώρου το φιλέρημο στοιχειό
σκορπά τη μοναξιά σε κάθε κόχη.

Γιόμισ' η αυλή μου απουσία και χορτάριασε.
Θλίβουνται τα νερά με άμοιρες μνήμες.
Στους δρόμους σέρνεται η παράμερη ζωή,
που αράχνιαζε σ' έρημες ρίμες.

Τραβιέμαι στα όνειρά μου τ' απαράμοιαστα.
Κι εφταδιπλώνω την ψυχή μου στα όνειρά της:
στην αγκαλιά της μοναξιάς μου γέρνοντας,
μεθώντας με ίσκιους μιας ζωής φευγάτης.

Τρίτη, 1 Μαΐου 2007

ΠΩΣ ΦΤΑΣΑΜΕ ΣΤΟ ΑΠΕΙΡΟ...



ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


ΤΟ ’ΧΕ ΚΙ Ο ΤΕΛΒΕΣ ΓΡΑΜΜΕΝΟ



Στον Βαγγέλη Πρόντζα



Από το Ιόνιο
στην ενδοχώρα
με τα φραγκόσυκα,
να βρουν το Αιώνιο
επήραν φόρα·
– τα βρήκαν μπόσικα·

και από εμπλοκή
στα νιτερέσα
του κόντε-Σπέντζα,
σ’ ένα λακκί
πέσανε μέσα
και… Αντίο Γλαρέντζα.

Ποιος να ’ταν, άραγε;…
να ξεδιαλύνω…
Το αίμα θαν τού ’πινα!…
Μα Εκειός εβάραγε
το μαντολίνο
μασώντας λούπινα.

Με τα μπατζού-
ρια κουφωμένα
στο μπουντουάρ της
η Καφετζού
μού ’πε: «Βρέ, εσένα
σ’ έφταιγε ο χάρτης!

’Κει που περίμενες
ν’ αλλάξουν οι όροι,
κλέψαν τον πάπυρο!…»
Με δυο προκείμενες
κι ένα a priori
φτάσαμε στο άπειρο.