Δευτέρα, 30 Απριλίου 2007

Ο ΧΑΡΟΣ... ΑΥΤΗ Η ΚΟΥΦΑΛΑ!



FRANCISCO DE QUEVEDO


ΠΥΡΡΕΙΟΣ ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΟΣ ΕΠΙ ΗΔΗ ΗΤΤΗΘΕΝΤΟΣ ΕΡΑΣΤΟΥ



Γενναίος τόσο μου είσαι… τόσο σθεναρός,
που και σε αδύναμους το δείχνεις… το μοστράρεις!
Πλην, Έρωτά μου, φτάνει… μπάστα! Ως ερωτάρης
τους πόνους μου θ’ αφήσω μόνον ο καιρός

να γιάνει. Το αίμα μού ρουφούσες σταθερώς
επί έτη· εσμούς βελών επάνω μου εβάρεις…
Το θύμα σου έχει υπομονή, κι έτσι (ως Άρης
εσύ άλλος) θύτης του περνιέσαι τρομερός.

Κανάν ισάξιον σου, αν κοτάς, στη μάχη κάλα·
εκεί να δούμε πόσα το σακκί σου πιάνει –
εγώ ’μαι τίποτα… μισοριξιά… μια στάλα!

Καμένος είμαι – στάχτη καις!... Μα τί σε βάνει
νεκρούς με θάνατο να τιμωρείς, κουφάλα,
σεφτέ μ’ εμένα κάνοντας, πού ’χω πεθάνει;!...


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Ανάρτησα το σονέττο αυτό χάριν του επισκέπτη του "Αλωνακιού της Ποίησης" Αλαφροίσκιωτου. Τον Quevedo τον έχω ποστάρει κάμποσες φορές ήδη... Γι'' αυτό και δεν τον ξαναποστάρω. Η κυρία που εικονίζεται εδώ -έτσι, για να πεθάνει ο Χάρος!...- λέγεται Eugenia Silva.

Ο ΜΑΡΚΟΣ ΣΚΛΑΒΟΣ ΚΑΙ ΔΟΥΛΕΥΤΗΣ


ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ


ΑΓΓΕΛΟΚΑΜΩΜΕΝΗ ΜΟΥ


Αγγελοκαμωμένη μου
και λαμπαδοχυτή μου
ομορφονιά της μάνας σου
και συντροφιά δική μου

Θα σ' αγαπώ θα σ' αγαπώ
διόλου δεν θα πάψω
ή κατά βάθος θα χαθώ
ή θα σε απολαύσω

Σ' αφήνω την καληνυχτιά
μηλιά μου με τους κλώνους
πάω κι εγώ να κοιμηθώ
με βάσανα και πόνους

Ζαχαροζυμωμένη μου
πέσε γλυκά κοιμήσου
και στ' όνειρό σου να με δεις
σκλάβο και δουλευτή σου



Η εικονιζόμενη είναι -βεβαίως...- η Κλαούντια Καρντινάλε.

ΘΑ ΒΟΣΚΗΣΩ ΤΟ ΜΑΥΡΟ



ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ


ΑΙΦΝΗΣ


Αυτό που λέμε όνειρο δεν είν’ όνειρο
που η πλατιά πραγματικότητα δεν είναι πραγματική.
Κάπου γελιέμαι μα εκεί κιόλας υπάρχω απόλυτα,
σαν το σύννεφο που αλλάζει στα νωθρά δευτερόλεπτα
όντας μονάχα η ακάλεστη μεταμόρφωση.
Κανένα λιοντάρι δεν παραγνώρισε το θήραμα
και η πάπια δεν έπαψε να πιπιλίζει τη λάσπη•
το χταπόδι βγαίνει απ’ το ρηχό θολάμι του με γαλαζόπετρα
στα ξέφωτα η τίγρη λησμονιέται ανεπίληπτα.
Νυχτώνει και σήμερα. Η αγωνία
λέει πάλι: θα βοσκήσω το μαύρο.

ΑΔΕΙΑΖΩ ΑΠΟ ΚΟΣΜΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ




PAUL ELUARD


ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΕΚΥΡΗΚΟΣ


Τοίχος καταγγέλλει άλλον τοίχο
Και όλως τυχαίως υπεραμύνεται εμού η σκιά
Από τη σκιά μου την έμφοβη.
Ω πτέρυξ του έρωτά μου πέριξ του έρωτά μου,
Όλοι οι τοίχοι πέριξ της σκιάς μου εκλώθανε κάτασπρα.

Εσύ, τίνος υπεραμυνόσουν; Αναίσθητε, παναίθριε ουρανέ,
Στο τρέμουλό σου με κουτσοστέγαζες
Το φως, ανάγλυφος αχνός, στον ουρανό,
Που δεν είναι πια καθρέφτης του ήλιου,
Τ’ άστρα της ημέρας φύρδην-μίγδην με πράσινα φύλλα,

Η ανάμνηση όσων άνευ γνώσεως μίλαγαν, κυρίαρχοι
Της ανημπόριας μου αυτοί κι εγώ υποκαθιστώντας τους
Με μάτια του έρωτα και χέρια μπιστικά
Αδειάζω από κόσμο τον κόσμο,
Απ’ όπου προσωπικώς ως γνωστόν απουσιάζω.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Κυριακή, 29 Απριλίου 2007

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΡΩΣ;



FRANCISCO DE QUEVEDO


ΣΟΝΕΤΤΟ ΕΡΩΤΙΚΟ ΠΟΥ ΟΡΙΖΕΙ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ


Ως φλόγα ψύχεται, ενώ ως ψύχρα είν’ φλογώδης·
πληγή είναι, σε πονά, μα εσύ δεν νιώθεις πόνο·
ονειρεμένο είναι αγαθό, κακά όμως μόνο
προοιωνίζεται· βραχείες, μα και κοπιώδεις

χαρές σου δίνει, και είναι εξόχως μεριμνώδης
η σχόλη που σου εγγυάται. Αν και ήρως ο Έρως, θρόνο
δειλίας κατέχει· μόνος και άφιλος, τον στόνο
γεννάει στον κόσμο: αγάπη γαρ του εαυτού του εργώδης.

Ελευθερία είναι, αλλ’ είναι ελευθερία αλύσου,
και τη χαλκεύει με μια τέλειαν αφροσύνη
– σαν νόσος που με τη γιατρειά θεριεύει· αβύσσου

ανοίγει βάραθρα ο νήπιος Έρως· στην ι-
δέα της φιλίας δεν πιστεύει καν: εξ ίσου
με ροχάλες μίσους και την αφεντιά του φτύνει.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Σάββατο, 28 Απριλίου 2007

Ο ΚΗΠΟΣ



ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΑΣΤΑΚΑΣ


Μ’ ΑΓΑΠΑΤΕ;


Τις νύχτες έκοβα κίτρινα φύλλα.
Μαδούσα τις γλάστρες στο μπαλκόνι μου,
βήματα μπρος πίσω φυλακισμένου ανθρώπου.
Μ’ αγαπά-δεν μ’ αγαπά ο κόσμος,
η ζωή, το όνειρο του κόσμου; Χρόνια
και χρόνια-σαράντα, αν δεν σας φαίνονται
λίγα, κατέληξα να μαδώ φρέσκα κλαδιά,
λόχμες κι άνθους και κρίνα.
Τις νύχτες έχανα τη μνήμη μου.
Αντί απ’ το περίσσευμα, τον ίδιο
τον κήπο μου ξερίζωνα,
για να σας τον χαρίσω.

ΤΗΣ ΤΑΒΕΡΝΑΣ ΛΟΓΙΑ...



ΚΩΣΤΑΣ ΒΙΡΒΟΣ


ΑΠΟΨΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙ Ο ΧΑΡΟΣ


Ταβερνιάρη να μου ζήσεις
είσαι άνθρωπος ντερβίσης,
φέρε από τα ίδια πάλι
να γεμίσω το κεφάλι.

Φέρε να πιω
για να μου φύγει το βάρος
γιατί απόψε
θα πεθάνει ο χάρος.


Μια γυναίκα μ' έχει κάνει
το πιοτό να μη με πιάνει,
θέλησε να με πληγώσει
μα πικρά θα το πληρώσει.

Φέρε να πιω
για να μου φύγει το βάρος
γιατί απόψε
θα πεθάνει ο χάρος.


Κι αν απόψε θα μεθύσω
βάστα μην τη συναντήσω,
τίποτα δεν λογαριάζω
και θα ιδείς το πώς δικάζω.

Φέρε να πιω
για να μου φύγει το βάρος,
γιατί απόψε
θα πεθάνει ο χάρος.



Τη μουσική του τραγουδιού έχει γράψει ο Μπάμπης Μπακάλης ή Κουβάς. Το πρωτοτραγούδησε η Σωτηρία Μπέλλου.

ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΚΑΙ ΧΡΩΣΤΗΡΑΣ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ



FRANCISCO DE QUEVEDO


Η ΚΑΤΑ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑΝ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΜΙΑΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΚΑΛΛΟΝΗΣ ΕΙΝΑΙ ΕΡΓΟ ΔΥΣΚΟΛΟ, ΠΛΗΝ ΟΜΩΣ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΔΙΔΑΣΚΕΙ ΕΔΩ ΤΟΝ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΤΡΟΠΟ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΣ ΤΗΣ


Αν πρέπει να σε δει αυτός που θα σε ζωγραφίσει
και, αφού σε δει και σε κοιτάξει, τυφλωθεί, πορτραίτο
ποιός θα μπορέσει –πες!– ποτέ να σου φιλοτεχνήσει,
χωρίς τα μάτια του να βλάψει; Σ’ ένα καβαλέττο

εν μέσω ρόδων χιονισμένων σ’ έχω παραστήσει,
μα αυτό κολάκευε τα ρόδα – όχι εσένα! Νέτο
στις κόγχες φως τ’ αυγερινού η παλέττα να σου χύσει
εβάλθη, πλην ποιό αστέρι νά ’βρει τέτοια τύχη; Σκέτο

του πράγματος το μάταιον είχε φανεί (καθόλου!)
στο σκίτσο κιόλας. Μα ο καθρέφτης μιά στιγμή, οπού επόνα
ο νους μου, πιάνει τη λάμψη άπαξ του δικού σου ειδώλου

και δίχως τονισμούς φωτός ασχέτους, στον κρυψώνα
τη χώνει της ουσίας, για νά ’σαι πάντα εσύ ολωσδιόλου
αυθεντική: ζωγράφος και χρωστήρας και εικόνα!


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Πέμπτη, 26 Απριλίου 2007

ΤΟ ΥΠΕΡΩΚΕΑΝΕΙΟΝ


ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ


ΣΤΡΟΦΕΣ ΣΤΡΟΦΑΛΩΝ


Στον Λεωνίδα Α. Εμπειρίκο


Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Άσπρο στο σώμα σου και κίτρινο στις τσιμινιέρες
Διότι βαρέθηκες τα βρωμερά νερά των αγκυροβολίων
Εσύ που αγάπησες τις μακρινές σποράδες
Εσύ που σήκωσες τα πιο ψηλά μπαϊράκια
Εσύ που πλέχεις ξέθαρρα στις πιο επικίνδυνες σπηλιάδες
Χαίρε που αφέθηκες να γοητευθείς απ’ τις σειρήνες
Χαίρε που δεν φοβήθηκες ποτέ τις συμπληγάδες.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Στο σέλας της θαλάσσης με τους γλάρους
Κ’ είμαι σε μια καμπίνα σου όπως εσύ μέσ’ στην καρδιά μου.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Φωνές εδώ και φάλαινες στο πέρασμά σου πάρα κάτω
Από τα ύφαλά σου αντλούνε τα παιδιά την μακαριότητα
Από το πρόσωπό σου την ομοιότητα με σένα
Και μοιάζεις με αυτούς που εσύ κ’ εγώ γνωρίζουμε
Αφού γνωρίζουμε τι θα πη φάλαινα
Και πως ιχνηλατούν οι αλιείς τα ψάρια.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Φυγομαχούν όσοι κρυφά σε μυκτηρίζουν
Όσοι πουλούν τα δίχτυα σου και τρώνε λίπος
Ενώ διασχίζεις τις θαλάσσιες πραιρίες
Και φθάνεις στα λιμάνια με τα πούπουλα
Και τα κοσμήματα της όμορφης γοργόνας
Πούχει στο στήθος της ακόμη τα φιλιά σου.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Είναι ο καπνός σου πλόκαμος της ειμαρμένης
Που ξετυλίγεται μέσ’ στην αιθρία και ανεβαίνει
Σαν μαύρη κόμη ηδυπαθούς παρθένας ουρανίας
Σαν λυρική κραυγή του μουεζίνη
Όταν αστράφτει η πλώρη σου στο κύμα
Όπως ο λόγος του Αλλάχ στα χείλη του Προφήτη
Κι' όπως στο χέρι του η στιλπνή κι' αλάνθαστή του σπάθα.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Στις τροχιές των βαθυπτύχων οργωμάτων
Που λάμπουν στο κατόπι σου σαν τροχιές θριάμβου
Αύλακες διακορεύσεως χνάρια ηδονής που ασπαίρουν
Μέσ’ στο λιοπύρι και στο φως ή κάτω από τ’ αστέρια
Όταν οι στρόφαλοι γυρνούν πιο γρήγορα και σπέρνεις
Αφρό δεξιά κι’ αφρό ζερβά στο ρίγος των υδάτων.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Θαρρώ πως τα ταξείδια μας συμπίπτουν
Νομίζω πως σου μοιάζω και μου μοιάζεις
Οι κύκλοι μας ανήκουνε στην οικουμένη
Πρόγονοι εμείς των γενεών που εκκολάπτονται ακόμη
Πλέχουμε προχωρούμε δίχως τύψεις
Κλωστήρια κ’ εργοστάσια εμείς
Πεδιάδες και πελάγη κ’ εντευκτήρια
Όπου συνέρχονται με τις νεάνιδες τα παλληκάρια
Κ’ έπειτα γράφουνε στον ουρανό τις λέξεις
Άρμαλα Πόρανα και Βέλμα.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Ανθούνε πάντα στην καρδιά μας οι μηλιές
Με τους γλυκείς χυμούς και την σκιά
Εις την οποίαν έρχονται το μεσημέρι τα κορίτσια
Για να γευθούν τον έρωτα μαζύ μας
Και για να δουν κατόπι τα λιμάνια
Με τα ψηλά καμπαναριά και με τους πύργους
Όπου ανεβαίνουν κάποτε για να στεγνώσουν
Οι στεριανές κοπέλλες τα μαλλιά τους.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Αχούν οι φόρμιγγες της άπλετης χαράς μας
Με τα σφυρίγματα του ανέμου πρύμα – πλώρα
Με τα πουλιά στα σύρματα των καταρτιών
Με την ηχώ των αναμνήσεων σαν κιανοκιάλια
Που τα κρατώ στα μάτια μου και βλέπω
Να πλησιάζουν τα νησιά και τα πελάγη
Να φεύγουν τα δελφίνια και τα ορτύκια
Κυνηγητές εμείς της γοητείας των ονείρων
Του προορισμού που πάει και πάει μα δεν στέκει
Όπως δεν στέκουν τα χαράματα
Όπως δεν στέκουν και τα ρίγη
Όπως δεν στέκουν και τα κύματα
Όπως δεν στέκουν κ’ οι αφροί των βαποριών
Μήτε και τα τραγούδια μας για τις γυναίκες που αγαπάμε.

Τετάρτη, 25 Απριλίου 2007

ΤΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ



ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ


[ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΤΙ...]


Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες
κιθάρες. Ο άνεμος, όταν περνάει,
στίχους, ήχους παράφωνους ξυπνάει
στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες.

Είμαστε κάτι απίστευτες αντένες.
Υψώνονται σα δάχτυλα στα χάη,
στην κορυφή τους τ' άπειρο αντηχάει,
μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες.

Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,
χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε.
Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις.

Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.

Τρίτη, 24 Απριλίου 2007

Η ΔΟΝΗΣΗ ΤΟΥ ΒΛΕΜΜΑΤΟΣ




PAUL ELUARD


Η ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΩΜΙΛΕΙ ΣΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ


Το εσπέρας έσερνε χελιδονάκια. Οι κουκουβάγιες
Διαγούμιζαν τον ήλιο, εβάραιναν της γης τη μύτη
Με κάτι ακαταπόνητα κανιά ενανού ερημίτη
Παράχλωμου κι ασήκωτου σαν τίποτα κανάγιες.

Το εσπέρας έσερνε όπλα αγχέμαχα στην κεφαλή μας.
Το θάρρος έβραζε κορίτσια ανάμεσά μας. Με ίση
Φωνή λαλάγανε κι εκλαίγαν ’κείνα· εμείς, αλί μας,
Ανήσυχοι, περιδεείς είχαμ’ όλοι γονατίσει.

Το εσπέρας, ένα τίποτα, ένα χέλι χελιδόνι
Διαβατικό. Και λίγος άνεμος σε κέντρων φύλλα
Που δεν θα πέσουν. Λεπτομέρεια μαγικιά – κι εκύλα
Για κάποιο βλέμμα ασύλληπτου ματιού που μας εδόνει.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δευτέρα, 23 Απριλίου 2007

ΕΩΣ ΘΑΝΑΤΟΥ ΕΡΩΣ




MIGUEL HERNÁNDEZ (1910-1942)


SONETO FINAL


Por desplumar arcángeles glaciales,
la nevada lilial de esbeltos dientes
es condenada al llanto de las fuentes
y al desconsuelo de los manantiales.

Por difundir su alma en los metales,
por dar el fuego al hierro sus orientes,
al dolor de los yunques inclementes
lo arrastran los herreros torrenciales.

Al doloroso trato de la espina,
al fatal desaliento de la rosa
y a la acción corrosiva de la muerte

arrojado me veo, y tanta ruina
no es por otra desgracia ni por otra cosa
que por quererte y sólo por quererte.



ΤΕΛΙΚΟ ΣΟΝΕΤΤΟ

Χιονιάς κρινένιος με τα σβέλτα δόντια επόθει
τους παγερούς αρχάγγελους να ξεμαδήσει·
να κλαίει δικάστηκε, την δε ποινή θα εκτίσει
σε νάματα πηγών απελπισμένα. Εδόθη

ολόψυχα στα μέταλλα: του σίδερου ώθει
το μέσα πυρ να βγει έξω, και λαμπρούς να χύσει
στ’ αμείλικτα αμόνια πόνους, να λυγίσει
τους χειμαρρώδεις σιδεράδες. Εφαγώθη-

κα στο άλγος πάνω τού ακάνθινου στεφάνου,
στου ρόδου το μαράζι που μοιραίως θάλλει·
η πράξη του θανάτου θα οριστικοποιήσει

τα ερείπια που με περιβάλλουν. Αχ, τυγχάνου-
σι ταύτα! Στο χαμό μου μη ζητάς αιτία άλλη,
παρά που σ’ έχω έως θανάτου εγώ αγαπήσει.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΦΕΓΓΑΡΟΠΡΟΣΩΠΗ ΓΛΥΚΙΑ ΜΑΡΟΚΑΝΑ



ΣΤΡΑΤΟΣ ΠΑΓΙΟΥΜΤΖΗΣ ή ΤΕΜΠΕΛΗΣ


ΑΠ' ΤΟ ΜΑΡΟΚΟ Η ΕΣΜΕ


Απ' το Μαρόκο η Εσμέ
το είχε αποφασίσει
μες στον Περαία για να 'ρθεί
και να με ξεμυαλίσει

Φεγγαροπρόσωπη γλυκιά
με φιλντισένιο σώμα
την είδα κι έμεινα ο φτωχός
μ' ολάνοιχτο το στόμα

Εσμέ χανούμι μου γλυκό
με λυώσαν οι ματιές σου
πεθαίνω σαν χαμογελάς
μέσ' απ' το φερετζέ σου

Και στο Μαρόκο σαν θα πας
εγώ θα 'ρθώ κοντά σου
δικός σου σκλάβος θα γινώ
μες το χρυσόν οντά σου

Φεγγαροπρόσωπη γλυκιά
με φιλντισένιο σώμα
την είδα κι έμεινα ο φτωχός
μ' ολάνοιχτο το στόμα

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΣΤΟ ΧΙΟΝΙ



ΣΕΡΓΚΕΗ ΑΛΕΞΑΝΤΡΟΒΙΤΣ ΓΕΣΕΝΙΝ


[ΠΡΟΤΟΥ ΧΤΥΠΗΣΕΙ ΤΟΥ ΟΡΘΡΟΥ Η ΚΑΜΠΑΝΑ]


Προτού κτυπήσει του όρθρου η καμπάνα
να ’ρθείς να με ξυπνήσεις αύριο, μάνα.
Αφήνοντας τη θαλπωρή του κόσμου
έξω θα βγω, και θα ’ναι ο αδελφός μου.

Στον ύπνο μου τον είδα• στο παλτό του
είχε κρυμμένο τ’ άγιο πρόσωπό του.
Όρθιος, περιμένοντας στο χιόνι,
του Οκτώβρη κάτω τίναζε τη σκόνη.

Θα βγω• κι αυτός μαζί του θα με πάρει
να βρούμε το λειψό, αρχαίο φεγγάρι.
Σκυφτοί θα περπατήσουμε στον δρόμο
πηγαίνοντας αργά, ώμο τον ώμο.

Μάνα, αύριο νωρίς να με ξυπνήσεις
προτού τη λάμπα του σπιτιού μας σβήσεις.
Κι αν μάθεις πως ποιητής ήταν ο γιος σου
σβήσε το φως, και κάνε τον σταυρό σου.


Μετάφραση: Δημήτρης Ελευθεράκης.

Κυριακή, 22 Απριλίου 2007

Η ΠΑΣΑ ΠΟΙΚΙΛΙΑ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ



LUÍS VAZ DE CAMÕES (1514-1580)


A FERMOSURA DESTA FRESCA SERRA


A fermosura desta fresca serra
E a sombra dos verdes castanheiros,
O manso caminhar destes ribeiros,
Donde toda a tristeza se desterra;

O rouco som do mar, a estranha terra,
O esconder do Sol pelos outeiros,
O recolher dos gados derradeiros,
Das nuvens pelo ar a branda guerra;

Enfim, tudo o que a rara natureza
Com tanta variedade nos of'rece,
Me está, se não te vejo, magoando.

Sem ti, tudo me enoja e me aborrece;
Sem ti, perpetuamente estou passando,
Nas mores alegrias, mor tristeza.



ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΔΡΟΣΕΡΟΥ ΒΟΥΝΟΥ ΤΑ ΕΞΑΙΣΙΑ ΚΑΛΛΗ

Αυτού του δροσερού βουνού τα εξαίσια κάλλη•
και οι καστανιές οι πράσινες με τα εύσκια φύλλα·
των ρυάκων το μαιάνδρισμα που τη μαυρίλα
του μισεμού εξορίζει και τον πόνο• ή –πάλι–

ο φλοίσβος της θαλάσσης σ’ ώριο περιγιάλι·
της γης τα σβωλαρούδια• οι λόφοι και η ασπρίλα
τους η χρυσή στο ηλιοβασίλεμα• τα κοίλα
των σύγνεφων, που ορχούνται οι ανέμοι· το χαλάλι

το μέγα των χυμών που η Φύσις θέλει στύψει
απλόχερα να πιω• και η πάσα ποικιλία
των πάντων με πληγώνουν τώρα που μου λείπεις.

Χωρίς εσέ οι ηδονές μού φέρνουν υπνηλία
–αξία έχουν (το πολύ) λιανής, αχνής τολύπης–,
μιας κι η χαρά μικραίνει και αβγαταίνει η θλίψη.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2007

ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΝΙΩΣ ΤΟ ΣΤΟΜΑ



ΡΩΤΑΣ ΒΑΣΙΛΗΣ


ΤΟ ΧΡΙΣΤΙΝΑΚΙ


Δώδεκ΄ αγόρια του σκολειού
κι η Χριστινιώ μια τάξη,
μη βρέξει και μη στάξει.

Τ΄ αγόρια τ΄ ορκιστήκανε
στην παληκαροσύνη
να κλέψουν τη Χριστίνη.

Βαρκούλα αρματώνουνε
με σταυρωτό πανάκι-
Χριστίνα-Χριστινάκι.

Ποιός είδε πετροπέρδικα
να παίζει με γεράκια
στο πλάι στα θυμαράκια;

Ποιός είδε την ξανθόμαλλη
γελούσα και πανώρια
να παίζει με τ΄αγόρια;

Έμπα, καλή, στη βάρκα μας
να πάμε και να ΄ρθούμε
τραγούδι που θα ειπούμε!

Τ΄ αστέρια τρεμουλιάζουνε
στου ζέφυρου το χάδι
τ’ όμορφο τούτο βράδυ.

Σπαρμένο χρυσολούλουδα
το πέλαγο λιβάδι
τ΄όμορφο τούτο βράδυ.

Άλλοι ταιριάζουν τα πανιά
κι άλλοι κουπί τραβούνε,
Χριστίνα,ο νους σου πού ΄ναι;

Το Χριστινάκι τραγουδεί
της βάρκας κυβερνήτης,
γλυκειά που ΄ν΄η φωνή της!

Και λέει τραγούδι του έρωτα
και για τον πόθο λέει,
για το φιλί που καίει'

κι η βάρκα εποθοφτέρωσε
κι ορθοπηδάει το κύμα
τραβώντας όλο πρίμα.

Γέλια,τραγούδια εσώπασαν,
τ΄αγόρια συμπαλεύουν,
μοχτούν,φιλί γυρεύουν.

Χουγιάζει ο αέρας για φιλί,
βγάζουν καημούς και πάθη
της θάλασσας τα βάθη.

Κανείς δεν είναι στο κουπί,
κανείς και στο τιμόνι,
λαχτάρα που τους ζώνει!

Για το φιλί της Χριστινιώς
χυμάν με χίλια χέρια
νερά,βουνά κι αστέρια.

Κι η βάρκα η ποθοπλάνταχτη
πάει στων νερών τα βάθη
με του έρωτα τα πάθη.

Κι εκεί σαλεύουν τα παιδιά,
ψάχνουν να βρουν ακόμα
της Χριστινιώς το στόμα.

Δεν κλαίω τα δώδεκα παιδιά,
τους νιούς,τους μαθητάδες,
τις δώδεκα μανάδες,

μόν΄κλαίω τα μάτια τα γλαρά,
το λυγερό κορμάκι,
τ΄αγρίμι,το ελαφάκι,

που ήτανε δώδεκα χρονών,
-Παρθένα Παναγιά μου-
κι έλαμπε η γειτονιά μου.


Κάπως έτσι πρέπει να είτανε και το "Χριστινάκι"... Παραβλέψτε, παρακαλώ, το "ξανθόμαλλη" του μπαρμπα-Βασίλη Ρώτα!... Και "πυρόμαλλη" θα μπορούσε να είναι

Την εικονιζόμενη κυρία τη λένε Eugenia Silva. Για 2-3 μέρες το "Αλωνάκι" δεν θα "φορτώσει" τίποτα. Τα ξαναλέμε σύντομα.

ΟΙ ΚΑΛΟΤΥΧΟΙ



ΛΟΡΕΝΤΖΟΣ ΜΑΒΙΛΗΣ


ΛΗΘΗ


Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε
την πίκρια της ζωής. 'Οντας βυθίσει
ο ήλιος και το σούρουππο ακλουθήσει,
μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και νά ’ναι

Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση~
μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει,
ά στάξει γι' αυτές δάκρυ όθε αγαπάνε.

Κι αν πιούν θολό νερό ξαναθυμούνται,
διαβαίνοντας λιβάδια από ασφοδίλι,
πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται.

'Α δε μπορείς παρά να κλαις το δείλι,
τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν:
θέλουν, μα δε βολεί να λησμονήσουν.

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2007

ΣΤΑ ΚΥΘΗΡΑ, ΚΟΙΝΩΣ ΤΣΙΡΙΓΟ



JAIME GIL DE BIEDMA Y ALBA (1929-1990)


ΑΠΟΒΙΒΑΣΗ ΣΤΑ ΚΥΘΗΡΑ


Όπως το φως, η μουσική
έχει μια ποιότητα φωσφορίζουσα κι απαλή
ονείρου που αναθυμάσαι. Κοντά η θάλασσα
κι η νύχτα ήσυχη πάνω στη μεγάλη λεωφόρο
τον περιμένουν, ζωντανεύοντας του
τη σπάνια και λεπτή αίσθηση της ύπαρξης
που κανείς νιώθει στα νησιά και τα μπαρ.

Απ' το να ζουν στην άμμο, κάτω από τον ήλιο,
είναι ευγενή αυτά τα σώματα
και ικανά να κάνουνε να κλάψει από έρωτα
κι ένα σύννεφο χωρίς νερό, που το φιλί τους
αφήνει μια γεύση αλατιού στο σάλιο,
γεύση ελευθερίας που κάνει να ονειρεύεται
και να ερεθίζεται υπερβολικά ο ξένος.

Όταν θα πάει να κοιμηθεί,
μόνος του και πολύ αργά, η νοσταλγία
θα συμπέσει με την ζήλια και τον πόθο.
Νοσταλγία για μια ηλικία της καρδιάς,
και για μιαν άλλη ηλικία του σώματος,
για να ανακαλύψει τη νύχτα στις ακτές
τον κόσμο, των δυο-δυο.

Όχι μονάχα να επιθυμεί, μα και να νιώσει
ότι κι αυτός επιθυμείται. Είναι αυτό το όνειρο,
το ίδιο όνειρο της εφηβείας του,
κάθε φορά πιο μακρινό. Γιατί τον πιέζει ο χρόνος,
και στον έρωτα - αυτός το ξέρει -
αν και δεν πρέπει ακόμη να προσφέρει χρήματα
πρέπει πια να πουλάει εξυπνάδα.

Αύριο τη νύχτα και χωρίς φεγγάρι, πάνω στη θάλασσα,
πετώντας ως το σπίτι του,
θα πάει μαζί του η εικόνα αυτών των κορμιών
των χρυσαφένιων. Και στην ασαφή τους χάρη
θα νιώσει την ανησυχία μιας μομφής
οδυνηρής κι ασήμαντης σαν την ενθύμηση
μιας ξεχασμένης υποχρέωσης.


Μετάφραση: Βασίλης Λαλιώτης.

... ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ



ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


«ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ»


Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, Μπέμπελ και Μπουχάριν
τους στρίμωξα στο νου κουκκί - κουκκί.
Να με, λοιπόν, κατέκτησα την χάριν
να κρίνω με την διαλεκτική.

«Αχώριστος η θεωρία και η πράξη» -
συχνά σκοντάφτω στην εφαρμογή,
μα η κριτική μου πάντοτε είναι εν τάξει,
όλους κι όλα τα ελέγχει, τα εξηγεί.

Τις συγκεντρώσεις των προλεταρίων
απ’ το παράθυρο μου τις κοιτώ
ως να συγκινηθώ μέχρι δακρύων
και γράφω στίχους πλέον των 100.

Τη σκέψη αφήνω διάφανο μπαλόνι
στον άδειο ν’ ανεμίζεται ουρανό,
να βλέπω την εντύπωση που απλώνει
το χρώμα που αντιφέγγει στο κενό.

Τώρα το «Καπιτάλ» του Μαρξ κηρύττω,
μα αποφεύγω την κάθε συμπλοκή
γιατί, ξέρω, θανάσιμα θα πλήττω
αν κάποτε με βάλουν φυλακή.

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2007

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΦΩΣ



ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΔΡΙΒΑΣ


[ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΥΡΑ ΣΚΛΗΡΑ]


Αντικείμενα μαύρα σκληρά
Και το μάτι να τρέμει
Δειλινή μια φωτιά σιγοτρέμει
Σα φωνή στο κενό Σα φτερά.

Στο ποτήρι μου χρώμα βαθύ
Ξαλαφρώνει το νου μου
Κι η παλέττα του γκρίζου ουρανού μου
Σʼ ένα φως μυστικό θα βρεθεί.

ΑΓΡΙΟΤΟΠΟΙ ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΩΝ ΚΥΝΗΓΙΩΝ



GEORG TRAKL (1887-1914)


IM DUNKEL


Es schweigt die Seele den blauen Frühling.
Unter feuchtem Abendgezweig
Sank in Schauern die Stirne den Liebenden.

O das grünende Kreuz. In dunklem Gespräch
Erkannten sich Mann und Weib.
An kahler Mauer
Wandelt in seinen Gestirnen der Einsame.

Über die mondbeglänzten Wege des Walds
Sank die Wildnis
Vergessener Jagden; Blick der Bläue
Aus verfallenen Felsen bricht.



ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

Η ψυχή σωπάζει τη γαλάζια άνοιξη.
Ριγώντας βούλιαξε στα εσπερινά κλαδιά
τα δροσερά των εραστών το μέτωπο.

Ω, το πρασινωπό σταυροδρόμι. Σε μυστική συζήτηση
άντρας και γυναίκα γνωριστήκαν.
Ο ερημίτης πλανιέται με τ’ άστρα του
κοντά σε τοίχο γδαρμένο.

Στους φεγγαρόφωτους δρόμους του δάσους
βουλιάζουν οι αγριότοποι
λησμονημένων κυνηγίων· η ματιά του γαλάζιου
απ’ τους γκρεμισμένους βράχους προβάλλει.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Τρίτη, 17 Απριλίου 2007

ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ



ΑΛΚΗΣ ΑΛΚΑΙΟΣ


ΘΕΑΤΡΟ ΣΚΙΩΝ


Σ΄αυτό το θέατρο σκιών τί περιμένω
θολή φιγούρα δίχως πρόσωπο και λόγια
οι θεατές μ΄έχουνε κιόλας ξεχασμένο
και φεύγουν βιαστικά κοιτώντας τα ρολόγια

Τώρα γυρίζω σε μια πόλη μεθυσμένη
σαν μετανάστης που δεν ξέρει πού πηγαίνει
τώρα βυθίζομαι στου κόσμου την ανία
ριξ΄τα μαλλάκια σου για να πιαστώ Μαρία

Σ΄αυτό το θέατρο σκιών τί περιμένω
πάλι θα σβήσουνε τα φώτα της οθόνης
και συ σαν Σφίγγα θα μου το κρατάς κρυμμένο
ποιός είν΄ο θεατής και ποιός ο θεατρώνης

ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΚΑΛΑΥΡΙΑ



JORGE LUIS BORGES


MONTEVIDEO: ΟΡΟΣ ΟΡΩ

Στ’ απόγιομά σου εγώ κατρακυλώ,
σαν κούραση στην κατηφόρα.
Η νέα –που πέφτει– νύχτα
φτερουγίζει απάνω απ’ τις σκεπές σου.
Είσαι το Μπουένος Άιρες το δικό μας,
που κάποτε
μαζί με τα χρόνια εγλίστρησε και τα ζαμάνια μας…
ήσυχα εγλίστρησε κάποτε
στην πλαγιά του βουνού κι ανεπαίσθητα…
ήσυχα εγλίστρησε και πάει τώρα.
Είσαι πόλη δικιά μας γιορτερή, αργυρή, αργεντινή,
είσαι σάμπως τ’ άστρο
που γίνεται δύο αστέρια
μες στων νερών τον καθρέφτη.
Πύλη σφαλερή στο χρόνο είσαι,
κι οι δρόμοι σου θυμίζουν παρελθόν πολύ πιο γαλήνιο.
Από ’κεί μάς έρχετ’ εμάς κάθε πρωί η αυγή
πετούμενη
πάνω απ’ τα νερά τα γλυκά, τα τεφρόφαια.
Πριν φωτιστεί ο ζόφος ο δικός μου,
χάραμα έχει φαιδρύνει εσένα τους κήπους σου.
Πόλη που ακούγεται στ’ αφτί σαν νά ’ναι στίχος.
Δρόμοι με φως παντού της αυγής,
σαν αυλής,
σαν ν’ αυλείσαι.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΠΟΝΤΙΣΜΟΣ ΠΟΛΛΟΥ ΦΩΤΟΣ



ΤΑΚΗΣ Κ. ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ


Ο ΚΗΠΟΥΡΟΣ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ

Ο κηπουρός του τάφου, γέροντας αγαθός,
αυτός που παραστάθηκε στα ογκώδη γεγονότα,
και στις πρωινές οράσεις των γυναικών,
σε όλες τις ανοιξιάτικες καλωσύνες
όχι απαθής, άλλα μεστός (γέροντας καθώς ήτο)
έμενε κι' ασυγκίνητος εν μέρει τούς φαινόταν.

Αλλά η ψυχή του ακέραια δίχως ν' αναλωθεί
σε άκαιρες πράξεις ή σε λόγια περισσά,
ωρίμασε σε πλήρη ιδέα της θεογνωσίας.

Μελέτες, περιδιάβασες, μετεωρισμοί,
αιώνων απασχόληση για ν' αποβεί
κάποτε ανέβασμα ψυχών των νέων παιδιών,
πολλάκις άκαρπη, πάντοτε μισερή,
- ηλιοδαρμός και πάμπλουτη αχτινοβολία,
βίαιο χύμα κάδου της χρυσής βροχής
και ποντισμός πολλού φωτός, πλούσιων βολίδων
απόβηκε στον γέροντα η εωθινή
μύηση σε κόσμους εχτεινόμενους
από τα βάθη των ταρτάρων και του ίσκιου,
ώς με την όλη ουσία του ύψους και της θεότητας,
με διάμεσα περιβόλια καλωσύνης,
ανθώνες τέρψεως και τρυφής και κελαηδήματα
πουλιών ωραία, χρωματιστών, που προϋπαντούνε
ψυχές που αιφνίδια ανθίσανε, γερόντων έστω,
σ' αιφνίδια και φλογώδη Αποκάλυψη του Μυστηρίου.

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2007

ΑΝΕΥ ΟΡΙΩΝ



EUGENIO MONTALE (1896-1981)


ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ


Να μπορούσα τουλάχιστον να κλείσω
Σ’ αυτό μου το ρυθμό που αγκομαχά
Κάτι απ’ το παραμιλητό σου•
Να μου δινόταν να ταιριάσω
Στις δικές σου φωνές την τραυλή μιλιά μου,-
Εγώ που ονειρευόμουν να σου κλέψω
Τα λόγια τ' αρμυρά
Όπου φύση και τέχνη γίνονται ένα
Για να διαλαλήσω πιο καλά τη μελαγχολία μου
Γερασμένου παιδιού που δεν έπρεπε να συλλογάται.
Κι ωστόσο δεν έχω άλλα απ΄τα φθαρμένα γράμματα
Των λεξικών, και τη σκοτεινή
Φωνή που για έρωτα μιλεί, σβήνει
Γίνεται αξιοθρήνητη φιλολογία.
Δεν έχω άλλα από τα λόγια αυτά
Που σαν δημόσιες γυναίκες
Προσφέρονται σ’ όποιον τις θέλει•
Δεν έχω άλλες απ’ τις κουρασμένες τούτες φράσεις
Που κι αύριο μπορεί να μου τις κλέψουν
Ρέμπελοι φοιτητές γι’ αληθινούς στίχους.
Κι η βοή σου αυξαίνει κι απλώνεται
Γαλάζιος ο νέος ίσκιος.
Μ’ αφήνουν οι σκέψεις μου για δοκιμή.
Αισθήσεις δεν έχω, ούτε νου. Δεν έχω όρια.


Mετάφραση: Δημήτρης Νικολαρεΐζης.

ALL'ALTRA RIVA



ANTONIO MACHADO


[ΧΤΥΠΟΥΣΕ ΤΟ ΡΟΛΟΪ...]


Χτυπούσε το ρολόι τις δώδεκα... και ήταν δώδεκα
χτυπήματα της τσάπας στη γη.
Η ώρα μου φώναξα... Η σιωπή
μου απάντησε: - Μη φοβάσαι.
Συ δε θα δεις να πέφτει η τελευταία σταγόνα
που τρέμει στην κλεψύδρα.
Θα κοιμηθείς πολλές ώρες ακόμα
πάνω στη γέρικη όχθη
κι ένα καθαρό πρωί θα βρεις
δεμένη τη βάρκα σου στην άλλη ακτή.


Μετάφραση: Μόσχος Λαγκουβάρδος

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΓΟΡΙΑ



ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ


ΜΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑ ΝΑ ΒΡΩ...


Μια παπαδιά να βρω, μια παπαδίτσα, Θε μου,
κι όπως θ' ανοίξει τα φτερά απ' την απαλάμη,
τα σμάλτινα φτερά στο ρίπισμα του ανέμου,
ν' ακολουθήσω με το βλέμμα που θα κάμει.

Δεν ξέρω όμως σε ποιό σημείο νά 'ν' η Αθήνα
μήτε αν υπάρχει εκείνη που θα μελετούσα -
την είχα πρωτοβρεί σιμά σε κάτι σκοίνα
τη γλυκοθώρητη και σιγαλοπατούσα.

Θά 'ναι, είπα, τ' ουρανού η ανέλπιστη ευλογία,
το δώρο που μου στέλνει αυτό το καλοκαίρι.
Κι έμοιαζε με άσπρη, μα καθάρια Παναγία,
γραμμένο τσίνουρο και κοντυλένιο χέρι.

Μάτια μου αγαπημένα, πότε θα περάσει
τούτ' η φουρτούνα που κρατάει τους δυο μας χώρια;
Δεν ήρθαμε, καλή, για πόλεμο στην πλάση,
παρά να βγούνε κι από μας δυο-τρία αγόρια.



Η εικονιζόμενη "παπαδιά" / "παπαδίτσα" λέγεται Cardinali - Julietta Cardinali. Άρα κολλάει με το ποίημα του Κοτζιούλα. Από το επόμενο ποστ, πάντως, ξανασοβαρεύουμε!

ΒΑΜΒΑΚΑΡΕΙΟ



ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


ΚΑΤΑ ΤΟ ΗΘΟΣ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗ



Σ’ όλους τους κουτσαβάκηδες
που ζούνε στο κουρμπέτι



Αλεξανδριανή μου γλάστρα
μ’ άσπρα πιάστρα βάστα τ’ άστρα

Αλεξανδριανέ μου αγέρα
τα γεράκια πάρε πέρα

Αλεξανδριανή μικρή μου
κατσικάκι και κρικρί μου

Αλεξανδριανή φελλάχα
φύγαμε με τη γιαμάχα



Η εικονιζόμενη κυρία λέγεται Ana Alvarez.

Κυριακή, 15 Απριλίου 2007

ΔΙΨΑΜΕ ΓΙΑ ΟΥΡΑΝΟ



ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ


ΤΟ ΨΩΜΙ


'Ενα τεράστιο καρβέλι, μια πελώρια φραντζόλα ζεστό
ψωμί είχε πέσει στο δρόμο από τον ουρανό
ένα παιδί με πράσινο κοντό βρακάκι και με μαχαίρι
έκοβε και μοίραζε στον κόσμο γύρω
όμως και μια μικρή, ένας μικρός άσπρος άγγελος κι αυτή
μ' ένα μαχαίρι έκοβε και μοίραζε
κομμάτια γνήσιο ο υ ρ α ν ό
κι όλοι τώρα τρέχαν σ' αυτή, λίγοι πηγαίναν στο ψωμί,
όλοι τρέχανε στον μικρόν άγγελο που μοίραζε ο υ ρ α ν ό

Ας μην το κρύβουμε
διψάμε για ουρανό!


Από την ποιητική συλλογή "Τα φάσματα ή Η χαρά στον άλλο δρόμο", 1958.

Σάββατο, 14 Απριλίου 2007

L'OISEAU DE L'ŒCUMÈNE




ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ


Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΠΡΕΤΟΝ


Ασύγκριτο πουλί της οικουμένης
Στέκεις σαν κρύσταλλο στην κορυφή των υψηλών Ιμαλαΐων
Με στιλβηδόνα και με σθένος και με πάθος
Καταμεσίς στον βράχο της σποριάς σου.

Ηρωικό πουλί της οικουμένης
Που μοιάζεις σαν αρχάγγελος και λέων
Δεν ταξινόμησες ποτέ καμμιά φενάκη
Μα την φωνή σου σήκωσες στην γαλανήν αιθρία.

Φανατικό πουλί της οικουμένης
Γερό στην πάλη και πολύκαρπο στην σημασία
Όρθιο μέσ' στα φτερά σου ανοιγοκλείνεις
Πάντα με βεβαιότητα το μάτι.


Από την ενότητα "Η τρυφερότης των μαστών" της ποιητικής συλλογής "Ενδοχώρα", 1945.

ΕΠΤΑ ΕΝΣΤΑΝΤΑΝΕ ΤΗΣ ΠΙΚΡΗΣ ΖΩΗΣ



ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ


ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΗ ΜΑΡΚΙΖΑ


Ό,τι από σένα τώρα έχει μείνει
σε μια φωτογραφία της στιγμής
είναι αυτό που δεν τολμούν τα χείλη
σ' εκείνο το τοπίο της βροχής.

Όλα μού λεν πως έχεις κιόλας φύγει
κι ας λάμπει η ξενοιασιά της εκδρομής.
Εσύ όπου να πας, σ' όποιο ταξίδι,
σε λάθος στάση θα κατεβείς.

Χρόνια μετά και κάτω απ' τη μαρκίζα
σε βρήκα που 'ρθες για να μη βραχείς,
ίδια η βροχή τα μάτια σου τα γκρίζα
μα τίποτα, όπως πάντα, δε θα πεις.

Μονάχα εγώ ρωτώ χωρίς ελπίδα
πού μένεις, πού κοιμάσαι και πώς ζεις,
κι εσύ που ξέρεις όσα η καταιγίδα
δεν έχεις κάτι για να μου πεις.


Ο ΧΑΡΟΣ ΒΓΗΚΕ ΠΑΓΑΝΙΑ

Ο χάρος βγήκε παγανιά
μες στη δική μου γειτονιά
κι από τον πολύ συλλογισμό
έχασε το λογαριασμό.

Κι από μια πόρτα χαμηλή,
κι από μια σκοτεινή αυλή
βγήκε κλεφτά ο σιδεράς
και του είπε λόγια της χαράς.
Ο χάρος βγήκε, βγήκε παγανιά
μεσ' στη δική μου γειτονιά

Ο χάρος βγήκε παγανιά
και θέρισε μια γειτονιά
και έγινε μαύρος ουρανός
και ανεμοζάλη και καπνός.


ΟΙ ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΟΙ

Και στο δρόμο περπατούν συντροφιές,
σαν ευτυχισμένη φωτογραφία,
λες και πως ξεφύγαν από μουσεία,
κάτι αγάλματά τους και ζωγραφιές.

Και στο δρόμο περπατούν συντροφιές,
μόνο οι δυό μας πάντα μαρμαρωμένοι,
τους κοιτάμε απ' το μπαλκόνι,
με κάποια λύπη σα νυχτώνει,
και λες πως κάτι μες στον κόσμο τελειώνει
- και τα χρόνια μας χαμένα,
στο άδικο μεγαλωμένα,
σαν τα φιλιά στον ουρανό μας σβησμένα.

Και στο δρόμο περπατούν συντροφιές,
μόνο οι δυο μας πάντα μαρμαρωμένοι,
βλέπουμε απ' τη φυλακή μας,
στα ξένα χέρια τη ζωή μας,
σα να μην ήταν καμιά μέρα δική μας
- βλέπουμε απ' τη φυλακή μας,
στα ξένα χέρια τη ζωή μας,
σα να μην ήταν καμιά μέρα δική μας.

Και στο δρόμο περπατούν συντροφιές,
μόνο οι δυο μας πάντα μαρμαρωμένοι.


Σ’ ΑΥΤΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ Τ’ ΟΡΦΑΝΟ

Σ' αυτό το σπίτι τ΄ορφανό,
που δεν εγνώρισε ουρανό
ούτε και καλοσύνη,
ξανάρθες μια Παρασκευή
κι είχες την πίκρα τη βουβή
που μόνο ο κόσμος δίνει.

Στην ίδια πάντα τη γωνιά,
όταν σε πήραν σαν φονιά
κρέμασες το σακάκι,
και το καπέλο στο καρφί,
σαν να κρεμούσες μια ζωή
σφαγμένη στο σοκάκι

Και στο τραπέζι μια στιγμή
πάλι μοιράζεις το ψωμί
και το κρασί στα ίσια.
Μα αυτός ο τόπος που πονάς
μας διώχνει κι ας τον σεργιανάς
σα νύχτα πελαγίσια


ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ

Αν είναι κόσμος όμορφος
είναι και κόσμος ψεύτης
που μοιάζει σκοτεινό γυαλί
και σαν παλιός καθρέφτης.

Τα γράμματα μου γύρισες
χωρίς να τα διαβάσεις,
μα πες μου γιατί βιάστηκες
να με καταδικάσεις.

Στα χρόνια της υπομονής
δε μας θυμήθηκε κανείς.


ΧΡΟΝΙΑ ΣΑ ΒΡΟΧΗ

Άσε τις παρεξηγήσεις
σ' τό 'χω πει τόσες φορές,
μη γυρεύεις εξηγήσεις,
μη ζητάς αναφορές

Ο καημός σου είναι μαχαίρι
κι η αγάπη σου γυαλί,
κάποια μέρα κάποια ώρα
θα με κλείσεις φυλακή.

Χρόνια σαν βροχή μες στην άδεια μου ζωή,
μη μου φαρμακώνεις άλλο την ψυχή.
Χρόνια ορφανά μες στην ίδια γειτονιά,
μη μου φαρμακώνεις άλλο την καρδιά


ΩΡΑ ΑΝΑΧΩΡΗΣΕΩΣ

Παίζαν τα γραμμόφωνα
μες στα καφενεία
παίζαν το «Μινόρε της αυγής».
Κι έγραφα ασταμάτητα
τη δική σου ανία
και της σκοτωμένης μου ζωής.

Ώρα αναχωρήσεως
άκουγα για τρένα,
μόνο εγώ δεν πήγα πουθενά.
Σε όσα ξαναγύρισα
τά 'βρα που πεθαίναν
μέσα σ' έναν μίζερο βραχνά.

Κάποιοι φίλοι απ' το στρατό
κάποτε σου γράφουν
για τις δυσκολίες που περνούν,
κι είναι σαν γραμμόφωνο
που όσοι πόνοι να 'ρθουν
«φταίει η κοινωνία» θα σου πουν.

Παρασκευή, 13 Απριλίου 2007

ΤΟ ΘΟΛΑΜΙ ΤΗΣ ΗΔΟΝΗΣ




LEOPOLDO LUGONES (1874-1938)


DELECTACIÓN MOROSA


La tarde, con ligera pincelada
que iluminó la paz de nuestro asilo,
apuntó en su matiz crisoberilo
una sutil decoración morada.

Surgió enorme la luna en la enramada;
las hojas agravaban su sigilo,
y una araña en la punta de su hilo,
tejía sobre el astro, hipnotizada.

Poblóse de murciélagos el combo
cielo, a manera de chinesco biombo;
sus rodillas exangόes sobre el plinto

manifestaban la delicia inerte,
y a nuestros pies un río de jacinto
corría sin rumor hacia la muerte.


********************


ΑΓΑΛΙΝΗ ΗΔΟΝΗ ΣΤΗ ΣΙΓΑΛΙΑ


Το απόγευμα με πινελιές αφηρημένες
στου ασύλου μας τη σιγαλιά ήρθε· την εφώτι-
σε (πάνω απ’ τη χρυσοβήρυλλη λαμπρότη-
τα στρώνοντας ντεκόρ πανάπαλο και ξένες

μενεξελιές αυγάσεις). Η σελήνη χτένες
για τα μαλλιά της βρήκε τα κλαριά στα σκότη·
εβάραιναν τα φύλλα τους στο φως της, διότι
μι’ αράχνη εξύφαινε ιστούς, απ’ τις αντέννες

του θόλου κρεμασμένη. Φίσκα νυχτερίδες
τα ουράνια, ανοίξαν σαν κινέζικες θυρίδες·
ωχρά τα γόνατά σου μέσα στο θολάμι

της ηδονής δηλώναν την αδράνεια, όντας
σχεδίες ριγμένες σε γυακίνθινο ποτάμι
και για τον θάνατο αθόρυβα τραβώντας.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής

ΟΨΙΓΕΝΕΙΣ ΜΙΜΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΑΝΤΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΕΤΡΑΡΧΗ ΣΤΑ ΕΠΤΑΝΗΣΑ



ΝΑΘΑΝΑΗΛ Ι. ΔΟΜΕΝΕΓΙΝΗΣ (1865-1935)


ΜΙΚΡΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙ


Στη μοναξιά που ανοίγεται η καρδιά μου
και Συ σαν άστρο αυγής λαμπρό προβαίνεις,
μ’ αγγελικούς ρυθμούς τον έρωτά μου
σού ψάλλω και θαρρώ πως μ’ ανασταίνεις.

Μ’ αν εις τ’ αλήθεια Συ φανείς μπροστά μου,
το νου, τη σκέψη, την καρδιά μου δένεις,
δε βρίσκω λόγια, χάνω τη μιλιά μου
δεν ξέρω τι ζητώ και Συ διαβαίνεις.

Περνούσε με σιωπή ο καιρός και μόνο
εθάρρεψα μ’ ένα άτεχνο τραγούδι
για Σε να πω ποιόν υποφέρω πόνο.

Αγάπης είν’ αγνό, μικρό λουλούδι…
μη το πετάξεις, κι αν θα το μυρίσεις,
ίσως με τ’ άρωμά του θ’ αγαπήσεις.



ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΣΟΥ…

Στο μάγο αγγελικό γλυκό σου μάτι,
που αχτιδοκαθρεφτίζεται η ψυχή σου,
στον κόσμο σου το μέσα, βλέπω κάτι
που μάταια ζητούσα. Στη μορφή σου

που τη χαϊδοφυσά πνοή, γεμάτη
από την καλοσύνη τη δική σου,
αγάπη νιώθω τ’ ουρανού δροσάτη
που ζει στην αιθερόπλαστη ζωή σου.

Κι όταν περνάς σεμνή, χαριτωμένη,
το πέρασμά σου μ’ ένα φως αφήνει,
την ώρα που είσαι απ’ όλους παινεμένη,

στα βάθη της ψυχής κρυφή γαλήνη
που κάθε πόνο και λαχτάρα πνίγει.
Αγάπης ουρανός λες πως ανοίγει.



Τα δύο σονέττα, που δημοσιεύθηκαν το 1920 σε έκδοση της "ΕΣΤΙΑΣ" και με πρόλογο του Γρηγορίου Ξενοπούλου, αναρτώνται χάριν του φίλου του "Αλωνακιού της Ποίησης" Παναγιώτη Σακελλαρίου. Και η φωτογραφία της Yamila Diaz χάριν μεν αυτού ποστάρεται, δεν απαγορεύεται ωστόσο η απόλαυσή της από όλους τους μπλογκεπισκέπτες. Στο μπλογκ αυτό δεν ευνοούνται εγωισμοί...

Η ΕΚΑΤΟΣΤΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ: ΥΠΕΡ ΤΟΥ ΚΑΛΛΟΥΣ



FRANCESCO PETRARCA


CXVIII. [RIMANSI A DIETRO AL SESTODECIMO ANNO]


Rimansi a dietro il sestodecimo anno
de' miei sospiri, et io trapasso inanzi
verso l'extremo; et parmi che pur dianzi
fosse 'l principio di cotanto affanno.

L'amar m'è dolce, et util il mio danno,
e 'l viver grave; et prego ch'egli avanzi
l'empia Fortuna, et temo no chiuda anzi
Morte i begli occhi che parlar mi fanno.

Or qui son, lasso, et voglio esser altrove;
et vorrei piú volere, et piú non voglio;
et per piú non poter fo quant'io posso;

e d'antichi desir' lagrime nove
provan com'io son pur quel ch'i' mi soglio,
né per mille rivolte anchor son mosso.




ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ ΠΕΤΡΑΡΧΗΣ


118. [ΔΕΚΑΞΗ ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΕΝΑΓΜΩΝ ΔΙΑΒΗΚΑΝ]


Δεκάξη χρόνια στεναγμών διαβήκαν·
οι μέρες μου κοντεύουν να τελειώσουν.
Τα βάσανα, που ορμάνε να με λυώσουν,
νομίζω στην αρχή τους καν δεν μπήκαν.

Γλυκό το ν’ αγαπάς· τον πόνο βρήκαν
οι Θεοί και η Μοίρα δώρο να μου δώσουν.
Τα μάτια, που τον Ποιητή θα σώσουν,
τα πήρανε… – για πάντα εσφαλιστήκαν.

Αλλού θε νά ’θελα –στης γης τα μάκρη–
να πάω. Μπορώ να κάνω τότε πλείστα
όσα, άγνωστα σε μένα και στους άλλους.

Με βάσανα παλιά το νέο μου δάκρυ
μαζί κυλάει. Ίδιος μένω μεν, και ανύστα-
χτος άλλα χίλια φτιάχνω υπέρ του κάλλους.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής

ΔΑΣΗ, ΒΟΥΝΑ ΚΑΙ ΛΟΙΠΑ



JAROSLAV SEIFERT (1901-1986)



ΕΝ ΑΝΘΡΩΠΟΙΣ ΕΥΔΟΚΙΑ


Αυτά τα δάση, τα βουνά, όπου σιωπηλά χιονίζει,
και όπου σε όσους κοιμήθηκαν η νύχτα άστρα σκορπά,
αυτά τα δάση, τα βουνά, το έθνος πιά δεν τα ορίζει,
τα σύνορά μας σήμερα τα δείχνουν τα πουλιά.

Θά ’λεγες πως στο χτύπημα κανείς μας δεν θ’ αντέξει,
κάτω απ’ τη φτέρνα, αλίμονο, το έθνος θα συντριφτεί.
Ο μύθος που παρήγορα παλιά μας είχε θρέψει
μας δείχνει δρόμο αδιάβατο που έχει αποκλειστεί.

Μα να που δεν κατάρρευσε κι αν και ταπεινωμένο
δεν είναι ανυπεράσπιστο θανάσιμα, για δες:
από χιτώνα αγγελικό, βουβό, μαρμαρωμένο,
μπορείς να σχίζεις σήμερα πανί για τις πληγές.


Από την ποητική συλλογή «Přilba hlíny», 1945.
Από το βιβλίο: Jaroslav Seifert, «Η γλυκιά συμφορά της ποίησης», μετάφραση, εισαγωγή, σημειώσεις Κάρολος Τσίζεκ, Ποταμός, Αθήνα, 2003, σελ. 95.

Πέμπτη, 12 Απριλίου 2007

Ο ΕΡΩΣ ΑΣ ΔΩΣΕΙ ΘΑΡΡΟΣ



FRANCESCO PETRARCA


XII. [SE LA MIA VITA DA L’ASPRO TORMENTO]


Se la mia vita da l'aspro tormento
si può tanto schermire, et dagli affanni,
ch'i' veggia per vertù de gli ultimi anni,
donna, de' be' vostr'occhi il lume spento,

e i cape' d'oro fin farsi d'argento,
et lassar le ghirlande e i verdi panni,
e 'l viso scolorir che ne' miei danni
a llamentar mi fa pauroso et lento:

pur mi darà tanta baldanza Amore
ch'i' vi discovrirò de' mei martiri
qua' sono stati gli anni, e i giorni et l'ore;

et se 'l tempo è contrario ai be' desiri,
non fia ch'almen non giunga al mio dolore
alcun soccorso di tardi sospiri.



ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ ΠΕΤΡΑΡΧΗΣ


12. [ΑΝ Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΒΡΕΙ ΔΥΝΑΜΗ ΓΙΑ ΝΑ ΝΙΚΗΣΕΙ]


Αν η ζωή μου βρει δύναμη για να νικήσει
τρικυμίες, καταιγίδες και τους πόνους ’κείνους
που με πόνεσαν, Δέσποινα, και όλους τους θρήνους
που για το θολωμένο σου βλέμμα έχω χύσει,

όταν η χρυσή σου άσπρισε κόμη στη δύση
και όταν έδυσε το ένδυμα με τους πρασίνους
τόνους κι έσβησεν η όψη σου, και από κινδύνους
τρομερούς κοντεύει να στερέψει, αχ, η βρύση

του οδυρμού μου,… α ν…, αι τότε, ας μου δώσει ο Έρως θάρρος
να ρθώ να σου πω τον Πόνο, που ’σαι μακριά μου,
Πόνο που κρατάει μήνες και χρόνους σε μάκρος.

Αν, πάλι, οι καιροί αυξάνουν των πόθων το βάρος,
αμοιβή για μένα ας είναι τα δάκρυά μου
τα καυτά, μαζί κι ο ύστατος στεναγμός μου, ο άκρος.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής

ΟΡΘΙΟΙ ΚΑΙ ΜΟΝΟΙ



ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ (1925-2005)


ΚΙ ΗΘΕΛΕ ΑΚΟΜΗ…


Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει. Όμως εγώ
Δεν παραδέχτηκα την ήττα. Έβλεπα τώρα
Πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω
Πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.
Μιλάτε, δείχνετε πληγές αλλόφρονες στους δρόμους
Τον πανικό που στραγγαλίζει την καρδιά σας σα σημαία
Καρφώσατε σ’ εξώστες, με σπουδή φορτώσατε το εμπόρευμα
Η πρόγνωσίς σας ασφαλής: Θα πέσει η πόλις.

Εκεί, προσεχτικά, σε μιά γωνιά, μαζεύω με τάξη,
Φράζω με σύνεση το τελευταίο μου φυλάκιο
Κρεμώ κομμένα χέρια στους τοίχους, στολίζω
Με τα κομμένα κρανία τα παράθυρα, πλέκω
Με κομμένα μαλλιά το δίχτυ μου και περιμένω.

Όρθιος και μόνος σαν και πρώτα π ε ρ ι μ έ ν ω .


Από την «Συνέχεια», 1956.




ΜΙΛΩ…

Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών
Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες
Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους και τα σαπίζει η βροχή
Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουν δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους

Μιλώ για τις ξιπόλητες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους
Τους μαστρωπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στα κατώφλια
Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες
Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ των μελλοθανάτων

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες
Π’ αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια
Κι οι σύντροφοι τούς φτύνανε και τούς σταυρώναν
Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π’ άκρη δεν έχει
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει

Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.


Από τη «Συνέχεια 2», 1956.

ΠΕΡΙΣΥΛΛΟΓΗ ΕΜΜΟΝΩΝ



ΚΩΣΤΑΣ ΤΡΙΠΟΛΙΤΗΣ


ΑΝΕΜΟΛΟΓΙΟ



Έβγαλε βρώμα η Ιστορία ότι ξοφλήσαμε
είμαστε λέει το παρατράγουδο στα ωραία άσματα
και επιτέλους σκασμός οι ρήτορες πολύ μιλήσαμε
στο εξής θα παίζουμε σ' αυτό το θίασο μόνο ως φαντάσματα

Κάτω οι σημαίες στις λεωφόρους που παρελάσαμε
άλλαξαν λέει τ' ανεμολόγια και οι ορίζοντες
μας κάνουν χάρη που μας ανέχονται και που γελάσαμε
τώρα δημόσια θα έχουν μικρόφωνο μόνο οι γνωρίζοντες

Βγήκαν δελτία και επισήμως ανακοινώθηκε
είμαστε λάθος μες στο κεφάλαιο του λάθος λήμματος
ο σάπιος κόσμος εκεί που σάπιζε ξανατονώθηκε
κι οι εξεγέρσεις μας είναι εν γένει εκτός του κλίματος

Δήλωσε η τσούλα η Ιστορία ότι γεράσαμε
τις εμμονές μας περισυλλέγουνε τα σκουπιδιάρικα
όνειρα ξένα ράκη αλλότρια ζητωκραυγάσαμε
και τώρα εισπράττουμε απ' την εξέδρα μας βροχή δεκάρικα

Ξέσκισε η πόρνη η Ιστορία αρχαία οράματα
τώρα για σέρβις μας ξαποστέλνει και για χαμόμηλο
την παρθενιά της επανορθώσαμε σφιχτά με ράμματα
την κουβαλήσαμε και μας κουβάλησε στον ανεμόμυλο



ΑΓΑΠΗ

Αγάπη του ψωμιού και της φωτιάς
αγάπη της αρμύρας
ρεκλάμες θα μας πνίξουν κι αδειανά
κονσερβοκούτια μπύρας

Πού να σε ταξιδέψω
γυαλιά και λαμαρίνες
γεμίσανε τα χρόνια
με εκτελεσμένους μήνες

Αγάπη του ψωμιού και της βροχής
αγάπη στα μπαλκόνια
στην άσφαλτο τα αίματα θα δεις
και πλαστικά μπιτόνια



ΜΠΟΥΜ

Έπειτα απ' το μεγάλο μπουμ
χίλιοι φακοί να κάνουν ζουμ,
πλάνα ωραία της καταστροφής
με φωτιές και σάρκες να τραφείς
όταν η αράχνη θα νοιώθει ευφυής
στριμωγμένη στο μπετόν της οροφής

Είχες πει χρειάζεται καιρός
να φτιαχτούν σκουπίδια ένας σωρός
να σκεπαστούνε φεγγίτες και φωταγωγοί
να συμβούνε θάνατοι αργοί
να γεννηθούνε καινούργιοι πυροτεχνουργοί
για να αξίζει να επιστρέψεις στον πλανήτη γη

Τη ζωή που σκότωσα εγώ
είναι η ζωή που νοσταλγώ
με τα σκεπάσματά σου έχω σκεπαστεί
το κορμί σου έχω αφουγκραστεί
η ύπαρξή σου καράβι που έχει βυθιστεί
με φωνάζεις τελευταίο ασυρματιστή

Μπαίνοντας πρωί σε ένα ταξί
καίγομαι μέσα στο οξύ
βλέπω στα μάτια των περαστικών
ξυραφιές ονείρων χθεσινών
σου κοκκινίζει τα νύχια το μανόν
και είσαι θύτης μα και το θύμα συνθηκών



Ο ΕΠΙΒΑΤΗΣ


Επιβάτης στην εξουσία αυτού του κράτους
που τα κάγκελά του χτίζει υπογράφοντας θανάτους
Επιβάτης στην υστερία αυτού του τόπου
που τα κόκκαλα τσακίζει και τα όνειρα του ανθρώπου

Έβγαλα εισιτήριο
στο γήπεδο και στο νοσοκομείο
Έβγαλα εισιτήριο στο κρατητήριο
Έβγαλα εισιτήριο
σαν επιβάτης στη χώρα αυτή που τρώει τα παιδιά της

Επιβάτης στην υποψία αυτή του πλήθους
που ζωές υποστηρίζει ανατρέποντας τους μύθους
Επιβάτης στη γεωγραφία αυτού του χώρου
που νεκρούς υπερασπίζει στις φωτιές της λεωφόρου

Έβγαλα εισιτήριο
στο γήπεδο και στο νοσοκομείο
Έβγαλα εισιτήριο στο κρατητήριο
Έβγαλα εισιτήριο
σαν επιβάτης στη χώρα αυτή που τρώει τα παιδιά της.


ΟΙ ΑΚΡΟΒΑΤΕΣ

Πόσο χαμηλά ζητάς να πέσω;
Και ποιο συρματόσκοινο
της ζωής μου να γίνει το μέσο;

Τι νόμιζες;
Οι αρχάριοι πάντοτε πέφτουν.
Πεθαίνουν από έρωτα
στο χάος τους γλιστρώντας.

Οι ακροβάτες πέφτουνε
κοιτάζοντας τους πρώτους.

Οι ακροβάτες πέφτουνε
μαζί με το κοινό τους
καμπύλα αστεία γράφοντας
βουτώντας στο κενό τους.


ΠΡΟΣΠΕΚΤΟΥΣ

Φαντάζομαι τις έγχρωμες
γυαλιστερές γυναίκες
στον τελευταίο τους χορό
μ' ένα στο χέρι κέρμα

Μπροστά από το παλιό τζουκ μποξ
τα ρούχα τους να σκίζουν
και ρίγος να διαπερνά
το αμείλικτο τους δέρμα

Απρόσιτες στον πύργο τους
έχοντας δραπετεύσει
για μια συνάντηση κρυφή
με κάποιον εραστή τους

Στης θάλασσας των ηδονών
βουλιάξαν το βελούδο
και βρέθηκαν αιχμάλωτες
μες στην κοιλιά του κήτους

Ναι, λάμπουνε φωσφορικά
νιώθοντας στο κορμί τους
ενός παράφρονα θεού
να τους χαϊδεύουν χάδια

Λικνίζονται στα δάπεδα
λύνοντας το σπασμό τους
κι από τα μέλη τους τα ανοιχτά
βγαίνουν υγρά διαμάντια

Κυνηγημένες μάγισσες
χωρίς την πυρκαγιά τους
μιλώντας με ακατάληπτες
περίπλοκες διαλέκτους

Ωραίες αλλοπρόσαλλες
και απομακρυσμένες
ίδιες με αυτά τα μανεκέν
που βλέπω στα προσπέκτους

Το υπόκωφο τραγούδι τους
κρατά φυλακισμένο
μες στο βυθό του Ιωνά
τη σάρκινη μεμβράνη

Αυτή που τις παγίδεψε
σε ηλιοτροπίων τόπους
και που το κάθε ανόητο
κορίτσι δεν τις πιάνει

Φαντάζομαι τις έγχρωμες
γυαλιστερές γυναίκες
στον τελευταίο τους χορό
μ' ένα στο χέρι κέρμα

Να με κοιτάζουν σαν τζουκ μποξ
να με περιγελάνε
κι όλο να μου επιστρέφουν
το ματαιωμένο σπέρμα


ΤΟ ΓΡΑΝΑΖΙ

Ένα γρανάζι της μηχανής
ο κόσμος μοιάζει ό,τι κι αν πεις
στριφογυρίζει και μ' αρπάζει
τα όνειρά μου κουρελιάζει
στη βόλτα της ζώης

Γυρίζει το γρανάζι
χωρίς να λογαριάζει
γυρίζει κι η ζωή σου
κι εγώ μαζί σου ακολουθώ

Μαζί μου γίνε κι εσύ μικρός
η αγάπη είναι ένας μοχλός
ένας διακόπτης που γυρίζει
την αγωνία μου γεμίζει
και την ψυχή μου φως

Τετάρτη, 11 Απριλίου 2007

ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ-ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ



ΜΥΡΤΙΩΤΙΣΣΑ (1885-1968)


Σ΄ΑΓΑΠΩ


Σ’ αγαπώ - δεν μπορώ
τίποτ’ άλλο να πω
πιο βαθύ, πιο απλό,
πιο μεγάλο!

Μπρος στα πόδια σου εδώ
με λαχτάρα σκορπώ
τον πολύφυλλο ανθό
της ζωής μου.

Ώ μελίσσι μου, πιες
απ’ αυτόν τις γλυκές,
τις αγνές ευωδιές
της ψυχής μου!

Τα δυο χέρια μου - νά!
στα προσφέρω δετά,
για να γείρεις γλυκά
το κεφάλι,

κ’ η καρδιά μου σκιρτά
κι όλη ζήλεια ζητά
να σου γίνει ως αυτά
προσκεφάλι!

Και για στρώμα, καλέ,
πάρε όλην εμέ -
σβήσ’ τη φλόγα σε με
της φωτιάς σου,

ενώ δίπλα σου εγώ
τη ζωή θ’ αγροικώ
να κυλάει στο ρυθμό
της καρδιάς σου!..

Σ’ αγαπώ - τι μπορώ
ακριβέ, να σου πω,
πιο βαθύ, πιο απλό,
πιο μεγάλο;..



ΕΡΩΤΑΣ ΤΑΧΑ;..

Έρωτας τάχα νά ’ν’ αυτό
που έτσι με κάνει να ποθώ
τη συντροφιά σου;
Που σα βραδιάζει τριγυρνώ
τα φωτισμένα για να ιδώ
παράθυρά σου;

Έρωτας νά ’ν η σιωπή
που όταν σε βλέπω, μου το κλει
σφιχτά το στόμα;
Που κι όταν μείνω μοναχή,
στέκω βουβή κ’ εκστατική
ώρες ακόμα;..

Έρωτας νά ’ναι ή συμφορά,
με κάποιου αγγέλου τα φτερά
που έχει φορέσει,
κ’ έρχετ’ ακόμη μια φορά
με τέτοια δώρα τρυφερά
να με πλανέσει;..

Μα ό,τι και νά ’ναι,το ποθώ,
και καλώς νά ’ρθει το κακό
που είν’ από σένα!
Θα γίνει υπέρτατο αγαθό,
στα πόδια σου αν θα σωριαστώ
τ’ αγαπημένα!..

Τρίτη, 10 Απριλίου 2007

ΟΤΑΝ Η ΛΗΓΟΥΣΑ ΕΙΝΑΙ ΜΑΚΡΑ



ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΥΦΛΟΥΖΕΛΗΣ


ΕΓΩ ΔΕΝ ΕΧΩ ΒΓΑΛΕΙ ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ


Εγώ δεν έχω βγάλει το σχολείο
ούτε έχω μάθει γράμματα πολλά
ξέρω όμως ένα κι ένα κάνουν δύο
και πως τα φωνήεντα είναι εφτά

Τόσο καιρό μαζί μου και δεν έχεις μάθει
τα δικά μου χούγια και τα φυσικά
η προπαραλήγουσα ποτέ δεν περισπάται
όταν η λήγουσα είναι μακρά

Εσύ που κάνεις όλα πως τα ξέρεις
κι όλο εξυπνάδες έχεις στο μυαλό
πες μου για να μάθω ποιό έχει γίνει
πρώτα η κότα ή το αβγό

ΟΛΟΦΩΤΟΙ ΜΥΡΙΟΙ ΚΟΣΜΟΙ



DIONISIO SOLOMOS (1798-1857)


SONETTO PER PRIMA MESSA


Sciogliesti il labbro ai misteriosi accenti
Che chiamano quaggiù l’eterna prole ;
Li replicò maravigliando il sole,
E ruotò i raggi oltre l’usato ardenti.

Beveano gli astir taciturni, intenti,
Il suono delle mistiche parole,
Indi anch’ei gl’infiniti orbi lucenti
Tutti affidarli alla superna mole.

Del ciel l’interminato arco profondo
Di vergine sereno era ridente
Tal che mai così vivo apparve al mondo ;

E solo allor, che nell’immenso vuoto
Alla voce di Dio senti repente
Delle stelle e del sole il peso ignoto.



ΣΟΝΕΤΤΟ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Τους μυστικούς ύμνους τα χείλη σου αναδίναν
που τον Άναρχο Λόγο κράζουν εδώ κάτου·
τους ξανάλεγε πάλι ο Ήλιος στη χαρά του,
και φλόγ’ αγνώριστην οι αχτίνες του ξεχύναν.

Μ’ έκσταση σιωπηλή τα’ άστρα τον ήχο επίναν
του θείου λόγου σου μυστήριο όλου γεμάτου,
κι όλους στην έκταση κατόπι τού υπερτάτου
θόλου οι ολόφωτοι μύριοι κόσμοι τούς εχύναν.

Στ’ ουρανού το βαθύ κι απέραντο δοξάρι
τέτοιο παρθενικής γαλήνης γέλιο εχύθη,
που ποτέ δεν εφάνη με παρόμοια χάρη,

παρ’ όταν στ’ Άδειο το ατελείωτο, στου θείου
λόγου το πρόσταγμα, κατάξαφνα εδοκήθη
το βάρος τ’ άγνωστο των άστρων και του Ηλίου.



Μετάφραση: Γεώργιος Καλοσγούρος (1849-1902)

Δευτέρα, 9 Απριλίου 2007

ΚΑΙ ΝΕΟΣ ΓΑΡΘΙΛΑΣΙΟΣ ΔΕΛΑΒΕΓΑΣ




GARCILASO DE LA VEGA


[ΑΝ ΓΙΑ ΝΑ ΣΙΓΑΣΘΕΙ ΕΝΤΟΣ ΜΟΥ Ο ΠΟΘΟΣ ΤΟΥΤΟΣ]

Αν για να σιγασθεί εντός μου ο πόθος τούτος
–ο τρομερός, ο μάταιος και ο τρελός, ο ακραίος–
και αν για κακού αποφυγή θα πρέπει εγώ έως
και φαντασιές να φτάσω να πιστεύω… αι, ούτως

εχόντων των πραγμάτων, πώς να δώ –τοιούτος
ων (: έμφοβος τη μιά, την άλλη δε γενναίος) –
με μάτι ξάστερο πως ιερό έχω χρέος
το μέσα μου κακό να ξεριζώσω;… Πού τόσ’

αγχίνοια πιά, το νόημα του πίνακα να πιάσω,
που δείχνει ένα παιδί να πέφτει με λυωμένα
φτερά στη θάλασσα που και όνομα τής δίνει,

σαν είμ’ κι εγώ τρελός μες στην πυρά, στο δάσο
των θρήνων που ’χει δέντρα απ’ τον καημό αναμμένα
και καν νερό ψυχρό το πύρος δεν τους πίνει;


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής

ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΟΙ ΤΗΣ «ΓΡΙΑΣ»



ΕΥΤΥΧΙΑ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ


ΜΟΙΡΟΛΟΓΙ


Ήρταν τα σφουγκαράδικα, ήρταν τα στοιχειωμένα,
ο βιολιτζής βαρεί βιολί κι όλα τα παληκάργια,
άλλος αρραβωνιάζεται κι άλλος παντρολογιέται
και σένα, γιέ μου ακριβέ, ήρτε το μήνυμά σου
και το πικρό χαμπάρι σου στη μάνα σου, πουλί μου.
Κι έκλεισε το σπιτάκι μας και ντύθηκε στα μαύρα
κι εγώ που λαφιαζόμουνα στον ύπνο που κοιμόμουν
μην ακουστεί περπατησιά, την πόρτα μην χτυπήσεις
κάθουμαι τώρα μοναχή, βαργιόπληγη λαφίνα
που της σκοτώσαν το παιδί και κλαίει και δε μερώνει.
Πάψε, καημένε βιολιτζή, για σύρε παραπέρα,
κι εγώ τραγούδια τραγουδώ του χάροντα ν’ αρέσουν
να λυπηθεί ο χάροντας καράβι ν’ αρματώσει
που να μη σκιάζεται καιρούς, να μη δειλιά φουρτούνες,
να πελαγώσει μ’ αντρειά με μια καλή συμπόνια,
να τρέξει μες στα πέλαγα, να ψάξει μες στα πλάτια
για να μου βρει το γιόκα μου το θαλασσοδαρμένο,
και νά ’ν’ η μέρα Κυργιακή να τρέξω να τ’ αλλάξω,
να σου τον στείλω στο γιαλό, στον καφφενέ που θά ’σαι
και τότε βάρα το βιολί, βάρα του να χορέψει…
Πάψε, καημένε βιολιτζή, για σύρε παρακάτω.


Από το αθηναϊκό περιοδικό «Πνευματική Ζωή», χρόνος Β΄, αρ. 34, 25.10.1938, σελ. 298.




ΕΝΥΧΤΩΣΕ ΚΑΙ ΚΑΡΤΕΡΩ

Ενύχτωσε και καρτερώ σαν το στοιχειό στο μώλο.
Οι βάρκες τραβηχτήκανε σ’ απανεμιό σημάδι,
αγέρας δέρνει το κορμί, αγέρας και το νου μου
και μια βροχή θεόλωλη τ’ αφτιά μ’ αγριοδέρνει.
Έγινε το τσεμπέρι μου κατάμαυρη παντιέρα
Και το κορμί μου, γιόκα μου, ασάλευτο κοντάρι,
Δεν το λυγίζει ο καιρός μήδ’ ο κακός αγέρας·
Μαζί μ’ αυτόν μοιρολογώ, μαζί μ’ αυτόνε σκούζω.
Απόψε, γιέ μου, που η βροχή τα πέλαγα πλαταίνει,
πού να ’σαι, πού να δέρνεσαι, πού θαλασσοκτυπιέσαι;
Μην είσαι ναύτης του καιρού, το χάρου καπετάνιος
και κυβερνάς του το σκαρί στη διάτα τη δική του;
Αχ, να τον αποκοίμιζες, αχ, να τον ξεγελούσες,
νά ’στρεφες το τιμόνι σου κατά το λιμανάκι…


Από το αθηναϊκό περιοδικό «Πνευματική Ζωή», χρόνος Γ΄, αρ. 47, 25.5.1939, σελ. 137.




ΜΟΝΑΧΑ Ο ΜΟΥΡΓΟΣ

Αχ, γιέ μου, πώς κατάντησα, λωλή κι αναμαλλιάρα,
ξετράχειλη, αδιάντροπη, βρεγμένη, γυμνοπόδα,
να γκεζεράω στο γιαλό σαν την κακιά γυναίκα,
να μπαίνω μες στον καφφενέ, να πιάνω την κουβέντα
με το Στρατή, με το Γκαβό, με τους καπεταναίους,
μη λάχει κι ήρτε μήνυμα, μη ξαφνικά γραφή σου.
Μηδ’ ο Στρατής, μηδ’ ο Γκαβός, μηδέ κι ο καπετάνιος,
μηδέ κι ο μούτσος του Γκαβού μού μένε για τα σένα.
Μονάχα ο Μούργος, γιόκα μου, το μπιστικό σκυλί σου,
με την ουρά πισώσκελα απόκοντα με παίρνει
σαν να μου λέει τ’ άμοιρο «Κάτσε, κυρά, στο σπίτι
κι ώς θα τον δω που θά ’ρχεται, θα τρέξω σαν και πρώτα
να φέρω σου το μήνυμα και το γλυκό χαμπάρι».
Αχ, γιέ μου, να γινότανε, αχ, γιέ μου, νά ’χε γίνει.


Από το αθηναϊκό περιοδικό «Πνευματική Ζωή», χρόνος Γ΄, αρ. 57, 25.11.1939, σελ. 294.

Σάββατο, 7 Απριλίου 2007

ΑΝΑΓΑΠΗΤΟΣ



ΑΡΓΥΡΗΣ ΕΦΤΑΛΙΩΤΗΣ


ΣΕ ΜΙΑ ΜΙΚΡΟΥΛΑ


Μικρούλα μου ξανθή, γαλανομάτα,
πές μου γιατί με το χαμογελό σου
με περεχάς, άμα σε δω στη στράτα,
και γίνεται φωτιά το μάγουλό σου;

Τάχα να λες, μικρή, πως, αν και γέρος,
δεν έσβησε από τα σωθικά μου η φλόγα;
Ή λες και μοιάζω χιόνια μες στο θέρος,
σταφίδα πλάγι στην αφράτη ρώγα;

Αχ, μην ξεχνάς πως μια και Χάρο νοιώση
ο αχόρταγος θνητός, στιγμή δε χάνει,
μόνο με βιά ζητάει να ξανανιώση,
μην τύχη και αναγάπητος πεθάνη.

Έτσι και το ποτάμι, όσο ζυγώνει
τη θάλασσα, αγριεύει και φουσκώνει.


Από το αθηναϊκό περιοδικό «Εθνική Αγωγή», έτος Γ΄, αριθ. 20, 15 Οκτωβρίου 1900, σελ. 317.